17/11/2018 14:10:40
11.1.2010

Συν & Πλην

ΠΛΗΝ

– Στον Γιάννη Χουβαρδά, όχι γιατί εκσυγχρόνισε τον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ, αλλά γιατί τοποθέτησε τη δράση του σε ίδρυμα, προφανώς ψυχιατρείο (σε ένα κακόγουστο και φτηνιάρικο σκηνικό), συμβολισμός που φοριέται πολύ τελευταία. Όμως, γιατί ο Βάνιας φτάνει να γίνεται γραφικός και να θυμίζει, στο τέλος, ολίγον από καταθλιπτικό ψυχάκια; Γιατί όλες αυτές οι ψυχολογικές προεκτάσεις των ρόλων; Αν δεχθούμε ότι κράτησε κάποιους συναισθηματικούς άξονες των ηρώων, γιατί τελικά δεν εστίασε στο προφανές και γοητευτικό στοιχείο τους και «φώτισε»(;) το «πίσω»(;) από αυτό; Προφανώς χάριν της σύγχρονης οπτικής. Αν και η παράσταση δεν είναι άμοιρη ενδιαφέροντος, υστερεί σε ρυθμό μερικές φορές και μετατρέπει το έργο σε ένα άλλο.

– Χάρη στο «Avatar» και τον «Σέρλοκ Χόλμς» οι αμερικανικές αίθουσες γνώρισαν μία από τις πιο πλούσιες εορταστικές περιόδους της ιστορίας τους. Χάρη στο «Avatar» και την «Νήσο» το ίδιο συνέβη και στις αίθουσες της Ελλάδας, που καταγράφουν σημαντική αύξηση στις εισπράξεις τους. Πέρα από την εορταστική διάθεση όμως η ουσία των προβλημάτων στην ελληνική διανομή δεν δείχνει να αλλάζει. Το κοινό ενός «καλλιτεχνικού» σινεμά συρρικνώνεται, ενώ η προσφορά μεγεθύνεται με εξοντωτικούς ρυθμούς και οι μεμονωμένες αίθουσες βλέπουν το κομμάτι της πίτας τους να μικραίνει συνεχώς και το... φλουρί να πέφτει όλο και πιο συχνά στα multiplex, εκεί όπου άλλωστε τόσο η ταινία του Τζέιμς Κάμερον όσο κι αυτή του Χρήστου Δήμα έκαναν τον συντριπτικό αριθμό των εισιτηρίων τους. Η χαρά των εορτών και των επερχόμενων Όσκαρ δυστυχώς δεν αρκεί να κρύψει τα προβλήματα ενός συστήματος που φαίνεται να βρίσκεται, παγκοσμίως αλλά ακόμη πιο επειγόντως στη χώρα μας, σε ένα σημείο ώριμο για αλλαγές κι επανεξέταση.

– Στον Στάθη Λιβαθινό, ίσως γιατί περιμέναμε πολύ περισσότερα από τον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο» που σκηνοθέτησε. Μας είχε κακομάθει με τις προηγούμενες δουλειές του και αυτή τη φορά φαίνεται σαν να του ξέφυγαν η ατμόσφαιρα του έργου, οι ευαίσθητες χορδές, η πολυεπίπεδη διάσταση των ρόλων. Δεν τον βοήθησε, σε πολλές περιπτώσεις, και η διανομή, της οποίας βεβαίως ο ίδιος ήταν υπεύθυνος…

– Ο Λευτέρης Πανταζής διαφημίζει φωτογραφική μηχανή σε ραδιοφωνικό σποτ! Μα ποιος σκέφτηκε να τον ανασύρει απ’ τα αζήτητα;

– Με πούλμαν (θα τα είδατε παρκαρισμένα μεσάνυχτα στην Ιερά Οδό) έβγαλαν τις γιορτές τα μεγάλα κέντρα της Αθήνας. Μεταφερόμενοι οπαδοί μιας συγκέντρωσης που δεν γεμίζει πια την πλατεία.

