17/11/2018 16:25:06

Τελικά υπάρχει σωτηρία για τα ΜΜΕ!

Τελικά υπάρχει σωτηρία για τα ΜΜΕ! - Media

 

Φως στο τούνελ από το νέο μοντέλο λειτουργίας «Guardian» και «Washington Post». Στην εποχή των social media και των τεκτονικών αλλαγών στα ΜΜΕ η έγκυρη δημοσιογραφία απειλείται πια με ταφόπλακα. Τεράστιο πρόβλημα αποτελεί πια η απουσία μιας αντικειμενικής, ψύχραιμης και κοινής βάσης κατανόησης και γεγονότων, πράγμα που οδηγεί σε ακραία πόλωση. Καμιά δημοκρατία και καμιά χώρα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς έναν Τύπο που να χαίρει ευρέως σεβασμού και αποδοχής.

Γι’ αυτό βρεθήκαμε με μια κακοφωνία «εναλλακτικών» ειδήσεων διαφόρων συμφερόντων, με πολιτικές «φούσκες» και αμφιβόλου εγκυρότητας fake news που αναπαράγονται μέσω διαδικτύου και social media. Η αντικειμενική, στέρεη και υψηλής ακεραιότητας δημοσιογραφία είδε σχεδόν όλες τις κατακτήσεις δεκαετιών να ισοπεδώνονται με το «καλημέρα» του 21ου αιώνα.

Επί περίπου 100 χρόνια πριν από την εποχή του Ίντερνετ η δημιουργία ενός ειδησεογραφικού Μέσου ήταν ένα ακριβό εγχείρημα. Έπρεπε να κατέχεις μια εφημερίδα ή, αργότερα, ένα ραδιόφωνο ή τηλεοπτικό κανάλι. Αυτό σήμαινε, μοιραία, ότι υπήρχαν λιγότερες ειδησεογραφικές πηγές. Συγκεκριμένες εφημερίδες και τηλεοπτικά κανάλια εξυπηρετούσαν ένα πολύ πιο ευρύ κοινό. Κατά συνέπεια το «έξυπνο» επιχειρηματικό μοντέλο για ένα ΜΜΕ ήταν να παραμένει όσο το δυνατόν «απολίτικο». Αλλιώς θα αποξένωνε το μισό από το κοινό του.

Τα ΜΜΕ έβγαλαν τεράστια κέρδη απευθυνόμενα σε μια «μαζική» αγορά. Η καλωδιακή - συνδρομητική τηλεόραση και, αργότερα, το Ίντερνετ άλλαξαν δραστικά την εξίσωση. Κατέστησαν τη δημιουργία ενός ειδησεογραφικού Μέσου πολύ φθηνότερη, απλούστερη και ευκολότερη. Αναπόφευκτα ο αριθμός τους άρχισε να πολλαπλασιάζεται ραγδαία κατακερματίζοντας το κοινό σε μικρά κομμάτια.

Το επιχειρηματικό μοντέλο άλλαξε. Τώρα τα Μέσα, για να είναι ανταγωνιστικά, αποφάσισαν πως πρέπει να «χαϊδεύουν» τις προκαταλήψεις και τις μεροληψίες μικρότερων, φορτισμένων συναισθηματικά και πολωμένων «κοινών». Έτσι διεθνώς εμφανίστηκαν διάφορα ΜΜΕ τύπου Breitbart, όπως και αναρίθμητα σάιτ και δημοσιογράφοι που ζουν με το να πολώνουν, να «παίζουν» με πάθη και να αναμασούν λαϊκισμό.

Το αποκορύφωμα της συγκεκριμένης στρατηγικής ήρθε με τα social media. Ο μόνος τρόπος για να ξεχωρίσει κάτι μέσα στην απέραντη κακοφωνία του Facebook και του Twitter είναι ένας: Να είναι όσο πιο προκατειλημμένο και εμπρηστικό γίνεται.

Το επιχειρηματικό μοντέλο για αμερόληπτη, σοβαρή και απευθυνόμενη στο μεγαλύτερο κομμάτι του κοινού δημοσιογραφία δέχθηκε τη χαριστική βολή.

● Στις εφημερίδες τα έσοδα από διαφημίσεις εξανεμίστηκαν και οι μετοχές κατακρημνίστηκαν.

