23/04/2018 07:04:26

<script type="text/javascript" class="teads" async="true" src="//a.teads.tv/page/82827/tag"></script>

Βαρουφάκης: Οι σοσιαλιστές και η κυβέρνηση ντρέπονται να μιλήσουν για ταξικό πόλεμο

Βαρουφάκης: Οι σοσιαλιστές και η κυβέρνηση ντρέπονται να μιλήσουν για ταξικό πόλεμο - Media

 

Η συμπίεση των μισθών της εργατικής τάξης σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση των κοινωνικών επιδομάτων, καταδεικνύει την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου εναντίον των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, σύμφωνα με άρθρο του πρώην Υπουργού  Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη, στην Εφημερίδα των Συντακτών. Ο κ. Βαρουφάκης υπογραμμίζει δε ότι "οι μόνοι που ντρέπονται να μιλήσουν για ταξικό πόλεμο είναι οι απαξιωμένοι σοσιαλδημοκράτες και κάποιοι άλλοι (βλ. σημερινή κυβέρνηση) που φλερτάρουν με τη λεγόμενη Κεντροαριστερά".

Ολόκληρο το άρθρο του Γιάνη Βαρουφάκη:

Οι αναλύσεις για τις πολιτικές εξελίξεις παγκοσμίως δίνουν και παίρνουν. Τα φαινόμενα Τραμπ, Brexit, Λεπέν, η κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων στη Γαλλία, την Ιταλία, ακόμα και τη Γερμανία, αναλύονται και ξανα-αναλύονται με ολοένα πιο περίπλοκα επεξηγηματικά σχήματα.

Είναι ως εάν να καταβάλλεται φιλότιμη προσπάθεια ώστε να μη μιλάμε για τον προφανή λόγο και το οφθαλμοφανές αίτιο της καθίζησης του πολιτικού Κέντρου: τον ταξικό πόλεμο που έχει εξαπολυθεί εναντίον της εργατικής τάξης και των πιο αδύναμων πολιτών!

Στη σημερινή Βρετανία πάνω από 40% των οικογενειών αδυνατούν να βάλουν φαγητό στο τραπέζι χωρίς να χρησιμοποιήσουν πανάκριβες πιστωτικές κάρτες ή να καταφύγουν σε κοινωνικά συσσίτια προσφερόμενα από φιλανθρωπικές οργανώσεις.

Αυτό το απλό, οικτρό στατιστικό δεδομένο, σε μια χώρα όπου ο πλούτος ρέει ασταμάτητα (τουλάχιστον στο Λονδίνο και τα προάστιά του) και η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, εξηγεί πλήρως και αδυσώπητα γιατί η πλειοψηφία είναι τόσο θυμωμένη που επέλεξε το Brexit για να τιμωρήσει ένα κατεστημένο που τους ωθεί στην ανέχεια, την απαξίωση και την αναξιοπρέπεια, την ώρα που τα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης γιορτάζουν την «υπέρβαση» της κρίσης και βροντοφωνάζουν ότι όλα βαίνουν καλώς.

Στην Αμερική, η οικονομία της οποίας έχει ανακάμψει πλήρως από το Σοκ του 2008 αν κρίνει κανείς από το εθνικό εισόδημα και τους πακτωλούς χρήματος που ρέουν στους λογαριασμούς των πλουσίων, πάνω από τις μισές οικογένειες δεν έχουν ούτε τις αποταμιεύσεις ούτε την πιστοληπτική ικανότητα που απαιτείται για να λάβουν τραπεζικό δάνειο ώστε να αγοράσουν (με δόσεις έστω) το φθηνότερο αυτοκίνητο στην αμερικανική αγορά (το Nissan Versa, το οποίο πωλείται προς 12.825 δολάρια) - σε μια χώρα όπου η ζωή χωρίς αυτοκίνητο είναι αφόρητη, καθώς για να πάει κανείς στη δουλειά του ή ακόμα και στο κοντινότερο μπακάλικο πρέπει να καλύψει τεράστιες αποστάσεις.

