19/11/2018 06:07:59
26.12.2011

Φαίδων Παπαμιχαήλ: «Οι Έλληνες σκηνοθέτες βρήκαν τη φωνή τους»

Φαίδων Παπαμιχαήλ: «Οι Έλληνες σκηνοθέτες βρήκαν τη φωνή τους»  - Media

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Τον αναζητούσα στο τηλέφωνο και αντί να τον «πετύχω» στο Λος Άντζελες να δουλεύει με έναν ακόμη διάσημο σκηνοθέτη, τον εντόπισα στην πατρίδα του, το Λεωνίδειο, να… μαζεύει ελιές. Ακούγεται παράδοξο. Από τη μία το ελληνικό του DNA, που έχει μάλιστα καθαρόαιμες κινηματογραφικές ρίζες – ανιψιός του σκηνοθέτη Τζον Κασσαβέτη και γιος του σκηνογράφου Φαίδωνα Παπαμιχαήλ –, δεν τον αφήνει να ξεστρατίσει από παραδοσιακές συνήθειες. Από την άλλη, ο Φαίδων Παπαμιχαήλ είναι περιζήτητος διευθυντής φωτογραφίας στο Χόλιγουντ. Μην σκάψουμε στο παρελθόν και χαθούμε σε τίτλους («Τελευταίο τρένο για τη Γιούμα», «W», «Walk the line» κ.τ.λ.). Ας σταθούμε στο παρόν και στο προσεχές μέλλον. Είδαμε στις αίθουσες το πολιτικό θρίλερ «Αι ειδοί του Μαρτίου» του Τζορτζ Κλούνεϊ. Περιμένουμε στις 26 Ιανουαρίου μία ακόμη εξαιρετική ταινία, τους «Απόγονους», με πρωταγωνιστή πάλι τον Κλούνεϊ και σκηνοθέτη έναν ακόμα «δικό» μας καλλιτέχνη υψηλής τέχνης, τον Αλεξάντερ Πέιν. Μια κουβέντα με τον Φαίδωνα είναι απολαυστική. Άνετος, φιλικός, ευγενικός, αστείος, σαν… φίλος από τα παλιά.

Τρεις μήνες στην Ελλάδα ζήσατε από κοντά την οικονομική κρίση. Πώς νιώθετε;

Βλέπω τη γενική κατάθλιψη, αλλά παρατηρώ ότι έχει διαφορετικό αντίκτυπο στην επαρχία απ’ ό,τι στην Αθήνα. Εάν, για παράδειγμα, χρειαστώ τον ξυλουργό μου, είναι πολύ απασχολημένος. Το ίδιο και ο υδραυλικός. Όταν, βέβαια, πήγα στο δημαρχείο είδα ότι έχουν μείνει πέντε υπάλληλοι από δεκαπέντε. Μια τέτοια αλλαγή, όμως, έχει λογική και ενδεχομένως είναι υγιής προσαρμογή. Στη Θεσσαλονίκη, όπου βρέθηκα για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, διαπίστωσα ότι το 50% των καταστημάτων έκλεισαν. Αλλά εδώ που τα λέμε, όλοι είχαν ένα μαγαζί. Δεν λέω ότι δεν είναι «κατάρα» αυτό που συμβαίνει. Θα σας πω μια άλλη υπερβολή: Δεν μπορεί να πωλείται 700.000 ευρώ ένα τριάρι μόνο και μόνο επειδή είναι κοντά στην Πλατεία Μαβίλη. Ούτε να πληρώνεις τον καπουτσίνο στο Κολωνάκι 4,5 ευρώ, σχεδόν 8 δολάρια, όταν στο Μανχάταν κοστίζει 3 δολάρια. Όλο αυτό που συμβαίνει ίσως μας οδηγήσει σε έναν επαναπροσδιορισμό ταυτότητας. Είμαστε μια χώρα που δεν παράγει. Η Ιταλία έχει βιομηχανία, μόδα, αυτοκίνητα. Εμείς έχουμε τον τουρισμό, που είναι όμως υπερκοστολογημένος. Το ότι κάνεις διακοπές στην Ελλάδα δεν σημαίνει ότι πρέπει να πληρώνεις 150 ευρώ το βράδυ. Τέτοια τιμή προϋποθέτει και καλή βιομηχανία σέρβις... Κάτι ανάλογο ισχύει και με τα κινηματογραφικά συνεργεία.