– Το κλείσιμο ενός ελληνικού φόρουμ που διακινούσε παράνομα μουσική και ταινίες και οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον των διαχειριστών του μπορεί να χαιρετίστηκαν ως σημαντική νίκη από τους φορείς που μάχονται την πειρατεία στη χώρα μας και να συνοδεύτηκε από την αναστολή λειτουργίας κάποιων άλλων site που φοβήθηκαν ότι η αστυνομία μπορεί να χτυπήσει και τη δική τους πόρτα, όμως δεν κατάφερε ν’αλλάξει απολύτως τίποτα στην πραγματικότητα. Μπορεί οι χρήστες των συγκεκριμένων ιστοτόπων να δυσκολεύτηκαν για λίγες ημέρες να βρουν όσα έψαχναν, όμως μια βόλτα στο διαδίκτυο ή σε ένα καφέ της Αθήνας θα σας φέρει αντιμέτωπους με ένα ψηφιακό αντίτυπο ή ένα DVD στο χέρι αλλοδαπού πωλητή σχεδόν όλων των ταινιών που σε λίγες εβδομάδες θα διεκδικούν ένα Όσκαρ. Πράγμα που κάνει σαφές ότι η κοντόφθαλμη λογική της τιμωρίας πρέπει να μεταμορφωθεί σε μια πιο αποτελεσματική νοοτροπία πρόληψης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ένα πιο υγιές και με οξυμένα αντανακλαστικά κύκλωμα κινηματογραφικής διανομής, καθώς και μια νόμιμη οδό προμήθειας οπτικοακουστικού υλικού από το Διαδίκτυο, που θα δώσει διέξοδο σε όσους έχουν συνηθίσει να αναζητούν τη διασκέδασή τους (και πληθαίνουν μέρα με τη μέρα) στην οθόνη του υπολογιστή.

– Στην Σμαράγδα Καρύδη, η οποία καταδικάζει τον εαυτό της να απαντά σε ερωτήσεις για τις οποίες δεν διαθέτει απάντηση. «Οι σημερινές ελληνικές κωμωδίες μοιάζουν με τις παλιές, τις βιντεοφάρσες του ’80 ή μιμούνται τις αμερικανικές;» τη ρώτησαν. «Όλα μαζί» απάντησε. Και έδωσε τη διευκρίνιση που σκοτώνει για την πρωτοτυπία της: «Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει που ξαναζωντάνεψε ο ελληνικός κινηματογράφος και ο κόσμος τον αγαπάει και πάλι και πάει και τον βλέπει».

ΣΥΝ

+ Σαρώνει η «Soul Kitchen» του Φατίχ Ακίν στις ελληνικές αίθουσες, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, μια που το μίγμα γερμανικού κινηματογραφικού know how κι ελληνικής κουζίνας και ψυχής δουλεύει άψογα σε αυτή την απολαυστική κωμωδία. Την παράσταση πάντως κλέβει ο πρωταγωνιστής και συν-σεναριογράφος Αδάμ Μπουσδούκος, κολλητός του Φατίχ και φάτσα που γράφει στην οθόνη. Όσο για το όνομά του στην ταινία; Το επώνυμο Καζαντζάκης δεν είναι δύσκολο να φανταστείτε από πού προέρχεται, το δε μικρό του, Ζήνος, αυτό «ανήκει» στον διανομέα των ταινιών του Ακίν κι επίσης φίλο του, Ζήνο Παναγιωτίδη, με τον οποίο μοιράζονται την αγάπη για το καλό φαγητό και την κοινή καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη.

+ Κεντάει ο Μανώλης Μητσιάς στις «Γραμμές». Με ένα πρόγραμμα εξαιρετικό και με τραγούδια επιλεγμένα ένα προς ένα. Ένα νυχτερινό κέντρο που λειτουργεί με όρους ψυχαγωγίας και όχι διασκέδασης. Να πάτε, θα το ευχαριστηθείτε.

+ Στον κυπριακής καταγωγής δικηγόρο Γιώργο Χατζηπιερή, για την άλλη του

ιδιότητα, εκείνη του συνθέτη παιδικών τραγουδιών. Η «Επιστροφή του τεμπέλη δράκου», ο δεύτερος δίσκος του, μόλις κυκλοφόρησε και βάζει κάτω όλα τα τηλεοπτικά «ζουζούνια» και όλα τα γιαπωνέζικα τερατάκια μαζί. Τραγούδια ευρηματικά, από εκείνα που ο γονιός βάζει να ακούσει στο αυτοκίνητο ακόμη κι αν τα πιτσιρίκια έχουν κατέβει.

