19/10/2018 11:17:19
2.7.2018 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2027 στις 28-6-2018

Βαριές υποχρεώσεις

Βαριές υποχρεώσεις - Media
 
Τα τελικά κείμενα της συμφωνίας του Λουξεμβούργου έρχονται το ένα μετά το άλλο στην επιφάνεια και ουσιαστικά επιτρέπουν να διαμορφωθεί μια απολύτως σαφής εικόνα σχετικά με το ποια θα είναι η «επόμενη ημέρα» της χώρας.
Μέχρι το τέλος Ιουλίου δεν θα μας έχει μείνει καμία απορία, καθώς το Eurogroup στις 12 Ιουλίου θα εγκρίνει το κλείσιμο του τρίτου μνημονίου, ενώ το διοικητικό συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης θα αποκαλύψει τους όρους υπό τους οποίους θα μπορούν να αξιοποιηθούν τα περίπου 15 δισ. ευρώ που θα δοθούν στην Ελλάδα ως τελευταία δόση από την τρίτη δανειακή σύμβαση.
Είναι πολλά τα κείμενα που περιγράφουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τις υποχρεώσεις της επόμενης ημέρας. Ουσιαστικά η επόμενη κυβέρνηση – ανεξαρτήτως του χρόνου των εκλογών – δεν θα καταφέρει να συντάξει προϋπολογισμό με χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Θα πρέπει να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα μέτρα με κεντρικότερο τη μείωση του αφορολογήτου (δεδομένου ότι η μείωση των συντάξεων θα έχει ήδη γίνει από τις αρχές του 2019) και να προωθήσει μια σειρά από ιδιωτικοποιήσεις και αποκρατικοποιήσεις. Η χρήση του «μαξιλαριού ασφαλείας» δεν θα γίνεται ελεύθερα, καθώς η όποια απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται σε συνεννόηση με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.
Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο θα διατίθενται πιθανά «υπερπλεονάσματα» θα πρέπει να συζητείται με τους δανειστές, αν και η επόμενη κυβέρνηση είναι προφανές ότι θα απολαύει πολύ μεγαλύτερης ανεξαρτησίας όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση.
 
Τι προβλέπεται
Το πλήρες «πακέτο» της συμφωνίας περιλαμβάνει (ή θα περιλαμβάνει, καθώς υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες) τα ακόλουθα επιμέρους κείμενα:
1. Τη συμφωνία του Eurogroup με το «παράρτημα» το οποίο αναφέρει τις έξι «μεταρρυθμίσεις» που θα πρέπει να υλοποιηθούν σχεδόν στο σύνολό τους έως και το 2022.
2. Το τελικό κείμενο συμμόρφωσης (compliance report), το οποίο σε μεγάλο βαθμό «εξηγεί» πώς θα υλοποιηθεί η ελληνική δέσμευση για παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 2,2% σε έναν μακρύ χρονικό ορίζοντα έως και το 2060.
Η συμφωνία προβλέπει ότι μέχρι και το 2022 θα πρέπει να παραχθούν πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, ενώ αυτό το ποσοστό θα μειώνεται κατά μισή ποσοστιαία μονάδα ανά έτος μέχρι να φτάσουμε στο 2,2%. Δηλαδή το 2023 το πρωτογενές πλεόνασμα θα είναι 3% και το 2024 2,5% πριν φτάσουμε στο σημείο από το 2025 και μετά να παράγουμε πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% μέχρι και το 2060. Με λίγα λόγια η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να συντάξει:
● Τον προϋπολογισμό του 2020, ο οποίος θα προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ.
● Τον προϋπολογισμό του 2021 με πρωτογενές πλεόνασμα επίσης 3,5% του ΑΕΠ.
● Τον προϋπολογισμό του 2022, που θα είναι και ο τελευταίος με τον στόχο του 3,5%.
● Τον προϋπολογισμό του 2023 – τελευταίο έτος της νέας διακυβέρνησης, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα τηρηθούν οι συνταγματικές προθεσμίες –, ο οποίος θα προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3% του ΑΕΠ.
3. Τη συμφωνία με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας για τους όρους αξιοποίησης του «αποθεματικού ασφαλείας». Στην επόμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου για την έγκριση της εκταμίευσης της δόσης των 15 δισ. ευρώ θα εγκριθεί και ένα πλαίσιο κανόνων, το οποίο μεταξύ άλλων θα προβλέπει τα εξής:
● Η Αθήνα δεν θα μπορεί να προχωρεί σε πρόωρες αποπληρωμές δανειακών υποχρεώσεων αποκλειστικά με πόρους από τον ειδικό λογαριασμό. Θα πρέπει να διαθέτει και δικούς της πόρους, κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει να κρατά συνεχώς «ανοικτή» τη γραμμή χρηματοδότησης από τις αγορές.
● Δεν θα επιτρέπεται η μείωση του υπολοίπου του ειδικού λογαριασμού πάνω από τα συμφωνημένα όρια, καθώς ο ESM θα θέλει να διασφαλίσει ότι θα υπάρχει πάντοτε διαθέσιμο ένα ποσό προς αξιοποίηση σε περίπτωση που επιδεινωθούν απότομα οι συνθήκες στις διεθνείς αγορές.
● Δεν θα είναι εφικτό να αλλάξει η χρήση για την οποία θα προορίζεται το περιεχόμενο του ειδικού λογαριασμού, αν δεν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. του ESM.
 
