16/11/2018 21:31:29
31.5.2018 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2022 στις 24-5-2018

Ιδεολογική πρόσληψη του παρελθόντος

Ιδεολογική πρόσληψη του παρελθόντος - Media

 

Ένα σημαντικό θέμα σχετικά με τις ιστορικές περιόδους είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτές αξιολογούνται. Αλήθεια, πώς αξιολογούμε το παρελθόν, πώς το ενσωματώνουμε στη σύγχρονη αντίληψη, τι κρατάμε και τι απορρίπτουμε και για ποιους λόγους ή με ποια κριτήρια; Πώς και γιατί γίνεται περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτή μια ιστορική περίοδος από το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας;

Για παράδειγμα, η κλασική αρχαιότητα τυγχάνει της γενικής αποδοχής στο σύνολό της. Άραγε, αυτή η γενικευμένη αίσθηση βασίζεται σε ιδιαιτέρες γνώσεις και τεκμήρια, στην περίεργη αλλά ταυτόχρονα ισχυρή αντίληψη ότι όσο πιο παλιό τόσο σπουδαιότερο, ή προκύπτει από τα αντικειμενικά δεδομένα της εποχής και του ρόλου που αυτή έπαιξε για τον εγχώριο και παγκόσμιο πολιτισμό;

Αλήθεια τι θαυμάζει σήμερα ο νεοέλληνας στον Παρθενώνα, πέραν του ότι αποτελεί ένα θαύμα αρχιτεκτονικής, μια αξεπέραστη αίσθηση του ωραίου; Ελάχιστοι είναι εκείνοι που ενδιαφέρονται για τη λειτουργία του και την ιστορική συνθήκη μέσα στην οποία δημιουργήθηκε ή τον συμβολισμό του. Τα ασύγκριτα έργα τέχνης της αρχαιότητας εντυπώνονται γενικά μέσα σε έναν ουδέτερο αισθητικό θαυμασμό, που αγνοεί τη λειτουργία για την οποία οικοδομήθηκαν.

Βέβαια και σε άλλες εποχές και σε άλλους πολιτισμούς δημιουργήθηκε η ανάγκη αντίστοιχων συμβόλων μεγαλείου της θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας με λιγότερο εντυπωσιακά αποτελέσματα. Άρα το να αντιλαμβανόμαστε τον Παρθενώνα λιγότερο ουδέτερα, δίνοντας έμφαση στον συμβολισμό του που εκφράζει και τον αθηναϊκό επεκτατισμό, είναι σαν να αρνούμαστε να κατανοήσουμε τη σημασία των μνημείων για την εποχή τους. Καλούμαστε να μπούμε στη διαδικασία ενός προβληματισμού που διεκπεραιώνεται μέσω του διαλόγου, άρα της δημοκρατίας, και όχι του στείρου και επιβεβλημένου θαυμασμού που γεννά η αντίληψη της μοναδικότητας – που σε μερικές εκδοχές της δημιουργεί το αίσθημα της φυλετικής υπεροχής.

Το πώς αξιολογούμε το παρελθόν σχετίζεται από το πόσο αξιοποιήσιμο είναι αυτό στο σήμερα. Για παράδειγμα, η περίοδος της ρωμαϊκής κυριαρχίας αντιμετωπίζεται απλοϊκά και το μόνο που είναι γνωστό ευρέως είναι ότι οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τη χώρα μας με τα όπλα ενώ οι αρχαίοι μας πρόγονοι τους «κατέκτησαν» με τον πολιτισμό τους. Ωστόσο, αναρωτιέται κανείς αν με αυτές τις συνθήκες μπορεί να αντιληφθεί και να αξιοποιήσει το παρελθόν. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελληνιστική περίοδο, όπου ξεχωρίζονται επιλεκτικά οι άθλοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η βυζαντινή περίοδος θεωρείται σκοταδιστική και άνευ σημασίας, η οθωμανοκρατία ως περίοδος σκλαβιάς δίχως ουσιαστικές διεργασίες, μια περίοδος αποκομμένη από τις ιστορικές εξελίξεις. Γενικότερα, επιλέγουμε συνήθως τα φωτεινότερα κομμάτια των ιστορικών περιόδων. Αρκούμαστε να πηδάμε από μεγάλες στιγμές σε μεγαλύτερες, αρνούμενοι να διδαχτούμε από τις περιόδους κρίσης, παρακμής και εθνικών λαθών.

