18/10/2018 09:31:06
2.4.2018 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2014 στις 29-03-2018

Η Bic generation του Λαζόγκα

Η Bic generation του Λαζόγκα  - Media
 
Γιώργος Λαζόγκας 
Το Τυχαίο ως Μέθοδος
Έκδοση: Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης 
Σελ.: 320 
Τιμή: 20 ευρώ
 
Την Πέμπτη 29 Μαρτίου, παρουσιάστηκε στο ΕΜΣΤ (ΦΙΞ), στις 18.30, το βιβλίο του γνωστού εικαστικού Γιώργου Λαζόγκα, «Το Τυχαίο ως Μέθοδος». Για το βιβλίο και το έργο του μίλησαν οι Βασίλης Βασιλικός, συγγραφέας, Κατερίνα Κοσκινά, κριτικός τέχνης, Γιώργος Ξηροπαΐδης, καθηγητής Θεωρίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ, και ο πρύτανης της σχολής Πάνος Χαραλάμπους
 
Γίνεται να μεθοδευτεί το τυχαίο; Κι αν ναι, τότε δεν χάνει τον χαρακτήρα του; Αυτό πραγματεύεται ο ομότιμος καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Γιώργος Λαζόγκας σε ένα κεφάλαιο της δοκιμιακού τύπου και ταυτόχρονα βιωματικής αυτοβιογραφίας του. 
 
Στο «Τυχαίο ως Μέθοδος» ο καλλιτέχνης καταγράφει την περιπέτεια σαράντα οκτώ χρόνων στα χρώματα, τις φόρμες, τις γραμμές, σε μια Ελλάδα που με δυσκολία άρθρωνε λόγο στη σύγχρονη ζωγραφική και μάλλον τη θεωρούσε απαγορευτική στη διάρκεια του 20ού αιώνα, ο οποίος εκπνέει κατά τη γνώμη του «πριν της ώρας του, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Μετά το ’80 ό,τι συνέβαινε, έμοιαζε με τον γύρο του θανάτου ή πιο σωστά εκείνου που θεωρήθηκε πρωτοπορία», καθώς η καινοτομία έπαιρνε τη θέση της πρωτοπορίας με το ανάλογο στασίδι στην αγορά και τις απαιτήσεις υποταγής στις νέες πραγματικότητες. Οι παλιοί κανόνες καταλύονταν και οι καλλιτέχνες καταγίνονταν με κάτι που προ πολλού είχε εκλείψει, ενώ οι προσωπικές ουτοπίες, ασθενικές και μοναχικές, υπάκουαν στα κελεύσματα της νέας εποχής για να επιβιώσουν. 
 
Γεννήθηκε στη Λάρισα, σπούδασε αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη, εργάστηκε για οκτώ χρόνια στο Παρίσι και επέστρεψε όταν η έννοια του «κέντρου», όπως την εννοούσαν στα χρόνια του ’70, ανακαλέστηκε από τις αγορές, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. 
 
Ο Λαζόγκας, όπως υπογραμμίζει, αρνείται να διαγράψει το παρελθόν, κάτι που επιζητά η νέα εποχή, ιδιαίτερα στη σύγχρονη τέχνη και συνεχίζει να επαναδιατυπώνει το χτες σ’ ένα παλίμψηστο χρόνου. Η Νίκη της Σαμοθράκης γίνεται η «Πικρή Νίκη» του σήμερα στο έργο του «Έρως θάνατος». «Προσωπικά αν κατάφερα κάτι, περιέχει παρελθόν. Ουδέποτε εγκατέλειψα αυτή την ανάγνωση στη δουλειά και στη ζωή μου». 
 
Η αβεβαιότητα των πρώτων χρόνων του εικοστού πρώτου αιώνα με την εντύπωση ότι τίποτε νέο δεν προκύπτει, κωδικοποιήθηκε στο ενθουσιώδες σλόγκαν «τέλος εποχής», που εννοούσε τέλος στα κινήματα και τις συλλογικές ουτοπίες. Ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα; Ο ζωγράφος, παιδί της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, διατηρώντας το αίσθημα του κληρονόμου των μεγάλων κινημάτων της τέχνης, συνέχισε να αναζητά τη μεγάλη χειρονομία, τη βαθιά σκέψη και το ατελεύτητο αίσθημα, οπότε εξακολουθούσε να θεωρεί το χτες συνέχεια στο σήμερα. 
Με διάθεση αυτοσαρκασμού αλλά και προβολής των νέων υλικών της δικής του γενιάς, λέει: «Είμαστε η Bic generation. Στο δημοτικό έπαψα να γράφω με κονδυλοφόρο, το bic είχε μπει στη ζωή μας και λίγο αργότερα στη ζωγραφική μου». Δεν το εγκατέλειψε ώς σήμερα αξιοποιώντας το σε μια σειρά σχεδίων. 
 