● Η μετοχή των ιστορικών «New York Times» βρίσκεται πια στο ένα τέταρτο της αξίας που είχε το 2002.

● Μόνο το 2017 είχαμε δεκάδες εκατοντάδες λουκέτα σε εφημερίδες σε Ευρώπη και Αμερική.

Ο κλάδος της δημοσιογραφίας δέχτηκε ένα από τα ισχυρότερα χτυπήματα της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας. Αυτό, όμως, δεν σταμάτησε τους διάφορους λαϊκιστές πολιτικούς από το να στρέφονται απροκάλυπτα κατά των δημοσιογράφων, με αποκορύφωμα τον Ντόναλντ Τραμπ, που πολλάκις έχει απαιτήσει να κλείσουν εφημερίδες, οι οποίες προφανώς δεν τον ευχαριστούν, ώστε να σωθούν δουλειές!

Η δημοσιογραφία των «υποομάδων»

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα ούτε στο τηλεοπτικό τοπίο. Όσο τα περιθώρια κέρδους στενεύουν – ακόμη και σε μεγάλα, ιστορικά κανάλια σε Ευρώπη και ΗΠΑ – βλέπουμε φθηνά, από πλευράς παραγωγής, πάνελ διαφωνούντων αντί για αναλύσεις και ενδελεχή ρεπορτάζ. Επιπρόσθετα είναι μόνο θέμα (λίγου) χρόνου μέχρι να υποστεί και η τηλεόραση το τεράστιο πλήγμα που υπέστη η έντυπη δημοσιογραφία, αφού όλο και μεγαλύτερος αριθμός θεατών «τραβάει την πρίζα» και «καταναλώνει» τις ειδήσεις από το Facebook.

Η συγκεκριμένη οικονομική λογική πλήττει ανεπανόρθωτα τη λεγόμενη mainstream δημοσιογραφία. Δηλαδή τη δημοσιογραφία που απευθύνεται με ψυχραιμία στο ευρύ κοινό και τη λογική του και όχι σε «υποομάδες» ομοϊδεατών και στο θυμικό τους. Οι δημοσιογράφοι, σε Ευρώπη και ΗΠΑ, έγιναν λιγότεροι, λόγω της καταστροφής του κλάδου, αλλά ταυτόχρονα καλύπτουν δυσανάλογα μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Όσοι βρίσκονται ακόμη στον χώρο καλούνται να εργάζονται παράλληλα σε έντυπα, τηλεοπτικά και online Μέσα σε φρενήρεις ρυθμούς. Μοιραία η ποιότητα της δημοσιογραφίας πέφτει κι άλλο.

Οι καταστροφικές δυναμικές της οικονομίας και της πόλωσης πιέζουν τη μετριοπαθή και υπεύθυνη δημοσιογραφία, καθώς όλο και περισσότεροι στρέφονται στη μεροληπτική πτέρυγα. Δεν είναι ν’ απορεί κάποιος για το ότι σε αυτό το κλίμα είναι δύσκολος ακόμη και ο ψύχραιμος διάλογος μέσα στις κοινωνίες, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς στα social media.

Δουλειά της δημοσιογραφίας είναι, παραδοσιακά, να γίνεται ο συνήγορος του κοινού, να ερευνά σοβαρά για να βρίσκει και να αποκαλύπτει τι πραγματικά συμβαίνει και να μεταφέρει τα γεγονότα στο κοινό με τρόπο ξεκάθαρο και απαλλαγμένο από συναισθηματισμούς. Στην ουσία της η σωστή δημοσιογραφία μάς δίνει έναν τρόπο να «μιλάμε» για τα πραγματικά σοβαρά θέματα.

Το μοντέλο «Washington Post»

Όμως για να ξαναβρεθεί η δημοσιογραφία σε αυτό το σημείο χρειάζεται να επανιδρυθεί ολόκληρος ο χώρος. Να επενδυθούν χρήμα, ταλέντο και λογικές του 21ου αιώνα σε έναν θεσμό ζωτικής σημασίας για τις δημοκρατίες. Η έννοια της επικερδούς δημοσιογραφίας τελικώς δεν έχει χαθεί. Κι αυτό επειδή οι διαφημιστές επιθυμούν να συσχετίζουν το brand τους με την εγκυρότητα. Παράδειγμα αυτού του μοντέλου αποτελεί η «Washington Post».

