25/09/2018 09:32:21

Έργα τέχνης στο δημόσιο χώρο

 

«Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», έλεγε ο Αντισθένης και αν υιοθετούσαμε την ανωτέρω ρήση θα είχαμε αποφύγει πλήθος αποπροσανατολιστικών παρερμηνειών.  Δεν υποστηρίζουμε την πιστή ακολουθία των αρχικών σημασιών των λέξεων, αλλά τουλάχιστον ας παρακολουθούμε τις αλλαγές που σημειώθηκαν στο αρχικό τους νόημα, κατανοώντας το πώς και το γιατί.

Ένα από τα θύματα είναι η λέξη «τέχνη» στα Ελληνικά, ομοίως η  γαλλοαγγλική «art». Από τον 18ο με 19ο αιώνα χρησιμοποιείται αυτή η λέξη με διαφορετική σημασία απ’ ότι στους προηγούμενους τουλάχιστον 25 αιώνες, υπεισήλθε έκτοτε και στα λεξικά η διαφορετικής σημασίας λέξη «τεχνική». Στα Ελληνικά, από εποχής Ομήρου, η «τέχνη» προέρχεται εκ του «τίκτω» και σημαίνει την   ευφυΐα, και την επιδεξιότητα στην εργασία ή  επιτηδειότητα στο χέρι, στον Όμηρο λεγόταν για τον ναυπηγό, για   τον μάντη στον Αισχύλο και στον Σοφοκλή.  Χρησιμοποιήθηκε και με αρνητική σημασία, δηλώνοντας την  πανουργία, ως  «δολίη τέχνη». Ομοίως η «art» προήλθε από το λατινικό «ars»  που σήμαινε επιδεξιότητα και τρόπο –δηλ. επιτηδειότητα, καθώς και επάγγελμα. Επίσης και η αντίστοιχη γερμανική λέξη «Kunst» φαίνεται να προέρχεται από το «können» που σημαίνει «μπορώ», με τη σημασία της κατοχής γνώσεως και  δεξιοτεχνίας-επιτηδειότητας.

Την πρωτοκαθεδρία στην κοινωνική εκτίμηση στην αρχαία Ελλάδα είχαν οι «ελεύθερες τέχνες».  Αυτές οι τέχνες, που αποτελούσαν από την Ελλάδα μέχρι και τον μεσαίωνα το πρόγραμμα παιδείας των νέων, ήσαν η Γραμματική, η Διαλεκτική, η Ρητορική, η Αριθμητική, η Γεωμετρία, η Αστρονομία και η Μουσική. Από τις «ελεύθερες τέχνες» έπαιρναν κύρος και όσες σχετίζονταν με αυτές, όπως η φιλοσοφία, η ποίηση και όποιες θεωρούσε κανείς κάθε φορά ως σχετιζόμενες.   Στον μεσαίωνα αυτές οι «ελεύθερες τέχνες» χωρίστηκαν στο Trivium με τις τρείς ανωτέρω γλωσσικές επιστήμες και στο Quadrivium με τις ανωτέρω τέσσερεις μαθηματικές επιστήμες. Μόλις στην Αναγέννηση η ζωγραφική, μετά τις σκέψεις του Alberti και του Leonardo, έγινε αποδεκτή ως ανήκουσα  και αυτή στις «ελεύθερες τέχνες», καθ’ όσον προϋποθέτει  σύνθετες επιστημονικές γνώσεις.

Από τον 18ο-19ο όμως αιώνα και εξής, ο όρος «τέχνη» άρχισε να σημαίνει αποκλειστικά τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη μουσική, το θέατρο και ότι άλλο εμείς σήμερα αποκαλούμε τέχνη, όπου βεβαίως και εδώ παρουσιάζονται διχογνωμίες. Η γιαγιά μας, π.χ., όταν μας έλεγε «μάθε τέχνη κι’ άστηνε» δεν εννοούσε μάθε ζωγραφική ή κεραμοποιία. Εν πάση περιπτώσει, σημασία δεν έχει τόσο  η αλλαγή σημαινομένου της λέξεως «τέχνη», όσο η άγνοιά μας γι’ αυτήν την αλλαγή. 

Αν επικεντρωθούμε λοιπόν αρχικώς στο λόγο ύπαρξης και ιδιαιτέρου κύρους των τεχνών λόγου  και των μαθηματικών τεχνών και εξετάσουμε τους στόχους αυτών των επιστημών,  θα δούμε πως κύριος στόχος των τεχνών αυτών, που είχαν την πρωτοκαθεδρία στη συνείδηση των κοινωνιών,  υπήρξε η ερμηνεία του Κόσμου και η ενίσχυση της παρουσίας του ανθρώπου μέσα σε αυτόν, με την πρόσδοση σε αυτόν υπαρξιακής θέσης και ρόλου. Τα έργα που σήμερα αποκαλούμε «τέχνη», δεν ήσαν παρά οι αισθητικοποιήσεις αυτών των προσπαθειών του – εξ’ ου και η «αισθητική» όπως πρωτοεμφανίσθηκε ως όρος/κλάδος της φιλοσοφίας, στα μέσα του 18ου αιώνα από τον  θεολόγο και φιλόσοφο A.Baumgarden. Αυτή η «αισθητική» είχε ως στόχο την «ενοποίηση σε συστηματική επιστήμη των κανόνων του κάλλους», όπως έλεγε ο ίδιος ο Baumgarden, με κυριότερη την υποστήριξη πως το «κάλλος» έχει γνωστική διάσταση ή αλλιώς πως το «κάλλος» είναι η αισθητή μορφή της Αλήθειας. 

