24/10/2018 09:24:43
14.5.2018 / ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2020 στις 10-5-2018

Όλοι ποντάρουν στο «μετά» - Στην περίοδο μετά το μνημόνιο εστιάζουν πλέον όλες οι πολιτικές δυνάμεις

 Όλοι ποντάρουν στο «μετά» - Στην περίοδο μετά το μνημόνιο εστιάζουν πλέον όλες οι πολιτικές δυνάμεις - Media

 

Ολοταχώς προς το τέλος της μνημονιακής περιόδου οδεύει η χώρα και μαζί της το πολιτικό σύστημα, το οποίο δείχνει ότι είναι σαφώς προσανατολισμένο στη νέα περίοδο που ανοίγει μετά τον Αύγουστο. Το είδος των δημόσιων αντιπαραθέσεων είναι ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί:

● Οι καυγάδες μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για τη διαχείριση της χώρας μετά το μνημόνιο.

● Οι αντιπαραθέσεις στο ενδοκυβερνητικό πεδίο για τη δυνατότητα αναίρεσης επαχθών διαρθρωτικών / δημοσιονομικών μέτρων (νέα μείωση συντάξεων) που έχουν ήδη ψηφιστεί στη Βουλή.

● Οι προσπάθειες κυβέρνησης και αντιπολίτευσης να αφήσουν ανοιχτά «παράθυρα» για επαναδιαπραγμάτευση αντιλαϊκών μέτρων και επαναφορά δικαιωμάτων μετά τη λήξη των μνημονίων.

● Τα αιτήματα για εκλογές τώρα, η κυριαρχία των εκλογικών σεναρίων, τα σχέδια για κατάτμηση της θηριώδους Β΄ Αθηνών, ο καυγάς για την απλή αναλογική σε εθνικές και αυτοδιοικητικές εκλογές.

● Οι άγαρμπες απόπειρες της Ν.Δ. να διεισδύσει σε αυτό που θεωρεί ότι αποτελεί την εκλογική «δεξαμενή» του ΣΥΡΙΖΑ.

Το σύνολο σχεδόν της πολιτικής επικαιρότητας καλύπτεται πλήρως από την προσπάθεια εμφάνισης πολιτικών σχεδιασμών που αφορούν το «μετά». Σαν το παρόν να μην υφίσταται... Αν αυτό δεν είναι προεκλογικό κλίμα (έστω και μακράς διαρκείας), τότε τι ακριβώς είναι;

Ανύπαρκτα περιθώρια

Στο κυβερνητικό πεδίο τα πράγματα είναι μάλλον σαφή. Ενόσω ο Ευκλείδης Τσακαλώτος περνάει διά πυρός και σιδήρου στην προσπάθειά του να διασφαλίσει όσα γίνεται περισσότερα στο επίπεδο της ρύθμισης του χρέους και στο καθεστώς της εποπτείας, συνάδελφοί του στην κυβέρνηση αλλά και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκουν να μεταδώσουν την αίσθηση ότι τα πάντα είναι ανοιχτά για την εφαρμογή των δύο βαρύτερων μέτρων που έχουν ήδη ψηφιστεί: της περικοπής των συντάξεων βάσει του Νόμου Κατρούγκαλου και της μείωσης του αφορολόγητου εισοδηματικού ορίου.

Δεν λείπουν και οι άκαιρες απόπειρες εξαγγελίας διαφόρων άλλων μέτρων, όπως π.χ. της αναθεώρησης του συστήματος καθορισμού των τελών κυκλοφορίας, την οποία το ΥΠΟΙΚ φρενάρισε εν ριπή οφθαλμού διότι έθετε σε άμεσο κίνδυνο τον εισπρακτικό στόχο του 1,1 δισ. ευρώ ετησίως.

Από κοντά και η Ν.Δ., η οποία συστηματικά υπόσχεται αναδιαπραγματεύσεις, αναθεωρήσεις επί των φόρων, διεύρυνση κοινωνικών επιδομάτων (τα οποία ωστόσο επικρίνει όταν αλλάζει ακροατήριο ο Μητσοτάκης) και άλλα τινά, τα οποία θεωρεί ότι θα της δώσουν πρόσβαση σε ευρύτερο κοινό από τη στενή – και «ταβανιασμένη» – κομματική επιρροή.

Το μόνο που καταφέρνει πάντως αυτού του είδους η τακτική είναι να αναδεικνύει πότε τις αντιφάσεις της Ν.Δ. και πότε τη νεοφιλελεύθερη εμμονή της.

