24/09/2018 19:40:18
7.5.2018 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2019 στις 3-5-2018

Επιτήρηση α λα ελληνικά

Επιτήρηση α λα ελληνικά - Media

 

Γιατί η Ελλάδα δεν θα βγει από το μνημόνιο με όρους Ιρλανδίας, Πορτογαλίας και Κύπρου.

Όσο θα πλησιάζει το κρίσιμο Eurogroup της 21ης Ιουνίου – ή της 12ης Ιουλίου, για όσους πιστεύουν από τώρα ότι ο χρόνος μέχρι τη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης στο Λουξεμβούργο δεν επαρκεί – τόσο θα φουντώνουν οι «ερμηνείες» για το τι ακριβώς θα ισχύσει στην Ελλάδα την επομένη των μνημονίων.

Από τη στιγμή μάλιστα που η συζήτηση απέκτησε πολιτικά χαρακτηριστικά, άνοιξε ακόμη περισσότερο ο δρόμος για την παραγωγή νέων εννοιών:

● Ολοκληρώνοντας το τρίτο μνημόνιο θα αφήσουμε πίσω μας τις λέξεις «μνημόνιο», «αξιολογήσεις», «προαπαιτούμενα», «εκταμιεύσεις», «compliance report» και «τεχνική συμφωνία».

● Θα κληθούμε όμως να αφομοιώσουμε καινούργιες έννοιες, οι οποίες τώρα διαμορφώνονται για να κυριαρχήσουν στη «μεταμνημονιακή εποχή».

Για προφανείς πολιτικούς λόγους, που αφορούν τις προτεραιότητες τόσο των Ευρωπαίων (σ.σ.: οι οποίοι ενδιαφέρονται να πουλήσουν ως success story την Ελλάδα) όσο και των Ελλήνων (σ.σ.: η κυβέρνηση έχει στηρίξει το πολιτικό αφήγημα της επόμενης ημέρας στην έξοδο από τα μνημόνια), η λέξη μνημόνιο θα επιχειρηθεί με κάθε τρόπο να εξαφανιστεί από την επικαιρότητα και να ξεστομίζεται μόνο για να παραπέμπει στο παρελθόν. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα:

● Η «αξιολόγηση» θα γίνει «παρακολούθηση».

● Η «ρύθμιση του χρέους» θα γίνει «ημιαυτόματη ρύθμιση».

● Τα «προαπαιτούμενα» θα γίνουν «μεταρρυθμίσεις».

● Οι «εκταμιεύσεις» ζεστού χρήματος «ενεργοποιήσεις μέτρων διευκόλυνσης».

Αυξημένη επιτήρηση

Το πόσο οξύ είναι το κλίμα σχετικά με την ορολογία που θα επικρατήσει μετά τον Αύγουστο φάνηκε από τις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν είπε τίποτα περισσότερο από αυτό που συζητούν στις Βρυξέλλες εδώ και μήνες. Ότι, δηλαδή, η επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να είναι ίδια με αυτήν της Πορτογαλίας, της Κύπρου ή της Ιρλανδίας.

Προφανώς υπάρχει σύγκριση με τις τρεις χώρες οι οποίες βγήκαν από τα μνημόνια. Ωστόσο αυτές οι χώρες επιτηρούνται βάσει των προβλέψεων του «ευρωπαϊκού εξαμήνου» διότι, μετά την εκταμίευση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης και την ολοκλήρωση των προαπαιτούμενων του μνημονίου, δεν ζήτησαν κάτι άλλο από τους εταίρους.

Η Ελλάδα, από την άλλη, εξακολουθεί να έχει ένα κεντρικό αίτημα πάνω στο τραπέζι και αυτό δεν είναι άλλο από τη διευθέτηση του χρέους. Μάλιστα, εδώ και καιρό οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν προειδοποιήσει: όσο μεγαλύτερη είναι η διευκόλυνση στο θέμα του χρέους τόσο αυστηρότερο θα είναι το πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό ουσιαστικά περιέγραψε με τις πρόσφατες δηλώσεις του ο Τσακαλώτος: το αυστηρότερο πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας. Αντί για δύο επισκέψεις των θεσμών σε ετήσια βάση που προβλέπει το ευρωπαϊκό εξάμηνο, θα γίνονται τέσσερις, δηλαδή μία ανά τρίμηνο. Για την ακρίβεια θα προβλέπονται τέσσερις, ενώ το αν θα γίνονται ή όχι θα κρίνεται κατά περίπτωση.

