19/09/2018 18:58:27
26.4.2018 / ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2018 στις 26-4-2018

Οι πονοκέφαλοι της «υπεραπόδοσης»

Οι πονοκέφαλοι της «υπεραπόδοσης» - Media

 

Τα μηνύματα των θεσμών αναμένεται να μεταφέρει στην ελληνική κυβέρνηση σήμερα ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, όπου θα έχει συνάντηση με τον πρωθυπουργό, ενώ θα πραγματοποιήσει ομιλία στη Βουλή.

Στην κυβέρνηση η επίσκεψη Γιούνκερ – και δη μία μέρα πριν από το Eurogroup στη Σόφια, όπου θα παρουσιαστεί το ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο – αντιμετωπίζεται ως «μία κίνηση υψηλού συμβολισμού για τη στήριξη της επιτροπής στην πορεία εξόδου της χώρας από τα μνημόνιαύστερα από οκτώ χρόνια».

Επί της ουσίας, στην κυβέρνηση αναμένουν ότι ο πρόεδρος της Κομισιόν θα υπογραμμίσει την ευρωπαϊκή στήριξη στην κυβερνητική προσπάθεια και στην προοπτική της «καθαρής εξόδου». Υπενθυμίζεται ότι στην ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επέμεινε στην «καθαρή έξοδο» και διέψευσε σενάρια παράτασης του προγράμματος και πιστοληπτικής γραμμής.

Η επίσκεψη Γιούνκερ

Στην ατζέντα των συζητήσεων βρίσκεται το πακέτο της οικονομίας, δηλαδή η γρήγορη ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης στο Eurogroup του Ιουνίου, το ζήτημα του χρέους – ο πρόεδρος της Κομισιόν αναμένεται να ενημερώσει τον Αλέξη Τσίπρα πώς διαμορφώνεται η συζήτηση μεταξύ Ευρωπαίων - ΔΝΤ, μετά και το Washinghton Group – και το μεταμνημονιακό πρόγραμμα εποπτείας.

Το ερώτημα σχετικά με αυτά που θα πει ο Γιούνκερ είναι αν εκτός από κάποιες αναμενόμενες συστάσεις για επιτάχυνση ώστε να κλείσουν όλα τον Ιούνιο, πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες θα δείξει στην κατεύθυνση ενός αυστηρού πλαισίου εποπτείας και θα μεταφέρει μηνύματα κατά της «παροχολογίας» εν όψει εκλογών, όποτε κι αν αυτές γίνουν.

Από ελληνικής πλευράς, πάντως, θα τεθεί η ανάγκη υλοποίησης των δεσμεύσεων των εταίρων για τη βιωσιμότητα του χρέους στη βάση της απόφασης του EG του Ιουλίου του 2017 καθώς και η ανάγκη η μεταμνημονιακή εποπτεία της Ελλάδας να βασίζεται σε καθεστώς αντίστοιχο με αυτά στα οποία υπήχθησαν όλα τα κράτη - μέλη της Ε.Ε. που εξήλθαν από αντίστοιχα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Ως γνωστόν, η κυβέρνηση διεκδικεί να μην αντιμετωπιστεί σαν ειδική περίπτωση, αλλά να συμφωνηθεί ένα «κανονικό» ή τυπικό πρόγραμμα εποπτείας, όπως αυτά της Κύπρου και της Πορτογαλίας, που θα της επιτρέπει «βαθμούς ελευθερίας» στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής και που στην τελική ευθεία για τις εκλογές θα δίνει δημοσιονομικό χώρο για ελαφρύνσεις – ήδη η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει σχετική ρητορική και φωτογραφίζει εξαγγελίες για διόρθωση αδικιών σε όσους επωμίστηκαν τα βάρη, δηλαδή σε ασθενέστερους οικονομικά αλλά και σε ελεύθερους επαγγελματίες.

Στην ατζέντα θα βρεθούν και οι πρωτοβουλίες για τη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, καθώς οι θέσεις της Κομισιόν βρίσκονται πολύ κοντά στις αντίστοιχες ελληνικές θέσεις για εκδημοκρατισμό της Ευρωζώνης μέσα από ενεργότερο ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου στον έλεγχο των αποφάσεων, τερματισμό της λιτότητας και στροφή σε πρωτοβουλίες με αναπτυξιακό και κοινωνικό πρόσημο με έμφαση στην καταπολέμηση της ανεργίας.

Επίσης πέραν της οικονομίας, επί τάπητος θα τεθούν και ζητήματα των περιφερειακών εξελίξεων (Τουρκία και Δυτικά Βαλκάνια), των ευρωτουρκικών σχέσεων καθώς και του προσφυγικού. Ειδικότερα, κατά το τετ α τετ με τον Έλληνα πρωθυπουργό ο πρόεδρος της Κομισιόν αναμένεται να μεταφέρει τόσο το κλίμα όσο και το περιεχόμενο των όσων συζητήθηκαν στη Βάρνα για το Αιγαίο, την κυπριακή ΑΟΖ και το θέμα των δύο στρατιωτικών μεταξύ του ιδίου του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ και του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν. Άλλωστε, όπως έχει αφήσει να εννοηθεί η τουρκική πλευρά, στο πλαίσιο των συνομιλιών στη Βάρνα ο Τούρκος πρόεδρος έκανε για πρώτη φορά τον συσχετισμό της υπόθεσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Αδριανούπολη με αυτή των οκτώ Τούρκων αξιωματικών που κατηγορούνται για το πραξικόπημα στην Τουρκία το 2016 και κρατούνται στην Ελλάδα, ενώ συμπληρώνεται αυτή την περίοδο το 18μηνο της προσωρινής κράτησης.