Αυτό το απλό, οικτρό στατιστικό δεδομένο είναι ένα χαστούκι σε όλους εκείνους που ακόμα επιμένουν να μην καταλαβαίνουν τον θυμό των πολλών που τους έστρεψε στο να ψηφίσουν τον Τραμπ μόνο και μόνο ως αντίδραση σ’ ένα κατεστημένο που τους γονατίζει επί τριάντα συναπτά χρόνια, φέρνοντάς τους στο σημείο να μην μπορούν ούτε να δανειστούν αρκετά για το παλιο-αυτοκίνητο που έχουν ανάγκη ώστε να ζουν και να δουλεύουν με μια μικρή δόση αξιοπρέπειας.

Στη Γερμανία, την ώρα που η χώρα πλέει στα πλεονάσματα που δημιούργησε η κρίση της υπόλοιπης Ευρώπης

  • [(α) πλεόνασμα κρατικού προϋπολογισμού, που δημιούργησαν τα αρνητικά επιτόκια της κρίσης,
  • (β) πλεόνασμα τραπεζικού συστήματος, που δημιούργησε η φυγή αποταμιεύσεων από την Ιταλία, τη Γαλλία αλλά και την Ελλάδα προς τη Φρανκφούρτη, και
  • (γ) εγχώριο πλεόνασμα καθώς, λόγω κρίσης, οι επενδύσεις είναι χαμηλότερες από τις αποταμιεύσεις],

το ποσοστό των εργαζόμενων πτωχών έχει αυξηθεί 250% από το 2007, ενώ το 40% του πληθυσμού τα φέρνει πιο δύσκολα βόλτα σήμερα απ’ ό,τι πριν από μία δεκαετία.

Αυτό το απλό, οικτρό στατιστικό δεδομένο εξηγεί απλά και χωρίς περιστροφές γιατί ο μέσος Γερμανός είναι θυμωμένος και όλο και περισσότερο αποφασισμένος να τιμωρεί στην κάλπη το κατεστημένο (τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες οι οποίοι τους κυβερνούν μια δεκαετία από κοινού).

Το κοινό σημείο στα τρία παραδείγματα από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τη Γερμανία είναι ένα: η συμπίεση των μισθών της εργατικής τάξης σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση των κοινωνικών επιδομάτων. Κι επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: η εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου εναντίον των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.

Ναι, έτσι είναι. Και το πιο ενδιαφέρον, και ταυτόχρονα χυδαίο, είναι ότι οι μόνοι που ντρέπονται να μιλήσουν για ταξικό πόλεμο είναι οι απαξιωμένοι σοσιαλδημοκράτες και κάποιοι άλλοι (βλ. σημερινή κυβέρνηση) που φλερτάρουν με τη λεγόμενη Κεντροαριστερά. Πράγματι, η Δεξιά δεν το κρύβει.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, απαντώντας σε ερώτημά μου για το ποιο είναι το όραμά του για την ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία, μου είπε ευθαρσώς: Να πάει το κόστος της εργασίας, μισθοί και επιδόματα, σε επίπεδο ανταγωνιστικό με την Κίνα και την Ινδία.

Οταν του απάντησα ότι στόχος των Κινέζων και των Ινδών είναι να ανέβουν οι δικοί τους μισθοί στο ευρωπαϊκό επίπεδο, και σε αυτό δεν βοηθά η καταβαράθρωση των ευρωπαϊκών μισθών, επέμεινε: Το κοινωνικό κράτος της Δύσης είναι το πρόβλημα.

Θα μου πείτε: Τι περιμένεις από τον Σόιμπλε και την ευρωπαϊκή Δεξιά; Ορθόν. Αυτό όμως που είναι εξωφρενικό είναι η σιωπηλή, στην πράξη, αποδοχή των μισανθρωπικών και ανορθολογικών δοξασιών των διαφόρων Σόιμπλε από την Κεντροαριστερά και την «κυβερνώσα Αριστερά».