Άλλωστε και τα τρία μνημόνια προέβλεπαν τέσσερις αυστηρές αξιολογήσεις σε ετήσια βάση, αλλά λόγω των καθυστερήσεων στην επίτευξη συμφωνίας αυτές ουδέποτε πραγματοποιούνταν. Είναι ενδεικτικό ότι διανύουμε τους τελευταίους μήνες του τρίτου μνημονίου, προς το παρόν έχουν πραγματοποιηθεί τρεις αξιολογήσεις και τώρα αρχίζει στην πραγματικότητα η τέταρτη.

Δηλαδή, ακόμη και σε συνθήκες μνημονίου, οι αξιολογήσεις που γίνονταν ήταν κάτι περισσότερο από μία ανά έτος.

Προφανώς, σε πολιτικό επίπεδο, το να υπάρξει ένα κείμενο το οποίο θα προβλέπει ότι θα γίνονται τέσσερις «παρακολουθήσεις», «επιθεωρήσεις» ή όπως αλλιώς θα λέγονται γκριζάρει το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου».

Έχει όμως καταστεί σαφές στην ελληνική πλευρά εδώ και πολύ καιρό (πρακτικά από τον Ιούνιο του 2017, όταν έκλεισε η συμφωνία για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης) ότι ακόμη και μετά τον Αύγουστο θα υπάρχει στενή παρακολούθηση προκειμένου να ελέγχεται αν τηρούνται τα συμφωνηθέντα. Ποια είναι αυτά;

Δημοσιονομικά ερωτήματα

Το πρώτο και ουσιαστικότερο είναι η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Μέχρι τον Ιούνιο η Ελλάδα και οι δανειστές θα έχουν καταλήξει σε ένα χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των μέτρων και των αντιμέτρων.

Οι πολίτες θα μάθουν πότε θα μειωθούν οι συντάξεις, πότε θα περικοπεί το αφορολόγητο και αν θα υπάρξει ενεργοποίηση των καλών μέτρων του 2019 ή του 2020. Υποτίθεται ότι με τη συμφωνία επί του χρονοδιαγράμματος όλες οι πλευρές θα έχουν αποδεχτεί ότι μπορούν να παραχθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% μέχρι το 2022.

Κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων που θα γίνονται όλα τα επόμενα χρόνια θα ελέγχεται σε τακτική βάση κατά πόσο επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Ένα ερώτημα που παραμένει ακόμη «θολό» είναι το τι θα γίνεται σε περίπτωση μη επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων. Υποτίθεται ότι ο δημοσιονομικός κόφτης λήγει με το τρίτο μνημόνιο. Ο κόφτης είναι αυτός που προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη επίτευξης των στόχων του μνημονίου, θα καλείται ο υπουργός Οικονομικών να προχωρήσει στη λήψη πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων.

Προφανώς αυτό δεν χρειάστηκε μέχρι τώρα, καθώς όχι μόνο επιτυγχάνονται οι στόχοι, αλλά παράγεται και υπερπλεόνασμα (σ.σ.: 4,2% έναντι στόχου μόλις 1,75% είναι η επίδοση το 2017, ενώ και για το 2018 η ελληνική πλευρά αναμένεται να αναθεωρήσει προς τα πάνω την πρόβλεψη, η οποία αυτή τη στιγμή είναι στο 3,8%, με τον δημοσιονομικό στόχο στο 3,5%).

● Στη μεταμνημονιακή εποχή τι θα συμβαίνει αν η χώρα δεν παράγει τα συμφωνημένα πρωτογενή πλεονάσματα;

● Θα επιβάλλονται πρόσθετα μέτρα, ναι ή όχι; Αυτό είναι ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί.

Προφανώς σε κανενός τη σκέψη δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή το ενδεχόμενο μη επίτευξης των στόχων, καθώς έχει προηγηθεί η θετική τριετία των υπεραποδόσεων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει το «ατύχημα». Άλλωστε και ο ίδιος ο ΟΟΣΑ επισημαίνει στην έκθεσή του ότι οι πιθανότητες για μια χώρα να παράγει τόσο υψηλά πλεονάσματα για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι – με βάση την εμπειρία άλλων χωρών – μόλις 25%.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η παρακολούθηση δεν έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξεως. Πρακτικά η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να είναι υπόλογη μέχρι να αποπληρώσει το 75% του κεφαλαίου που έχει δανειστεί από τους επίσημους θεσμούς, το οποίο με τη λήξη του μνημονίου θα προσεγγίζει τα 250 δισ. ευρώ. Ούτε από την επίτευξη συγκεκριμένων δημοσιονομικών στόχων θα απαλλαγεί η χώρα, καθώς η συμφωνία προβλέπει παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων 2% του ΑΕΠ (τουλάχιστον) εις το διηνεκές.