Οι αγορές αποφασίζουν
Τι θα σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη για την επόμενη κυβέρνηση;
1. Ότι θα έχει μεν πολλά «όπλα» στη διάθεσή της για να εξυπηρετήσει το ελληνικό χρέος, αλλά δεν θα μπορεί να αφεθεί στην ασφάλεια του «μαξιλαριού».
Ο ESM ουσιαστικά θα υποχρεώνει τον υπουργό Οικονομικών και τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να βρίσκονται σε συνεχείς επαφές με τις αγορές τόσο για να τιμολογούνται συνεχώς τα ελληνικά ομόλογα όσο και για να μην μειώνεται ανεξέλεγκτα το αποθεματικό ασφαλείας.
Αυτό σε μεγάλο βαθμό εξηγεί και τη δήλωση που έκανε προχθές το μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μπενουά Κερέ: «Η Ελλάδα είχε μέχρι τώρα διάλογο με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ από εδώ και πέρα θα έχει διάλογο με τις αγορές. Αυτό δεν θα είναι ούτε πιο εύκολο ούτε πιο ευχάριστο».
2. Ότι οι προϋπολογισμοί θα πρέπει να είναι σφιχτοί για να επιτευχθεί ο βασικός στόχος της παραγωγής των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Από το μεσοπρόθεσμο σχέδιο δημοσιονομικής στρατηγικής που ψήφισε η Βουλή προκύπτει ότι οι όποιες μειώσεις φορολογικών συντελεστών θελήσει να υλοποιήσει η επόμενη κυβέρνηση (αλλά και γενικότερα οι όποιες αλλαγές θελήσει να περάσει οι οποίες επιφέρουν δημοσιονομικό κόστος) θα πρέπει να «χρηματοδοτούνται» από υπερπλεονάσματα.
Αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους δεν επιτρέπονται καθώς βάσει αυτών έχει συνταχθεί και η έκθεση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Έτσι, η σημερινή κυβέρνηση ελπίζει ότι θα κλείσει με υπερπλεόνασμα τη φετινή χρονιά για να χρηματοδοτήσει ένα κοινωνικό μέρισμα μέχρι το τέλος του χρόνου, όπως επίσης ελπίζει ότι θα πείσει τους δανειστές μέχρι τον Νοέμβριο – οπότε θα κατατεθεί ο προϋπολογισμός της επόμενης χρονιάς – ότι υπάρχει δημοσιονομικό περιθώριο για φορολογικές ελαφρύνσεις της τάξεως των 700 εκατ. ευρώ.
Αντίστοιχα η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 4% ή και παραπάνω για να μπορεί να «χρηματοδοτεί» μειώσεις φορολογικών συντελεστών, οι οποίες μάλιστα είναι αμφίβολο αν θα μπορούν να έχουν μόνιμο χαρακτήρα.
3. Ότι οι συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να υλοποιούνται στην ώρα τους. Κάθε τρίμηνο οι εκπρόσωποι των θεσμών θα έρχονται στην Αθήνα και θα κάνουν αξιολόγηση.
Από την έκθεσή τους θα προκύπτει αν τηρούνται τα συμφωνηθέντα και βάσει αυτής της έκθεσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αλλά και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες θα υλοποιούν την απόφαση του Eurogroup για την επιστροφή της εξαμηνιαίας δόσης με τα κέρδη από τα ANFAs και τα SMPs.
Το ποσό των 4,8 δισ. ευρώ θα σπάσει σε οκτώ δόσεις των 600 εκατ. ευρώ και κάθε δόση θα δίδεται ανά έξι μήνες, αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο του 2018. Και μόνο αυτό αρκεί για να γίνει αντιληπτό ότι η πρώτη «μεταμνημονιακή εποπτεία» της ελληνικής οικονομίας θα γίνει φέτος το φθινόπωρο, με το που θα «κοπάσουν» δηλαδή οι εορτασμοί για την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια.
 