Τι εννοείτε;

Έχουμε φοβερούς ανθρώπους στο σινεμά. Αλλά πηγαίνω στο Βελιγράδι – έχει σαφώς άλλο κόστος ζωής – και συναντώ καλούς επαγγελματίες, που δουλεύουν σκληρά και πληρώνονται λιγότερο. Για να γίνουμε ανταγωνιστικοί και να «τραβήξουμε» ξένες παραγωγές πρέπει να έχουμε χαμηλότερο κόστος. Οι εταιρείες παραγωγής έχουν επιλογές: Ρουμανία, Σερβία, Βουλγαρία, Σλοβενία, Κροατία. Οι τεχνικοί στην Ελλάδα δουλεύουν 10 ώρες και παραπονιούνται αν δεν κάνουν δίωρο διάλειμμα. Ακούω διάφορα για τους Αμερικανούς, αλλά δεν φαντάζονται οι Ευρωπαίοι πόσο σκληρά δουλεύουν. Δεν λέω ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος, αλλά εργάζονται τουλάχιστον 12 ώρες την ημέρα. Νομίζω ότι – χωρίς να υπονοώ ότι πρέπει – θα γίνουμε λίγο Αμερική σε κάποια πράγματα.

Τι ακούτε από τους Αμερικανούς, που γνωρίζουν την ελληνική καταγωγή σας, τώρα που είμαστε πρωτοσέλιδο της αρνητικής ειδησεογραφίας;

Οι Αμερικανοί βάζουν στην άκρη λεφτά και τα επενδύουν σε μετοχές. Όταν επηρεάζεται η διεθνής αγορά, θυμώνουν γιατί χάνουν λεφτά. Δεν είναι, βέβαια, καλά ενημερωμένοι. Επηρεάζονται από αυτά που ακούνε: πόσα παίρνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, τι προνόμια έχουν, ότι δουλεύουν λιγότερο, κάνουν πορείες, είναι επιπόλαιοι και παίρνουν δάνεια που δεν μπορούν να πληρώσουν. Στην πραγματικότητα ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν την πολυπλοκότητα όσων συμβαίνουν. Συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου.

Συνεργαστήκατε με τον Τζορτζ Κλούνεϊ σε δύο ταινίες. Πώς είναι;

Είναι ο τύπος της παρέας – για αυτό δεν έχει παντρευτεί. Θέλει να περνάει καλά, να βγαίνει κάθε βράδυ, να πίνει κρασί, να γυμνάζεται, να παίζει μπάσκετ, να βλέπει μπάλα. Για αυτό τον ενοχλεί το status του celebrity. Είναι κοινωνικός και απλός. Προέρχεται από μια οικογένεια του χώρου του θεάματος. Πήγε από το Κεντάκι στο Λος Άντζελες γιατί η θεία του είναι διάσημη τραγουδίστρια και είχε σπίτι εκεί, δίπλα στον Τζίμι Στιούαρτ. Ο συνεργάτης και παραγωγός του Τζορτζ, και καλός του φίλος, ο Γκραντ Χέσλοφ – με τον οποίο έγραψαν το σενάριο του «Αι ειδοί του Μαρτίου» –, του είχε τότε δανείσει εκατό δολάρια για να βγάλει τις φωτογραφίες για τα βιογραφικά που στέλνεις για δουλειά. Ο Τζορτζ είναι αυτοδημιούργητος. Ένα παιδί από την επαρχία που τα κατάφερε στο Χόλιγουντ. Αλλά παραμένει ένας άνθρωπος που θέλει να περνάει καλά. Για αυτό νομίζω ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους με προσέλαβε ήταν το κλίμα που δημιουργούμε με τον Αλεξάντερ στα γυρίσματα. Δεν πρόκειται για τυπικό χολιγουντιανό τετ. Είναι προσωπικό, μικρό, γρήγορο. Και κυρίως, το γεγονός ότι είμαι γρήγορος, δεν χρησιμοποιώ πολύ εξοπλισμό και προσπαθώ να κάνω τα πράγματα απλά. Για τον Τζορτζ έχει σημασία, γιατί θέλει να τελειώνει και να γυρίσει στη ζωή του.

Ο Πέιν είπε ότι η δουλειά με τον Κλούνεϊ ήταν σαν να οδηγούσε Μαζεράτι, ενώ πριν ήταν στο τιμόνι μιας Φορντ. Βέβαια, ο Πέιν έως τώρα απέφευγε τα «ονόματα» στις ταινίες του, ενώ εσείς έχετε δουλέψει με πολλούς σταρ.

Ο Κλούνεϊ δεν φέρεται σαν σταρ. Ο Αλεξάντερ εννοούσε ότι ο Τζορτζ ξέρει τι να κάνει στο γύρισμα. Είναι λάτρης του κινηματογράφου, σκηνοθέτης και εξαιρετικός επαγγελματίας. Και οι άλλοι ηθοποιοί της ταινίας, «Αι ειδοί του Μαρτίου», ο Πολ Τζιαμάτι και ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, είναι φοβερά στέρεοι και αξιόπιστοι και κάνουν τη ζωή όλων ευκολότερη. Είμαι τυχερός γιατί οι περισσότεροι με τους οποίους έχω δουλέψει ήταν πολύ καλοί, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο Γουίλ Σμιθ είναι απίστευτος τύπος, δουλευταράς. Η Κάμερον Ντίαζ, πολύ γλυκιά. Ο Ντάστιν Χόφμαν, ο Κρίστιαν Μπέιλ, εξαιρετικοί. Ο Τομ Κρουζ είναι ο πιο επαγγελματίας και εργασιομανής. Φτάνει στο γύρισμα δύο ώρες πριν για να προετοιμαστεί και είναι σε φοβερή φυσική κατάσταση. Γυρίζει μόνος του όλες τις επικίνδυνες σκηνές.