Ακόμα κι ο νέος πρόεδρος του Eurogroup, ο Πορτογάλος υπουργός Οικονομικών μιας κυβέρνησης της Αριστεράς που εκλέχτηκε για να βάλει τέλος στη μέσω μεγαλύτερης λιτότητας ενίσχυση του ταξικού πολέμου, εμφανίζεται ως υπερασπιστής των κανόνων του Σόιμπλε.

Στη Γαλλία, ο Εμανουέλ Μακρόν υπόσχεται (κλείνοντας το μάτι στη Μέρκελ) μείωση του ποσοστού του εθνικού εισοδήματος που καταλήγει στους μισθωτούς συνολικά (σημ.: Καθώς αυτό σημαίνει ο όρος «διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας»).

Παράλληλα, στην πατρίδα μας τα κυβερνητικά στελέχη επενδύουν στο αφήγημα της ανάκαμψης που φέρνει η πιστή εφαρμογή του σοϊμπλικού προγράμματος και των επενδύσεων που, δήθεν, αυτό θα προσελκύσει.

Ακούμε έκθαμβοι τις θριαμβολογίες για τη μείωση της επίσημης ανεργίας στο 20,5% που επιτήδεια αγνοούν, από τη μία, τους χιλιάδες νέους που έριξαν πίσω τους μαύρη πέτρα ενώ, από την άλλη, παρουσιάζουν το όνειδος της αυξημένης απασχόλησης ως επιτυχία. Ποιο όνειδος;

Κοιτάξτε τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο ΕΦΚΑ: Σήμερα, αυτή τη στιγμή, 560 χιλιάδες Ελληνες και Ελληνίδες εργάζονται προς 384 ευρώ μεικτά μηνιαίως! Υπάρχει κάτι που να καταδεικνύει καλύτερα την εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου από αυτό το απλό, οικτρό στατιστικό δεδομένο;

Σε μια περίοδο που σε όλη την Ευρώπη αλλά και την Αμερική οι μισθοί συρρικνώνονται σε επίπεδα Τρίτου Κόσμου (την ώρα που οι τιμές παραμένουν αλώβητες και τα κέρδη πετυχαίνουν ιστορικά ρεκόρ στο άλμα εις ύψος)...

Σε μια περίοδο που τα εθνικά κόμματα «εξουσίας» είτε συμμετέχουν ενεργά είτε συναινούν στον ταξικό αυτό πόλεμο σπέρνοντας την αγανάκτηση μέσω του αφηγήματος της ανάκαμψης που θα φέρει η εντατικοποίηση του ταξικού πολέμου...

Σε μια περίοδο που θριαμβεύουν, ως απόρροια του βουβού ταξικού πολέμου, η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός και το δόγμα «ο καθένας για την πάρτη του» (είτε πρόκειται για άτομο είτε για έθνος)...

Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο έχει ωριμάσει η ανάγκη για ένα νέο διεθνιστικό μέτωπο εναντίον ενός καθεστώτος που ούτε καν καπιταλισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί – ενός συνδυασμού πτωχοτραπεζοκρατίας και παρεοκρατίας που χωρίς δεύτερη σκέψη ή αιδώ αντλούν γιγαντιαίο πλούτο από τους πολλούς με τρόπο που θυμίζει το πριόνισμα του κλαδιού στο οποίο κάθονται.

Ως DiEM25 θεωρούμε υποχρέωσή μας να κάνουμε το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του Ευρωπαϊκού Διεθνισμού στον δρόμο προς τις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2019. Μ’ ένα πρόγραμμα για όλη την Ευρώπη που θα έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τον επιθετικό ανορθολογισμό των απανταχού κυβερνώντων και τον ταξικό τους πόλεμο εναντίον των αδυνάτων.

Πηγή: efsyn.gr
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.