Η Τέχνη με άλλα λόγια, υπήρξε το μέσον αναζήτησης αυτής της Αλήθειας.  Με επιδίωξη να κάνει ορατές υπερεμπειρικές και υπερπροσωπικές υπαρξιακές πραγματικότητες. Είναι προφανές πως η διολίσθηση της έννοιας της Τέχνης σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε Τέχνη, συνέβη από τον 18ο αιώνα και εξής, όπου η επικράτηση της νεωτερικής φιλοσοφικής πρότασης είχε αποστερήσει από τον άνθρωπο κάθε εμβέλεια ευρύτερη της λεγόμενης φυσικής του ζωής και   αυτή η ευρύτερη εμβέλειά του αναζητείτο   σε έργα της (νέας πλέον) Τέχνης. Τα έργα Τέχνης στους δημόσιους χώρους προς αυτό απέβλεπαν. Σε μεγάλο βαθμό το πετύχαιναν, όπως παλαιότερα. Μη ξεχνάμε πως στα προ-νεωτερικά χρόνια, τα έργα Τέχνης ήταν τα best sellers των εποχών τους. Συλλογικό στόχο ικανοποιούσαν οι Πυραμίδες,  η Ακρόπολις των Αθηνών και η Αγία Σοφία, αλλά και τα αγάλματα που σημασιοδοτούσαν τους κοινόχρηστους χώρους. Θρυλείται πως ο   αγαλματοποιός (όρος Αριστοτέλη) Σκόπας κρυβόταν πίσω από τα έργα του για να ακούσει τη γνώμη του κόσμου και μετά να πάει να τα διορθώσει.

Το θέμα ενός κάποιου ακριβέστερου ορισμού της Τέχνης πάντως, παραμένει έκτοτε ασαφές, καθόσον  οι κοινωνίες σήμερα στερούνται  υπαρξιακών βεβαιοτήτων   και υπαρξιακών συλλογικών στόχων. Έτσι, ο κάθε «ελεύθερος σκοπευτής» Τέχνης,   προτείνει νέες ιδέες και   αναζητά υπαρξιακά θεμέλια,   στην καλλίτερη περίπτωση ενταγμένος σε κάποιο πνευματικό κίνημα –όλα τα μανιφέστα των καλλιτεχνικών κινημάτων του 20ου αιώνα ήσαν κατ’ ουσίαν φιλοσοφικές προτάσεις,  ενώ στη χειρότερη,  συμμετέχει στο παιχνίδι του εφήμερου, ενταγμένος σε  νεωτερικές χίμαιρες ή σε εμπορικά τερτίπια. Έτσι, είναι ζήτημα δυσεπίλυτο το αν αυτά που κάνει, ιδιαιτέρως όταν σημασιοδοτούν δημόσιους χώρους, πραγματικά απηχούν συλλογικούς στόχους ή αποτελούν φιλοσοφικές προτάσεις άξιες λόγου. Στη Γαλλία π.χ., φροντίζουν γι’ αυτό, όταν   σοβαρές φιλοσοφικές συζητήσεις προηγούνται των μεγάλων αρχιτεκτονικών έργων του Παρισιού –παλαιότερα ο  Le Corbusier έλεγε πως «το σπίτι είναι μια μηχανή του κατοικείν» σήμερα κατάλαβαν πως «η αρχιτεκτονική είναι μια μηχανή Σκέψης» και αυτό κάνουν.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα, είναι ότι, όπως έλεγε ο Σαββόπουλος, «οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες, γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών», συμπεριλαμβανομένων και των   κριτικών τέχνης, που αυτοχρίζονται ειδικότεροι όλων των υπολοίπων  ή προωθούνται ως τέτοιοι.  Αλλά αυτό απαιτεί ιδιαίτερη εξέταση που δεν είναι του παρόντος. Σίγουρα πάντως οι απόψεις «η Τέχνη για την Τέχνη» ή το  «για να εκτιμήσεις το έργο τέχνης πρέπει να είσαι μορφωμένος και ειδικός»,  είναι  απολύτως αμόρφωτες και ανιστόρητες. Ομοίως και η άκριτη  πίστη μας στον «καλλιτέχνη». Δεν είναι θεοί που πρέπει να ενσκήπτουμε στις προτάσεις τους ως αποκαλυπτικές ανώτερων Αληθειών, ουδέποτε υπήρξαν οι καλλιτέχνες κάτι τέτοιο.  Παραγγελίες έπαιρναν και μετέφεραν εντέχνως τα νοήματα που τους όριζαν, είτε αυτοί που παράγγελναν τα έργα, είτε τα πνευματικά κινήματα στα οποία ήσαν ενταγμένοι . Δεν αμφιβάλω για την άποψη του Bergson πως από το «απρόβλεπτο και ακαθόριστο της καλλιτεχνικής στιγμής» μπορεί να προσεγγιστούν ανώτερες Αλήθειες, αλλά μη το παρακάνουμε.

Όπως έγινε φανερό, τα ανωτέρω εγράφησαν επί τη ευκαιρία τους κόκκινου αγάλματος του Φαλήρου. Από τη συνολικότερη σύγχυση πάντως, ενοχλούμαι περισσότερο από τους «τζιχαντιστές» που το βανδάλισαν.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.