Εποπτεία λόγω χρέους

Το δεύτερο πεδίο έχει να κάνει με τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες έχουν συμφωνηθεί, αλλά δεν θα έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του τρίτου μνημονίου. Πρακτικά η χώρα θα πιεστεί να ολοκληρώσει την αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης, το κτηματολόγιο, την ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, τη μείωση των «κόκκινων» δανείων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Το πώς θα εποπτεύεται στην πράξη η πρόοδος επί των εν λόγω μεταρρυθμίσεων δεν είναι ακόμη σαφές, καθώς δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί το μοντέλο.

Για παράδειγμα δεν είναι ξεκάθαρο αν οι εκπρόσωποι των θεσμών θα συνεχίσουν να έρχονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην Αθήνα για να συναντούν τους υπουργούς στο «Χίλτον» ούτε αν τα τεχνικά κλιμάκια θα συνεχίσουν να κάνουν βόλτες στους διαδρόμους και στα γραφεία των υπουργείων απαιτώντας τη χορήγηση και την επικαιροποίηση στοιχείων. Το πιθανότερο είναι ότι η παρουσία των δανειστών θα γίνει από την πρώτη στιγμή πιο... διακριτική, τάση που θα ενισχύεται όσο θα περνάει ο καιρός.

Άλλωστε αυτό που έχει το μεγάλο ενδιαφέρον δεν είναι το πώς θα γίνονται οι αξιολογήσεις - επιθεωρήσεις, αλλά ποιες θα είναι οι «επιπτώσεις» αν δεν υπάρχει πρόοδος από ελληνικής πλευράς. Φαίνεται ότι η απάντηση εντοπίζεται στο κομμάτι του χρέους.

Η ρύθμιση του ελληνικού χρέους έχει καταστεί σαφές ότι δεν θα γίνει «μια κι έξω». Τα μέτρα θα λαμβάνονται σε δόσεις, ενώ ο όγκος τους θα εξαρτάται από έναν μηχανισμό ο οποίος θα παρακολουθεί την πορεία της οικονομίας (σ.σ.: πρόκειται για το περίφημο γαλλικό κλειδί). Αυτό είναι ένα από τα σημεία στα οποία εντοπίζονται σημαντικές διαφωνίες μεταξύ των δανειστών.

Οι Γερμανοί δεν θέλουν ο μηχανισμός να είναι αυτόματος. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι, κάθε φορά που στο μέλλον η Ελλάδα θα επιτυγχάνει μικρότερη ανάπτυξη, αυτομάτως θα ενεργοποιούνται μέτρα που θα έχουν με τη σειρά τους αποτέλεσμα να περιορίζεται το ύψος της δόσης που θα πληρώνει η Ελλάδα για την εξυπηρέτηση του χρέους της.

Η Γερμανία θέλει ο μηχανισμός να είναι ημιαυτόματος, ώστε τον τελικό λόγο να έχει κάθε φορά το Eurogroup. Να λοιπόν ένα «χαρτί» που θα έχουν στα χέρια τους οι δανειστές για να πιέζουν την Ελλάδα να προωθεί τις μεταρρυθμίσεις: η εκπλήρωση των προαπαιτουμένων θα ξεκλειδώνει συγκεκριμένα μέτρα διευθέτησης του χρέους (όπως για παράδειγμα την επιστροφή των κερδών που έχουν αποκομίσει οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης).

Οι επόμενες εβδομάδες θα κυλήσουν με τις δύο πλευρές να καθορίζουν τις λεπτομέρειες. Όταν όλα θα κλείσουν, η ελληνική κυβέρνηση θα είναι αυτή που θα πρέπει να πείσει για το τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «καθαρή έξοδος», αλλά και να δικαιολογήσει για ποιον λόγο θα γίνονται οι «επιθεωρήσεις».

Οι λεπτομέρειες δεν θα μείνουν κρυφές. Θα είναι αποτυπωμένες σε ένα κείμενο συμφωνίας, το οποίο θα είναι αναλυτικό και με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Με τη διαφορά ότι δεν θα λέγεται μνημόνιο...

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.