Το υπερπλεόνασμα

Κατά τα λοιπά και σε ό,τι αφορά την οικονομία, στην τελική φάση των συζητήσεων για την έξοδο από το πρόγραμμα η κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να επιστρατεύσει το «υπερπλεόνασμα» 4,2% του 2017 που ανακοίνωσε η Eurostat, από τη μία για να προβάλει το χαρτί της «αξιοπιστίας» έναντι των θεσμών, από την άλλη για να θέσει στο τραπέζι διεκδικήσεις για την επόμενη μέρα. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί στις κλειστές συνεδριάσεις να κατατίθεται αρμοδίως η εκτίμηση ότι η υπεραπόδοση του πρωτογενούς πλεονάσματος για δεύτερη συνεχή χρονιά στραγγίζει την πραγματική οικονομία, από την άλλη υποδεικνύεται ως όπλο στη διαπραγμάτευση για την «καθαρή έξοδο» και το μεταμνημονιακό πλαίσιο.

Σε πρώτο επίπεδο, για να αντικρούσει «σκληρές» απαιτήσεις από την πλευρά της Γερμανίας και του ΔΝΤ η κυβέρνηση αναμένεται να υποστηρίξει προς τους θεσμούς ότι το υπερπλεόνασμα αποδεικνύει ότι είναι παραπάνω από εφικτή η επίτευξη του υψηλού στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 2018 ύψους 3,5%.

Ενδεικτικά χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι η κυβέρνηση όχι μόνο δεν έριξε τη χώρα στα βράχια, όπως κινδυνολογούσε η Ν.Δ.,  «όχι μόνο έχει καταφέρει να βάλει σε τάξη τα δημόσια οικονομικά», αλλά «μέσα σε δύο χρόνια έχει προχωρήσει και σε διανομή κοινωνικού μερίσματος που ξεπερνά τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ».

Ταυτόχρονα υποστήριξε πως το υπερπλεόνασμα «μας δίνει ένα ισχυρότατο επιχείρημα στις συζητήσεις μας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο επί τρία συναπτά έτη υποεκτιμά τη δημοσιονομική απόδοση της ελληνικής οικονομίας.

Πλέον κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή στη χώρα μας έχει ολοκληρωθεί και ότι είναι αναγκαίο να προχωρήσουν ταχύτατα όλες οι απαραίτητες διαδικασίες για την καθαρή έξοδο από το πρόγραμμα τον Αύγουστο του 2018».

Σε ένα δεύτερο επίπεδο οι σκέψεις που διαμορφώνονται στο κυβερνητικό στρατόπεδο αφορούν τη διεκδίκηση της μη εφαρμογής της μείωσης των συντάξεων από 1.1.2019 (καθώς επισήμως το 2019 είναι εκλογική χρονιά εκτός απροόπτου) ή και την ελάφρυνση φόρων.

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος σε ερώτηση του «Π» κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών για το αν η κυβέρνηση θα θέσει το σχετικό αίτημα στους θεσμούς, άφησε το ενδεχόμενο ανοιχτό, όχι όμως άμεσα κατά την πορεία προς την έξοδο, αλλά αφού συμφωνηθεί το πρόγραμμα εποπτείας και πραγματοποιηθεί και η τυπική έξοδος από το τρίτο πρόγραμμα: «Η σχετική συζήτηση εξαρτάται από μία σειρά παραμέτρους, τις οποίες αυτή τη στιγμή δεν έχουμε τη δυνατότητα να τις γνωρίζουμε. Εφόσον γνωρίζουμε όλες τις παραμέτρους του προγράμματος και της διαδικασίας εξόδου, τότε ίσως θα μπορούσαμε να συζητήσουμε και για το θέμα που βάζετε» σημείωσε.

Εν ολίγοις, φαίνεται στην κυβέρνηση να εξετάζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο για την επόμενη φάση, δηλαδή αφού θα έχει διασφαλιστεί το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 και οι δείκτες της οικονομίας θα το επιτρέπουν. Άλλωστε αυτή τη στιγμή οι θεσμοί μάλλον δεν θέλουν να ακούσουν ένα τέτοιο αίτημα.

