15/12/2018 17:09:52
19.4.2018 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2017 στις 19-4-2018

«Ασαφής και ασυνεπής» η στρατηγική του Τραμπ

Μήνυμα Τραμπ στον Κιμ: Αν θέλεις συνάντηση, είμαστε έτοιμοι - Media

 

Η στρατιωτική επίθεση στη Συρία επιβλήθηκε από τους στρατηγούς

 

Στα τέλη Μαρτίου ο Ντόναλντ Τραμπ προέβη σε μια «επιπόλαιη» δήλωση, η οποία προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων εντός και εκτός Ηνωμένων Πολιτειών. Συγκεκριμένα, στις 28 Μαρτίου, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Οχάιο, ανακοίνωσε ότι: «Θα αποχωρήσουμε από τη Συρία πολύ σύντομα. Ας αφήσουμε άλλους να τη φροντίσουν τώρα. Πολύ σύντομα αποχωρούμε. Θα επιστρέψουμε στη χώρα μας, όπου ανήκουμε...». Επιπρόσθετα ζήτησε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να παγώσει πόρους άνω των 200 εκατομμυρίων ευρώ, οι οποίοι προορίζονταν για την ανοικοδόμηση των συριακών περιοχών που ανακαταλήφθηκαν από το Ισλαμικό Κράτος.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η δήλωση προκάλεσε αμέσως την αντίδραση των αξιωματούχων του αμερικανικού Πενταγώνου, οι οποίοι θεωρούν ότι η μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους δεν έχει ολοκληρωθεί. Αντίδραση είχαμε και από τη γαλλική πλευρά, καθ’ ότι η Γαλλία είχε αποφασίσει να αυξήσει τη στρατιωτική της παρουσία στη Συρία προκειμένου να ενισχύσει τον υπό αμερικανική διοίκηση δυτικό στρατιωτικό συνασπισμό.

Ο Αμερικανός πρόεδρος διερωτάται «για ποιο λόγο τα αμερικανικά στρατεύματα θα πρέπει να παραμείνουν στη Συρία τη στιγμή που το Ισλαμικό Κράτος έχει απολέσει το 98% των εδαφών του;». Την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα ανέλαβαν να δώσουν οι αξιωματούχοι του αμερικανικού πενταγώνου. Δηλαδή, να εξηγήσουν στον Τραμπ για ποιους λόγους θα έπρεπε να συνεχιστεί και όχι να τερματιστεί η αμερικανική στρατηγική στη Συρία, που είχε χαραχθεί επί εποχής Ομπάμα.

Αναπάντητα ερωτήματα

Με αυτές τις δηλώσεις ο Τραμπ πέρασε ένα λάθος μήνυμα στη ρωσο-σιιτική πλευρά (Ρωσία, αλαουιτικό καθεστώς της Συρίας, Ιράν και Χεζμπολάχ) και την Τουρκία. Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί η ευκαιρία που θα έδινε τη δυνατότητα στους Αμερικανούς να καταστήσουν σαφές ότι δεν εγκαταλείπουν το συριακό μέτωπο και τη στρατηγική τους στη Συρία.

Πράγματι, λίγες ημέρες αργότερα (8 Απριλίου), η διεξαγωγή της χημικής επίθεσης στην Ντούμα, τελευταίο προπύργιο των ανταρτών στις πύλες της συριακής πρωτεύουσας, που προκάλεσε δεκάδες θανάτους, λειτούργησε ως αφορμή και όχι ως αιτία για το αμερικανικό Πεντάγωνο να σχεδιάσει και να διεξαγάγει, στις 13 Απριλίου, την πυραυλική επίθεση κατά των χημικών εγκαταστάσεων του Άσαντ. Επρόκειτο για μια στρατιωτική επιθετική επιχείρηση, η οποία δεν προκάλεσε σημαντικές απώλειες, αλλά είχε στόχο να καταδείξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους παραμένουν προσηλωμένοι στην εφαρμογή της στρατηγικής που χαράχθηκε επί κυβέρνησης Ομπάμα.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η εξωτερική πολιτική που ασκεί ο Αμερικανός πρόεδρος στη Συρία προκαλεί σύγχυση τόσο στους συμμάχους όσο και στους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών. Καθόλου άδικα, η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ασαφής και ασυνεπής».

Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ότι «ο ίδιος έπεισε τον Αμερικανό πρόεδρο να παραμείνουν τα στρατεύματα των ΗΠΑ στη Συρία», ότι «θα έπρεπε τα πλήγματα να περιοριστούν στα χημικά όπλα» και ότι «ήταν απαραίτητο να διατηρηθεί ο διάλογος με τη Ρωσία, το Ιράν και την Τουρκία, με στόχο τη διευθέτηση της συριακής κρίσης».