Η ιστορική εφημερίδα ψυχορραγούσε όταν αγοράστηκε για 250 εκατ. δολάρια από τον Τζεφ Μπέζος της Amazon το 2013. Το διάστημα 2016-17 η Amazon επένδυσε ακόμα 50 εκατ. δολάρια στην εφημερίδα. Παράλληλα μία ομάδα τεχνικών συμβούλων ανασχεδίασε εκ βάθρων την «Washington Post», το app και το site της και επαναλανσάρισε το ιστορικό Μέσο ως «εταιρεία media και τεχνολογίας».

● Η «Washington Post» άρχισε να σπάζει ρεκόρ συνδρομών κι έγινε ξανά επικερδής.

● Η επιτυχία της προσέλκυσε πάλι τους διαφημιστές. Οι εταιρείες «μαζικού μάρκετινγκ» ενδιαφέρονται πάνω απ’ όλα να απευθύνονται στο λεγόμενο ευρύ κέντρο.

● Κανένα μεγάλο brand, άλλωστε, δεν παραβλέπει το ρίσκο να βρεθεί η καταχώρισή του δίπλα σε fake news ή ακραίο περιεχόμενο.

Το «δωρεάν» και η προπαγάνδα

Αν κάτι μας έμαθε η ιντερνετική εποχή, είναι ότι αυτό που αποκαλείται «δωρεάν» δημοσιογραφία, εφόσον δεν έχει εγκυρότητα, είναι είτε θόρυβος είτε, χειρότερα, προπαγάνδα. Επίσης, μάθαμε ότι, ουσιαστικά, δωρεάν δημοσιογραφία δεν υπάρχει.

Ωστόσο, ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο, ικανό να αποκαταστήσει την εγκυρότητα στον Τύπο αλλά και να είναι βιώσιμο, μπορεί να υπάρξει και, κυρίως, πρέπει να υπάρξει. Για την ποιότητα των δημοκρατιών και των κοινωνιών... Το παράδειγμα της «Washington Post» ενδεχομένως να δείχνει τον δρόμο.

Η σωτηρία του «Guardian»

Ένα άλλο, πρόσφατο παράδειγμα «επανίδρυσης» ενός ιστορικού Μέσου αποτελεί η βρετανική εφημερίδα «Guardian». Στις 15 Ιανουαρίου άλλαξε την εμβληματική, παραδοσιακή της εμφάνιση κι έγινε ταμπλόιντ. Το Guardian Media Group (GMG), η εταιρεία που εκδίδει τις εφημερίδες «Observer» (κυριακάτικη) και «Guardian» (καθημερινή), τα τελευταία δυο χρόνια αντιμετώπιζε τόσο μεγάλες οικονομικές απώλειες, ώστε βρέθηκε μπροστά στην προοπτική του λουκέτου.

Σήμερα, από εκεί που έμπαινε «μέσα», κοντεύει πλέον να ισορροπήσει φτάνοντας στο σημείο που τα κέρδη είναι όσα και τα κόστη. Η ανάκαμψη οφείλεται εν μέρει στη μείωση του κόστους, που έχει ακολουθηθεί σε όλα τα ειδησεογραφικά Μέσα. Όμως αυτό που κάνει ξεχωριστή την περίπτωση του «Guardian» είναι ότι κατάφερε να «αναστηθεί» χωρίς να σταματήσει να προσφέρει δωρεάν την ύλη του online. Η πρόσβαση στα online άρθρα και το σάιτ του παραμένει ελεύθερη.

Η ιστορία έχει ως εξής: Τον Ιανουάριο του 2016 ο νέος διευθυντής του ομίλου GMG Ντέιβιντ Πέμσελ και η αρχισυντάκτρια του «Guardian» Κάθριν Βίνερ ανακοίνωσαν στο προσωπικό ότι το fund βιωσιμότητας του Guardian Media Group, δηλαδή το απόθεμα με σκοπό να εξασφαλίζεται η οικονομική βιωσιμότητα της εφημερίδας στο διηνεκές, έχασε 100 εκατομμύρια λίρες σε μόλις έξι μήνες. Στα ταμεία απέμεναν πια 740 εκατ. λίρες.

