22/07/2018 13:40:59

Πιο χαμηλά, πιο χαμηλά

Πιο χαμηλά, πιο χαμηλά - Media

 

Διαρκώς χειροτερεύει η θέση της χώρας μας στην Ε.Ε. σε επίπεδο ευημερίας και ανάπτυξης. Από το κακό στο χειρότερο πηγαίνουν κάθε χρόνο οι επιδόσεις της Ελλάδας στην ευημερία, την ανάπτυξη και την κατανάλωση, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μάλιστα τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Ελλάδα καταγράφει το 2017 τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., δηλαδή 1,4% έναντι 2,3% του μέσου όρου στην Ευρωζώνη...

Ηεικόνα αυτή βέβαια που περιγράφει η έκθεση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης, αλλά δυστυχώς αυτή η αλήθεια καταγράφεται και από την πραγματική οικονομία και όλα όσα βιώνουμε στην καθη-μερινότητά μας. Όπως είναι λογικό, η απόκλιση της οικονομικής μεγέθυνσης της Ελλάδας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. οφείλεται κατά βάση στην ισχνή ιδιωτική κατανάλωση, η οποία το 2017 αυξήθηκε μόνο κατά 0,1%, την ίδια ώρα που η μέση αύξηση στα υπόλοιπα κράτη του ευρώ διαμορφώνεται στο 1,6%.

Από την άλλη πλευρά, η ιδιωτική κατανάλωση ήταν η κινητήριος δύναμη για κράτη όπως η Ιρλανδία (επίδοση πάνω από 3% τα προηγούμενα χρόνια), η Πορτογαλία (2,2%) και η Ισπανία (2,4%).

Τα πράγματα όμως για τη χώρα μας δεν πηγαίνουν ανάποδα μόνο στην ιδιωτική κατανάλωση, αλλά και στην κρατική, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την έκθεση, συρρικνώθηκε κατά 1,1% στην Ελλάδα, όταν στην Ευρωζώνη κατά μέσον όρο οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 1,2%. Στην Ιρλανδία η αύξηση είναι πάνω από 5%, αλλά και στην Κύπρο καταγράφεται αύξηση της κρατικής κατανάλωση κατά 2,7%.

Χάσμα στον ατομικό πλούτο

Οι χαμηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί παρασύρουν και τις τιμές του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο στην Ελλάδα παραμένει στα χαμηλότερα επίπεδα, ενώ παράλληλα διευρύνεται το χάσμα με τις υπόλοιπες χώρες - μέλη της Ε.Ε.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΕΚΤ, κατά μέσον όρο σε κάθε Έλληνα αντιστοιχεί εισόδημα 19.900 ευρώ τον χρόνο (κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές και προσαρμοσμένο με βάση το κόστος ζωής), έναντι 54.600 ευρώ για κάθε Ιρλανδό (σ.σ.: προ κρίσης ο μέσος Ιρλανδός ζούσε με 30.800 ευρώ).

Στην Ελλάδα προ κρίσης (1999-2008) αντιστοιχούσαν σε μέσα επίπεδα 20.400 ευρώ σε κάθε πολίτη. Στην Πορτογαλία το μέσο εισόδημα είναι στα 23.100 ευρώ, έναντι 18.100 ευρώ προ κρίσης. Στην Κύπρο το μέσο εισόδημα είναι 24.600 ευρώ έναντι 29.900 ευρώ προ κρίσης. Κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη το μέσο εισόδημα σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 31.700 ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις, έναντι 24.300 ευρώ προ κρίσης. Μάλιστα την Ελλάδα πλέον πλησιάζουν χώρες όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, που κατέγραψαν τα προηγούμενα χρόνια ταχύτατη σύγκλιση.

Η απασχόληση σημείωσε άνοδο 1,6%, ενώ χαρακτηριστική ήταν η υψηλή συμμετοχή των γυναικών και των μεγαλύτερων ηλικιακά ατόμων στην αγορά εργασίας. Αντίστοιχα, η ανεργία έπεσε στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων εννέα ετών, ενώ συνολικά, από τα μέσα του 2013 μέχρι σήμερα, δημιουργήθηκαν 7,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, αντισταθμίζοντας τις θέσεις που χάθηκαν κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Παράλληλα, οι τράπεζες της Ευρωζώνης μείωσαν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από το 8% που ήταν το 2014 στο 5,2% το τρίτο τρίμηνο του 2017. Τα «κόκκινα» δάνεια μειώθηκαν κατά 119 δισ. ευρώ στα πρώτα τρία τρίμηνα του 2017, ενώ κρίνονται απαραίτητες περαιτέρω κινήσεις για τη μείωση του μεγάλου όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Καλά σημάδια στην Ευρωζώνη

Όσον αφορά την προσεχή περίοδο, η ΕΚΤ αναμένει ότι ο ρυθμός της οικονομικής επέκτασης θα παραμείνει ισχυρός.