Επί της ουσίας όλοι σύντομα θα διαπιστώσουν ότι τα συζητούμενα περιθώρια είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτα και ότι η μόνη χρησιμότητά τους αφορά τη συγκρότηση ενός προεκλογικού πακέτου εξαγγελιών και σχεδόν τίποτε περισσότερο.

Εξ άλλου η γερμανική, κυρίως, οπτική επί της μεταμνημονιακής περιόδου εστιάζει στην «ημιαυτόματη» μέθοδο «σταδιακές ρυθμίσεις χρέους έναντι μεταρρυθμίσεων» και πρακτικά αποκλείει αλλαγές, ιδιαίτερα σε πεδία όπως αυτά των συντάξεων και του αφορολογήτου, στα οποία οι ψηφισμένες παρεμβάσεις θεωρούνται κατά βάση διαρθρωτικές – και όχι δημοσιονομικές – μεταρρυθμίσεις.

Κρίσιμη η εμπιστοσύνη

Σε μεταμνημονιακούς ρυθμούς κινούνται και άλλα πεδία της οικονομίας, όπως για παράδειγμα οι τράπεζες, οι οποίες πέρασαν μεν τα stress tests, αλλά έχουν μπροστά τους αρκετό δρόμο μέχρι να μειώσουν τις επισφάλειες λόγω κόκκινων δανείων. Και εδώ ο ορίζοντας δείχνει Οκτώβριο, αφού έως τότε τα τραπεζικά ιδρύματα θα πρέπει να έχουν δείξει στην εποπτεύουσα αρχή (SSM) ότι τα υπάρχοντα εργαλεία απομείωσης των κόκκινων δανείων επαρκούν ώστε να αποφευχθεί μια νέα ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης.

Η βασικότερη κυβερνητική προσπάθεια, πάντως, στο πεδίο της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές δεν αφορά – όπως πολλοί υποθέτουν λανθασμένα – την επαναδιαπραγμάτευση ψηφισθέντων μέτρων, όπως οι συντάξεις, αλλά την επίτευξη μιας πολύ δύσκολης ισορροπίας:

● Από τη μια πρέπει οι αγορές, από τις οποίες πλέον θα δανειζόμαστε, να πεισθούν ότι η συμφωνία – και οι όροι επιτήρησης της εφαρμογής της – για την περίοδο μετά τα μνημόνια θα είναι αρκετά πειστικές για τις «αγορές», ώστε αυτές να δουν την έξοδο της Ελλάδας ως μια καλή είδηση που αυξάνει την εμπιστοσύνη και όχι ως μια δοκιμαστική περίοδο πλήρη αβεβαιότητας.

● Από την άλλη στο εσωτερικό της χώρας θα πρέπει η συμφωνία εξόδου να περιλαμβάνει, εκτός από τις βέβαιες υποχρεώσεις επί των μεταρρυθμίσεων, μια συνταγή για το χρέος η οποία θα είναι πολιτικά αξιοποιήσιμη και, ταυτοχρόνως, μια πολιτική συσκευασία η οποία θα μπορεί να παραπέμπει στην ανάκτηση της κυριαρχίας της χώρας και στη δυνατότητα δημιουργίας νέων εργαλείων ανάπτυξης.

Η επιδίωξη αυτή έχει σαφείς δυσκολίες, αφού κάποια στοιχεία δείχνουν ότι η Γερμανία – το κατ’ ουσίαν αφεντικό του ευρωσυστήματος – είναι αυτή που θα καθορίσει κατά το μάλλον τους όρους που θα διέπουν το μεταμνημονιακό τοπίο περιορίζοντας τον ρόλο της Γαλλίας, η οποία έτσι κι αλλιώς θα αναγκαστεί να οπισθοχωρήσει στα ελληνικά θέματα για να διατηρήσει αλώβητη τη διαπραγματευτική της δυναμική στα μείζονα – για την ίδια – θέματα της μεταρρύθμισης της ευρωζώνης.

Και μόνο η παρέμβαση της Γερμανίας κατά της Γαλλίας στα εξοπλιστικά θέματα της Ελλάδας είναι μια ικανή πρόγευση για το τι θα ακολουθήσει έως το καλοκαίρι στα ανοιχτά μείζονα θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος.

Το μόνο βέβαιο προς το παρόν είναι ότι άπαντες στο εσωτερικό της χώρας είναι στραμμένοι στην εποχή μετά το μνημόνιο. Το παρόν έχει αφεθεί στις προσδοκίες για νέα αύξηση των εσόδων από τον τουρισμό...

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.