Επιμένοντας στην τελετουργία, ως βασική διαδικασία στο έργο τέχνης, καθώς «ξορκίζει συμβατικότητες και δίνει προτεραιότητα στο ένστικτο», και ταυτόχρονα πιστεύοντας στη βιωματική ζωγραφική, αναδεικνύει το ίχνος, το ελάχιστο, το παλίμψηστο, ως τη νέα συνολική εικόνα. «Το μέρος είναι το όλον» διακηρύσσει, αντιστεκόμενος στην ισοπέδωση που φέρνει η μαζική κατανάλωση της «συνολικής εικόνας» που ευαγγελίζεται η τεχνολογία και η νέα εποχή και η οποία είναι ψευδής ή, πιο σωστά, δεν υπάρχει πια.
 
Επιστρέφει στα παιδικά χρόνια όταν ανακάλυπτε το γυναικείο σώμα στις πρώτες ερωτικές εμπειρίες. «Έχω προσέξει ότι τα κακόφημα σπίτια στις πόλεις βρίσκονται σε δρόμους με μυθολογικές ονομασίες. Στον Κεραμεικό για παράδειγμα είναι η οδός Ιάσωνος, στη Λάρισα ήταν γωνία Κενταύρων και Ηφαίστου. Καλοκαίρι του ’56-’57 στην αυλή του οίκου ανοχής δίπλα στο ποτάμι, βλέπω τις γυναίκες και είναι σαν να συναντώ τη Σαρακίνα (8 ½ του Φελίνι) και τη Βαυβώ (Μαινάδα στην υπηρεσία της θεάς Δήμητρας). Παιδιά τότε, η περιέργεια μας οδηγεί στη μισάνοιχτη πόρτα της μικρής αυλής. Στο κέντρο μια κληματαριά και πάνω στο σανιδένιο τραπέζι, κάτω από τα ξύλινα χαγιάτια, μια νέα χορεύει ημίγυμνη, ενώ ακούγεται ένα τραγούδι της Νίνου. Γίνομαι θεατής της έκστασής μου. Αν δεν υπήρχε το γυναικείο σώμα, δεν θα ζωγράφιζα».
 
Στο «Τυχαίο ως Μέθοδος», ο Γιώργος Λαζόγκας περιδιαβαίνει με ένα καθαρό και λιτό ύφος, οικείο στον αναγνώστη, τα μεταπολεμικά χρόνια ώς σήμερα, καταγράφοντας την περιπέτεια της γραμμής και του δικού του προσωπικού στοιχήματος στη σύγχρονη τέχνη, που ξεκινά από τα επτά του χρόνια ως βοηθού σε έναν ζωγράφο και φίλο του πατέρα του. «Ετοίμαζα την αλευρόκολλα, καθάριζα τα πινέλα, ανακάτευα τα χρώματα», σημειώνει, «λίγο αργότερα θα φτιάξω την πρώτη ρεπροντουξιόν, την οποία όλοι θα θαυμάσουν» αλλά ουδείς φανταζόταν τότε ότι θα ακολουθήσει τη ζωγραφική ως επάγγελμα. Καθυστέρησε λοιπόν την επανάσταση, προκειμένου να ικανοποιήσει τους γονείς του, και μπαίνει στο Πολυτεχνείο. Ακολουθεί η είσοδος στους Λαμπράκηδες, οι διώξεις, η διπλωμένη «Αυγή» κάτω από τη μασχάλη. 
 
Ζει στη Θεσσαλονίκη με τις τοπικιστικές ανασφάλειες και τους ανοιχτούς ορίζοντες σε αντίθεση με το «αττικό κλίμα» της Αθήνας. Συνταιριάζει το οικείο με τη ρήξη κι «ενώ», όπως λέει, «μοιάζει να κατακτήθηκε η ποθητή ελευθερία, του καλλιτέχνη, καθώς άσχημα και ωραία νομιμοποιούνται χωρίς δεύτερη σκέψη, αναρωτιέμαι μήπως η μη εικόνα, η μέτρια εικόνα ή η κακή εικόνα και ό,τι αποκαλείται “μη ζωγραφική”, είναι μέρος της νέας εικαστικής πραγματικότητας». 
 
Στον πρόλογο της έκδοσης, η Κατερίνα Κοσκινά, διευθύντρια του ΕΜΣΤ, αποτιμά το συνολικό έργο του ζωγράφου. 
 
Το «Τυχαίο ως Μέθοδος» είναι έκδοση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και κυκλοφορεί σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.