«Ενώ εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι ο πληθωρισμός θα συγκλίνει προς τον μεσοπρόθεσμο στόχο μας, υπάρχουν ακόμη αβεβαιότητες σχετικά με τον βαθμό υποχρησιμοποίησης των πόρων στην οικονομία. Ως εκ τούτου εξακολουθεί να είναι αναγκαία η άσκηση νομισματικής πολιτικής που χαρακτηρίζεται από υπομονή, επιμονή και σύνεση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο πληθωρισμός θα επανέλθει σε επίπεδα συμβατά με τον στόχο μας» επισημαίνει ο Μάριο Ντράγκι.

Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής οικονομολόγος Πίτερ Πράετ ανέφερε ότι δεν βλέπει λόγο να αλλάξει το οικονομικό outlook της ΕΚΤ. Από την πλευρά του ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Βίτορ Κονστάνσιο, ο οποίος παρουσίασε την έκθεση στο Ευρωκοινοβούλιο, ανέφερε πως οι πιέσεις στις τιμές θα αυξηθούν σταδιακά και ότι οι αξιωματούχοι πρέπει να επαγρυπνούν, ώστε να μην εκτροχιαστούν αυτές οι εξελίξεις. Τον Μάρτιο, η ΕΚΤ αναβάθμισε τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη στο 2,4%.

Προβλήματα στις τράπεζες Υποτονικές, όμως, χαρακτηρίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τις προοπτικές του τραπεζικού τομέα στην ετήσια έκθεσή της για το 2017, επαναλαμβάνοντας την ανάγκη λήψης πρόσθετων πρωτοβουλιών για το ζήτημα των «κόκκινων» δανείων.

Μεταξύ των λύσεων που προκρίνει περιλαμβάνεται και η συνεπένδυση ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στην αγορά των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική. Επιπλέον υπογραμμίζει την ανάγκη για διασυνοριακές συγχωνεύσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε να επιταχυνθεί τουλάχιστον στη λιανική τραπεζική η ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου.

Όπως αναφέρει η ΕΚΤ, οι αμφιβολίες των αγορών για το χρηματοπιστωτικό σύστημα αντανακλώνται και στις σχετικά χαμηλές τιμές των μετοχών της ζώνης του ευρώ, καθώς η αγοραία αξία των τραπεζών της ζώνης του ευρώ παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τη λογιστική αξία τους. Η κατάσταση αυτή σχετίζεται, σύμφωνα με την έκθεση, με δύο κυρίως παράγοντες:

♦ Πρώτον, ορισμένες διαρθρωτικές προκλήσεις συνέχισαν να επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα κόστους πολλών τραπεζών της ζώνης του ευρώ και τις δυνατότητες διαφοροποίησης των πηγών εσόδων τους.

♦Δεύτερον, παρ’ ότι πραγματοποιήθηκε σημαντική πρόοδος κατά τη διάρκεια του έτους για την αντιμετώπιση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), η πρόοδος αυτή ήταν άνιση μεταξύ τραπεζών και χωρών, καθώς κάποιες υστέρησαν.

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι υψηλοί λόγοι μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολούθησαν να ασκούν πιέσεις στην κερδοφορία των τραπεζών - τόσο άμεσα με τον σχηματισμό υψηλών προβλέψεων όσο και έμμεσα, καθώς τα ΜΕΔ δεσμεύουν πόρους του ισολογισμού.

Η ΕΚΤ συνέβαλε στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των εναπομε-νουσών προκλήσεων στον τραπεζικό τομέα. Για παράδειγμα, μια πλατφόρμα συναλλαγών για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα μπορούσε να συμβάλει στην ταχύτερη εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, σημειώνει η ΕΚΤ. Ομοίως η από κοινού πραγματοποίηση επενδύσεων από τον ιδιωτικό τομέα και το Δημόσιο (τηρουμένων των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις) θα μπορούσε να μειώσει τις ασυμμετρίες πληροφόρησης μεταξύ δυνητικών αγοραστών και πωλητών μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Όσον αφορά τις διαρθρωτικές προκλήσεις, η περαιτέρω αναδιάρθρωση και ψηφιοποίηση του τραπεζικού τομέα θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας κόστους.

Οι προσπάθειες μείωσης του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στην αύξηση της διασυνοριακής τραπεζικής δραστηριότητας, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση των πηγών εσόδων. Ιδίως οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ενοποίηση σε επίπεδο λιανικής τραπεζικής, εκτιμά η ευρωτράπεζα.

Οι οικονομολόγοι της τονίζουν ότι η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, καθώς και άλλα μέτρα πολιτικής στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως η εναρμόνιση της φορολογίας και των κανόνων αφερεγγυότητας, θα ήταν χρήσιμα από αυτή την άποψη.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.