«Μεταρρύθμιση» οι συντάξεις
Παρά το «κλίμα» που τείνει να δημιουργηθεί και πάλι, ότι η σημερινή ή οι επόμενες κυβερνήσεις θα μπορούν να ανατρέψουν συμφωνημένες πολιτικές υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούν να παρουσιάσουν δημοσιονομικά «ισοδύναμα», από τα κείμενα της συμφωνίας προκύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι εφικτό χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών.
Προφανώς στο επίκεντρο της προσοχής βρίσκεται το θέμα της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις. Οι δανειστές αντιμετωπίζουν το συγκεκριμένο μέτρο – το οποίο έχει «προϋπολογισμό» της τάξεως των 3 δισ. ευρώ – ως «μεταρρύθμιση», καθώς εκτιμούν ότι η δαπάνη για τις συντάξεις εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλή.
Επίσης στην έκθεση βιωσιμότητας του χρέους η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέβασε τον μεσοπρόθεσμο στόχο της ανάπτυξης από το 1,5% στο 1%, εκτιμώντας ότι η γήρανση του πληθυσμού θα δημιουργήσει πρόβλημα στην πορεία της οικονομίας.
Με μια τέτοια παραδοχή πολύ δύσκολα θα μπορούσε να περάσει ένα αίτημα για άρση ενός κεντρικού μέτρου, όπως είναι η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, πόσο μάλλον όταν έχουν περάσει μόλις μερικές εβδομάδες από την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής, το οποίο στηρίχτηκε και στη δημοσιονομική απόδοση του συγκεκριμένου μέτρου.
 
Η έλλειψη ρευστότητας
Η επόμενη κυβέρνηση – όπως και η τωρινή άλλωστε – θα αισθανθεί ιδιαίτερη πίεση και από την εκτεταμένη ανάγκη να υπάρξει ρευστότητα στην ελληνική οικονομία το επόμενο διάστημα. Η έλλειψή της είναι εμφανής στην αγορά. Ήδη από τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου φάνηκε ότι η ανάπτυξη δεν στηρίζεται στην κατανάλωση των νοικοκυριών και εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την πορεία των εξαγωγών.
Μπροστά υπάρχουν παράγοντες που θα πιέσουν ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα: η επιταχυνόμενη πίεση για τη διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων, η τακτοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στην εφορία, η μείωση του αφορολογήτου, αλλά και η περικοπή των συντάξεων. Μένει να φανεί και το πώς θα αντιμετωπιστούν αυτοί οι παράγοντες για να αναπληρωθεί η χαμένη ρευστότητα, αλλά και το πώς θα βρεθεί «φρέσκο χρήμα» για να στηριχθεί ο στόχος της ανάπτυξης.
Δύσκολα πράγματα, ε;

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.