Ωστόσο, δύο ημέρες μετά τους βομβαρδισμούς εναντίον συριακών στόχων, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Σάρα Σάντερς έσπευσε να επισημάνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να επιθυμεί την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία «το συντομότερο δυνατόν».

Εύλογα προκύπτουν αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τις προθέσεις του Λευκού Οίκου και τη στρατηγική που προτίθενται να εφαρμόσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Συρία:

● «Θα παραμείνουν ή όχι οι περίπου 2.000 Αμερικανοί στρατιώτες στο συριακό μέτωπο;».

● «Ποιος λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις στην Ουάσιγκτον;».

● «Ο Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να ζητήσει την παραίτηση του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Τζιμ Μάτις ή και του αρχηγού του επιτελείου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων Τζο Ντάνφορντ;».

Τέσσερις εκκρεμείς στόχοι

Αυτά τα ερωτήματα απασχολούν σοβαρά τους Αμερικανούς αξιωματούχους και γι’ αυτό αρκετοί βουλευτές ασκούν πιέσεις στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προκειμένου να τους προσκομιστούν περισσότερες πληροφορίες για την πολιτική που ακολουθεί για τη Συρία, ιδιαίτερα μετά τις αεροπορικές επιδρομές του περασμένου Σαββάτου.

Η στρατηγική της κυβέρνησης Ομπάμα για τη Συρία είχε θέσει ως πρώτο στόχο τη διάλυση του Ισλαμικού Κράτους. Ο δεύτερος στόχος περιλάμβανε δύο φάσεις. Η πρώτη αφορούσε στον διαχωρισμό και την περιθωριοποίηση των τζιχαντιστικών οργανώσεων από τις υπόλοιπες μετριοπαθείς σουνιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, ενώ η δεύτερη φάση αφορούσε στην υποστήριξη, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, της σουνιτικής αντιπολίτευσης.

Ο τρίτος στόχος, τον οποίο είχε θέσει η Ουάσιγκτον σχεδόν από την έναρξη του συριακού εμφύλιου, χωρίς ωστόσο θετικά αποτελέσματα, περιλάμβανε την απομάκρυνση του Άσαντ από την εξουσία. Η Ουάσιγκτον ευελπιστούσε να προχωρήσει και στον τέταρτο στόχο της υψηλής στρατηγικής της, που δεν θα ήταν άλλος από το να οδηγήσει τους αλαουίτες, τους σουνίτες και τους Κούρδους της Συρίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων (διπλωματική στρατηγική). Η αλαουιτική κοινότητα (περίπου 12% του συνολικού πληθυσμού της Συρίας) απαλλαγμένη από τον Μπασάρ Αλ Άσαντ και η συριακή αντιπολίτευση απαλλαγμένη από τους τζιχαντιστές, μαζί με τη συριακή κουρδική κοινότητα, να διαπραγματευθούν για το μέλλον της Συρίας.

Επειδή, όμως, η συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των αλαουιτών και των σουνιτών χαρακτηριζόταν πλέον ως μη αναστρέψιμη, η μοναδική πιθανή εξέλιξη, αν και εξαιρετικά φιλόδοξη, ειδικά μετά τη δυναμική εμπλοκή της Ρωσίας, θα ήταν μια συμφωνία για τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας δύο ή τριών αυτόνομων περιοχών (σιίτες στη δυτική Συρία, σουνίτες στην ανατολική και Σύριοι Κούρδοι στις βόρειες περιοχές). Εξέλιξη στην οποία διαφωνούσε και συνεχίζει να διαφωνεί κάθετα η Άγκυρα.

Πέραν αυτών, ο Λευκός Οίκος στόχευε στην απομάκρυνση των ιρανικών στρατευμάτων και των μαχητών της στρατιωτικής πτέρυγας της Χεζμπολάχ από τη Συρία, αλλά και την καταστροφή των εγκαταστάσεων παραγωγής χημικών όπλων του Άσαντ.

Το βέβαιο είναι ότι, στην παρούσα φάση, τόσο η ηγεσία του αμερικανικού Πενταγώνου όσο και ορισμένες κυβερνήσεις των χωρών που συμμετέχουν στον δυτικό στρατιωτικό συνασπισμό επιχειρούν να πείσουν τον Αμερικανό πρόεδρο για την αναγκαιότητα της εφαρμογής της στρατηγικής για τη Συρία (με ορισμένες τροποποιήσεις), η οποία είχε χαραχθεί επί εποχής Ομπάμα. Ωστόσο οι αποφάσεις που θα λάβει ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένουν μείζον αναπάντητο ερώτημα.

Του Βασίλη Γιαννακόπουλου, γεωστρατηγικού αναλυτή (geostrategical@yahoo.gr)

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.