Εσωτερικό «όχι» στη μείωση συντάξεων

Η ιδέα αυτή πάντως είτε προήλθε αρχικώς από τα υψηλά ηγετικά δώματα είτε όχι, ήδη καλλιεργείται και ευδοκιμεί στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, για την ακρίβεια υιοθετείται κιόλας και σε ορισμένες περιπτώσεις τίθεται πιεστικά προς την κυβέρνηση η ανάγκη επανεξέτασης των μέτρων του 2019 - 2020. Εν ολίγοις όχι μόνο δεν βλέπουν με καλό μάτι την εμπροσθοβαρή εφαρμογή των μέτρων το 2020 (μείωση του αφορολόγητου ορίου) που «ζυμώνεται» από το ΔΝΤ, αλλά ανοιχτά ζητούν να μην εφαρμοστεί καν η περικοπή συντάξεων το 2019.

Ειδικότερα, με το βλέμμα στις εκλογές, βουλευτές και κομματικά στελέχη αναρωτιούνται πώς η κυβέρνηση θα στηρίξει στην κοινωνία το μέτρο της μείωσης των συντάξεων έχοντας όχι μόνο απομακρυνθεί από τον κίνδυνο των ελλειμματικών προϋπολογισμών που οδήγησαν στις περικοπές, αλλά έχοντας πετύχει πλεόνασμα πολύ πάνω από το απαιτούμενο για το 2017 και ένα εξίσου υψηλό πλεόνασμα το 2018.

Σύμφωνα δε με το επιχείρημα που διατύπωσε ο βουλευτής Α’ Αθήνας και πρώην υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης, η μείωση συντάξεων το 2019 καθιστά την έξοδο απ’ το πρόγραμμα όχι και τόσο καθαρή.

Ο ίδιος, επιχειρώντας να εκφράσει μια συζήτηση που διαμορφώνεται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και υποστηρίζοντας πως είναι μια συζήτηση που πρέπει να κάνει δημόσια η κυβέρνηση, σημείωσε: «Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε πέρυσι και το ψήφισε στη Βουλή ότι από 1.1.19 θα υπάρξει μείωση 18% των συντάξεων. Λέμε λοιπόν τώρα: Τα ψηφίσαμε και αυτά διότι είχαμε τη λογική τότε να κερδίσουμε χρόνο και χώρο. Να πάει καλύτερα η οικονομία. Και να τα επανεξετάσουμε. Αυτό είπαμε και εδώ είμαστε τώρα. Άρα, λοιπόν, χωρίς βιασύνες και κινήσεις που μπορεί να παρεξηγηθούν, πρέπει να γίνει ένας δημόσιος διάλογος και η κυβέρνηση να ανοίξει το ζήτημα. Αφού η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά και πηγαίνει, αφού τα δημοσιονομικά, όχι απλώς έχουν πάει καλά, αλλά έχουμε υπερπλεονάσματα επί δύο συνεχή έτη 4,5%, μπορούμε να μην προχωρήσουμε από 1.1.19 στις περικοπές των συντάξεων».

Όμως ανάγκη να επανεξετασθούν τα συμφωνηθέντα υπό το νέο πρίσμα της δυναμικής της οικονομίας έθεσε σε συνέντευξή του και ο υπουργός Εσωτερικών Πάνος Σκουρλέτης. Όπως σημείωσε, το θέμα δεν είναι να μην επισπευσθούν τα μέτρα του 2019 - 2020, αλλά εάν η δυναμική της οικονομίας μας δίνει τη δυνατότητα με την ολοκλήρωση του προγράμματος να θέσουμε το θέμα του επανασχεδιασμού τους, να μην ισχύσουν τα μέτρα. Και πρόσθεσε πως τα ισχυρά  διαπραγματευτικά χαρτιά της κυβέρνησης είναι τα θετικά στοιχεία της οικονομίας, παρά τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ.

Φοροελαφρύνσεις

Από την άλλη, το υπουργείο Οικονομικών φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στο ενδεχόμενο «διορθώσεων» της φορολογίας. Στην ανακοίνωσή του για τις ανακοινώσεις Eurostat για το πρωτογενές πλεόνασμα σημειώνει: «Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι, όχι μόνο είναι εφικτός ο στόχος πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το 2018 και τα επόμενα χρόνια, αλλά και ότι θα υπάρξει ο δημοσιονομικός χώρος για στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις και κοινωνικές δαπάνες κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο».

Σε αυτή την κατεύθυνση φέρεται να έδειξε και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος όταν μιλώντας στην Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ τη Δευτέρα παραδέχτηκε μεν «υφεσιακή» επίπτωση του υπερπλεονάσματος στην οικονομία, αλλά έθεσε στο τραπέζι την αξιοποίησή του για διεκδίκηση ελαφρύνσεων στο μέτωπο της φορολογίας.

Σε ό,τι αφορά τα χρονοδιαγράμματα, στόχος είναι το «πακέτο», δηλαδή η ολοκλήρωση των προαπαιτούμενων της τέταρτης αξιολόγησης, η ρύθμιση του χρέους και η συμφωνία επί των όρων εξόδου από το πρόγραμμα, δηλαδή του καθεστώτος μεταμνημονιακής εποπτείας να κλείσουν στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου. Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο το «πακέτο» ή τυχόν εκκρεμότητες και «ουρές» να κλείσουν στο αμέσως επόμενο Eurogroup στις 10 Ιουλίου.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.