Η περίπτωση του Αλεξάντερ Πέιν δείχνει πόσο δύσκολο είναι να κάνεις καλλιτεχνική ταινία στο Χόλιγουντ, αφού από το (βραβευμένο με Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου) «Πλαγίως» πέρασαν επτά χρόνια.

Η κατάσταση στην αμερικάνικη βιομηχανία είναι η εξής: γίνονται θεαματικές ταινίες, όπως ο «Batman: The dark night rises» για παράδειγμα, που κόστισε 300 εκατομμύρια δολάρια. Αλλά θα έχει κέρδη ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Οπότε είναι πιο δύσκολο να γυρίζονται μεσαίου μπάτζετ ταινίες, από 25 έως 50 εκατομμύρια – το «Moneyball» με τον Μπραντ Πιτ ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αλλά νομίζω ότι υπάρχει μια ανάδειξη των ταινιών χαμηλότερου μπάτζετ, που γυρίζονται ως ανεξάρτητες, όπως το «Αι ειδοί του Μαρτίου», και έπειτα τις διανείμει μια εταιρεία, όπως η «Sony». Αυτό το νέο «βασίλειο» μπάτζετ θα συνεχίσει να υπάρχει και θα έχουμε ένα ποιοτικό σινεμά για ενήλικο κοινό. Με τον Πέιν θα ξεκινήσουμε σύντομα γυρίσματα της επόμενης ταινίας του με τίτλο «Νεμπράσκα», ένα ασπρόμαυρο road movie. Είναι φοβερό, πάντως, που βλέπω ότι το ελληνικό σινεμά έχει κερδίσει μια διεθνή έκθεση λόγω του «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου. Έμαθα το πρόσφατο νέο, ότι το «L» του Μπάμπη Μακρίδη επιλέχθηκε για το Φεστιβάλ του Σάντανς.

Πώς ερμηνεύετε την πρόσφατη επιτυχία του ελληνικού σινεμά;

Νομίζω ότι οι σκηνοθέτες βρήκαν μια ορίτζιναλ φωνή. Ίσως έως τώρα προσπαθούσαν να μιμηθούν κάποιες ταινίες ή είδη, ενώ πλέον φαίνεται να υπάρχει ένα πιο προσωπικό και πρωτότυπο στυλ. Αρκεί να μην γίνει πατέντα.

Αναρωτιέμαι αν μπορούσατε να απομονώσετε κάτι συγκεκριμένο, ίσως μια συμβουλή, από τον πατέρα και τον θείο σας, που πιστεύετε ότι έχει σφραγίσει τη σχέση σας με το σινεμά.

Έχω κρατήσει τον τρόπο που σκεφτόντουσαν. Ακόμα κι όταν καθόσουν στην κουζίνα για να φας με τον Τζον Κασσαβέτη, είχες περιέργεια για τη ζωή του, για τους ανθρώπους που γνώριζε και πάντα είχε την ικανότητα να λέει ιστορίες. Επίσης, η νοοτροπία που είχαν για το σινεμά. Για τον Τζον δεν ήταν μπίζνες. Η διαδικασία ήταν ενσωματωμένη σε μια οικογενειακή δομή, όπου συμμετείχαν όλοι. Αυτό είναι κάτι που σε εμπνέει και σε εμψυχώνει. Αυτός ο τρόπος ταιριάζει στους σύγχρονους σκηνοθέτες. Με τις νέες τεχνολογίες όλοι μπορούν να κάνουν μια ταινία με τον τρόπο του Κασσαβέτη. Δεν χρειάζονται εξοπλισμό ή χρηματοδότηση. Μπορούν να πάρουν μια κάμερα, να γυρίσουν μια ταινία, να μοντάρουν στο κομπιούτερ τους, να την ταξιδέψουν σε φεστιβάλ. Ανοίγει ένας καινούργιος κόσμος δυνατοτήτων για τους νέους σκηνοθέτες, ειδικά σε χώρες που δεν έχουν μεγάλη κινηματογραφική βιομηχανία. Υπάρχουν πάντα προσωπικές ιστορίες που μπορείς να διηγηθείς. Δεν χρειάζεται να είναι όλα μεγάλα θεάματα. Η ταινία που σκηνοθέτησα πρόσφατα, το «Λος Αντζελες», κόστισε 200.000 δολάρια. Γενικά, είναι ωραίο να μην εξαρτάσαι από την κάθε κυβέρνηση, από παραγωγό, να μην έχεις deadline και ανθρώπους να σου κάνουν υποδείξεις. Μπορείς να είσαι auteur. Ο Τζον ήταν ο εμπνευστής αυτής της αντίληψης, χωρίς, βέβαια, να το γνωρίζει.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.