+ Εναλλακτικά τραγούδια όπως το «Εξαιρέσεις» του Rous και το «Αν» της Ελεονώρας Ζουγανέλη κερδίζουν όλο και μεγαλύτερη θέση στο ραδιόφωνο και στο κοινό παρά την εγγενή δυσκολία τους να είναι «εμπορικά».

+ Στον σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλο για το ένστικτο καλλιτεχνικής αυτοσυντήρησης που τον οδήγησε στη συνεργασία με την Ελληνική Θεαμάτων, δηλαδή το εμπορικό θέατρο. «Ανάμεσα στο εξαφανίζομαι και στο γίνομαι το ντελικατέσεν τμήμα μιας εταιρείας, διάλεξα το δεύτερο», εξηγεί ρεαλιστικά. Και ανεβάζει στο Θέατρο Αλίκη τη «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ και το «Τι είδε ο μπάτλερ» του Τζο Όρτον.

+ Στον Δημοσθένη Παπαδόπουλο και την Άλκηστη Πουλοπούλου, Λοπάχιν στον «Βυσσινόκηπο» και Σόνια στον «Θείο Βάνια» αντίστοιχα, μόνο και μόνο γιατί παλεύουν επί σκηνής με ρόλους τόσο κόντρα. Χρειάζεται τόλμη και δύναμη κάτι τέτοιο. Και φυσικά πολλή δουλειά, κάτι το οποίο κανείς δεν τους το αμφισβητεί.

+ Στον Γιάννη Χουβαρδά για το φινάλε ανάτασης και τις (γαλλικές) μουσικές ανάσες στον «Θείο Βάνια», οι οποίες, αν και μερικές φορές «ξεκάρφωτες», τονίζουν φορτισμένες ψυχολογικά στιγμές των ηρώων – δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που ο Γιάννης Χουβαρδάς ακολουθεί αυτή τη σκηνοθετική λύση. Τόσος εγκλωβισμός, τόσο «πνίξιμο», τόσοι ανεκπλήρωτοι πόθοι, απαισιοδοξία, μοναξιά, πλήξη, ανία, ματαίωση, γενική φθορά, έρχονται και βαραίνουν την ατμόσφαιρα. Κάπου εκεί το «La Foule» (τραγουδά όλος ο θίασος) με τη δύναμη και τη δυναμική του ανοίγει τη βαλβίδα των αισθημάτων, «σβήνει» τον Τσέχοφ, αλλάζει την ατμόσφαιρα και το συναισθηματικό πεδίο.

+ Στην Τατιάνα Λύγαρη για τον τρόπο που διαχειρίζεται χωροταξικά το θεατρικό βαγόνι στο Τρένο στο Ρουφ, στην παράσταση «Το κολιέ της Ελένης» της Καρόλ Φρεσέτ. Μεταμορφώνει αυτόν τον ελάχιστο χώρο σε μεγάλο, σε μια πόλη της Μέσης Ανατολής. Όσο για την παράσταση, δεν ξεφεύγει από τις γνωστές σκηνοθετικές λύσεις δεδομένου του χώρου. Η ίδια η Τατιάνα Λύγαρη στο ρόλο της Ελένης καταθέτει μια συμπαθητική αλλά όχι αξιοσημείωτη ερμηνεία.

+ Στον Χρήστο Βαλαβανίδη, ο οποίος δεν μασάει τα λόγια του για πολλούς νεότερους ηθοποιούς, όχι όλους ασφαλώς. «Πολλοί έχουν ταλέντο αλλά σχεδόν κανένας δεν διαβάζει παρά μόνον το ρόλο του. Επειδή έρχονται σε επαφή με κείμενα θεατρικά νομίζουν ότι αποκτούν κουλτούρα. Δεν πάνε σε εκθέσεις, δεν διαβάζουν λογοτεχνία, ποίηση», διαπιστώνει.

+ Στη Ζυράννα Ζατέλη, γιατί δεν ξεχνά τις φράσεις άλλων που αναβοσβήνουν στο σκοτάδι του αφρισμένου πελάγους σαν φάροι. «Πάντα τριγυρίζει στο μυαλό μου», αποκάλυψε πρόσφατα, «εκείνο που είπε ο Καμί: ότι μπορεί κανείς να είναι ενάρετος από παραξενιά, από ιδιορρυθμία. Κι όχι απ’ τον φόβο της τιμωρίας δηλαδή, ή χάριν ενός ψυχρού “πρέπει”».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.