Αυτή η εξιδανικευμένη, σε βάρος της πραγματικότητας, ιστορική εικόνα είναι πηγή πολλών εθνικών παρεξηγήσεων και παρερμηνειών, όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του παρόντος. Η αντίληψη του παρελθόντος που καλλιέργησε με διαφόρους τρόπους το νέο ελληνικό κράτος μέσα από λαμπρές και αψεγάδιαστες σελίδες, δημιουργώντας μιαν εν πολλοίς κενή περιεχομένου και απολύτως ανακριβή εικόνα, πληρώθηκε τελικά με μεγάλο αντίτιμο.

Για παράδειγμα, στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, η Μεγάλη Ιδέα εμφανίστηκε ως ένα αλυτρωτικό κίνημα το οποίο προωθούσε την ιδέα της επέκτασης των εδαφών μας σε όλες τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις οποίες κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Ταυτόχρονα, εμπνεόταν και από εκείνα τα μέρη τα οποία ανήκαν ιστορικά κατά την αρχαιότητα στον ελληνικό κόσμο, όπως οι περιοχές των νοτίων Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας. Αυτή η ιδέα πέρασε σαν πεποίθηση μέσα από το ιδεολόγημα της αδιάλειπτης συνέχειας του αρχαίου ελληνικού κόσμου μέσω του Βυζαντίου και ως τη συγκρότηση του νεοελληνικού κρατιδίου. Πέρασε όχι σαν μια πολιτισμική παρουσία, αλλά σαν γεωγραφική – εδαφική απαίτηση.

Βλέπουμε ότι λίγα μόλις χρόνια μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κρατιδίου, το 1884, ο Κωλέττης δεν δίστασε να ονειρευτεί την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Έτσι έχουμε την αντιστροφή των ρόλων: η Ελλάδα από απειλουμένη, να απειλεί τώρα από τη μεριά της την Τουρκία. Η Κωνσταντινούπολη έπρεπε να γίνει η πρωτεύουσα του κράτους!

«Το Βασίλειον της Ελλάδος, δεν είναι η Ελλάς. Αποτελεί ένα μέρος μόνον, το πλέον μικρόν και το πλέον πτωχόν της Ελλάδος. Έλληνας δεν είναι μόνο αυτός που ζει μέσα σ’ αυτό το βασίλειο αλλά και αυτός που ζει σε οποιονδήποτε τόπο που σχετίζεται με την ελληνική ιστορία ή την ελληνική φυλή. Υπάρχουν δυο κέντρα ελληνισμού: Αι Αθήναι είναι η πρωτεύουσα του Βασιλείου. Η Κωνσταντινούπολη είναι η μεγάλη πρωτεύουσα, η Πόλις, το όνειρο και η ελπίς όλων των Ελλήνων».

Για αυτήν την ομιλία Κωλέττη στη Βουλή, ο Πάλμερστον, υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου και μέγας γνώστης των ζητημάτων της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής, έκανε λόγο για «επιθετικότητα εναντίον της Τουρκίας».

Ακόμα και σήμερα, το μακεδονικό ή σκοπιανό ζήτημα αντιμετωπίζεται με όρους κομματικών συσχετισμών, λες και τον λαϊκισμό σε όλες του τις μορφές δεν τον έχει πληρώσει ιδιαίτερα ακριβά αυτός ο τόπος, κυρίως όταν αυτός συνδέεται με την πατριωτική ρητορική…

Τέλος, το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί προφανώς ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά απαντάται ευρέως ακόμα και στην Ευρώπη της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Από τον βορρά μέχρι το νότο, λαοί με ξεχωριστά εθνικά χαρακτηριστικά, με διαφορετικά ήθη και έθιμα, γλώσσα και πολιτισμό αναζητούν το ένδοξο παρελθόν τους, τα μοναδικά κοινά χαρακτηριστικά τους προκειμένου να δημιουργήσουν τη δική τους ξεχωριστή οντότητα.

Στο πλαίσιο της δημιουργίας εθνικής συνείδησης και εθνικής οντότητας διαστρεβλώνεται η εικόνα του άλλου, του διαφορετικού, του «κατώτερου». Το πρόβλημα, ωστόσο, περιπλέκεται περαιτέρω μετά την έξαρση του μεταναστευτικού ρεύματος προς τις ευρωπαϊκές χώρες και τον υπαρκτό πλέον κίνδυνο της ισλαμοποίησης της ευρωπαϊκής ηπείρου, όπου ο δικαιωματισμός και η αλλοπρόσαλλη πρόσληψη της πολυπολιτισμικότητας δημιουργούν έναν νέο κύκλο με ακραίες συνέπειες, στρέφοντας την Ευρώπη σε έναν λαϊκισμό που δύσκολα αντιμετωπίζεται με τα εργαλεία του ευρωπαϊκού διαφωτισμού…

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.