Με τον καταιγιστικό ρυθμό των απωλειών οι οικονομικοί σύμβουλοι συνέστησαν να κοπούν δραματικά τα κόστη και να μπει paywall (online συνδρομή) στο σάιτ της εφημερίδας. Ειδάλλως ο όμιλος θα βρισκόταν σύντομα μπροστά σε υπαρξιακή απειλή.

Ο διευθυντής έκοψε πράγματι το κόστος κατά 20%, δηλαδή κατά 50 εκατ. λίρες. Τα προηγούμενα χρόνια ο «Guardian» είχε καταφέρει να μπει στην ιντερνετική εποχή του Τύπου με ένα πολύ μεγάλο, διεθνούς εμβέλειας, online αναγνωστικό κοινό. Όμως, για να το κατακτήσει, είχε προηγουμένως ξοδέψει τεράστια ποσά.

Μεταξύ 2016 και 2018 ο όμιλος μείωσε το προσωπικό του κατά 400 άτομα μένοντας με περίπου 1.500 εργαζομένους. Όμως, αντίθετα με τις περισσότερες μεγάλες εφημερίδες, ο «Guardian» αποφάσισε να μην βάλει paywall. Αντ’ αυτού ακολούθησε ένα πρωτότυπο μοντέλο όχι συνδρομής, αλλά «μελών», όπου ζητά από τους online αναγνώστες του να συνεισφέρουν προαιρετικά όποιο ποσό θέλουν. Η συνεισφορά δεν είναι υποχρεωτική και ο οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση στο online περιεχόμενο άσχετα από το αν θα θελήσει να προσφέρει χρήματα ή όχι.

Τουλάχιστον 600.000 αναγνώστες συνεισφέρουν ήδη. Πολλοί από αυτούς, μάλιστα, όχι με εφάπαξ πληρωμή, αλλά με επαναλαμβανόμενα ποσά. Το Guardian Media Group ανακοίνωσε ότι το συνολικό ποσό από τις προαιρετικές συνεισφορές των αναγνωστών φτάνει πλέον σε επίπεδα δεκάδων εκατομμυρίων λιρών τον χρόνο.

Πώς ανακάμπτει

Ο Πέμσελ δήλωσε πρόσφατα ότι τα έσοδα από τους αναγνώστες της εφημερίδας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και 200.000 συνδρομητές της έντυπης έκδοσης, ξεπερνούν τα έσοδα από τις διαφημίσεις. Το όλο εγχείρημα σημαίνει διαρκώς μειούμενες λειτουργικές απώλειες. Ο «Guardian» ανακάμπτει. Από 69 εκατομμύρια λίρες ζημιά το 2016, μείωσε σε 45 εκατ. λίρες το 2017.

Για φέτος ο «Guardian» ανακοίνωσε ότι περιμένει οι απώλειες να έχουν μειωθεί στα 25 εκατομμύρια λίρες. Κι εκτιμά ότι του χρόνου θα εξισορροπήσουν. Δηλαδή από το 2020 υπολογίζουν πλέον σε κέρδη. Εξάλλου το ότι η εφημερίδα εγκατέλειψε τα δικά της πιεστήρια κι έγινε ταμπλόιντ τής εξοικονόμησε κάμποσα ακόμη εκατομμύρια λίρες τον χρόνο. Ο «Guardian» μπορεί τώρα να μοιάζει περισσότερο με τις άλλες εφημερίδες στην όψη, όμως η ιστορία της επανεκκίνησής του παραμένει πρωτότυπη.

Η εποχή της μεγαλύτερης κρίσης του Τύπου συμπίπτει με τη μεγαλύτερη κρίση της οικονομίας και την άνοδο του αυταρχισμού διεθνώς. Η επανεφεύρεση - επανίδρυση της δημοσιογραφίας αποτελεί επείγουσα ανάγκη. «Washington Post» και «Guardian» δεν αποτελούν μόνο δυο φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά ενδεχομένως δείχνουν και το νέο μοντέλο των ΜΜΕ του 21ου αιώνα.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.