19/07/2018 02:46:25

Πολιτική συσκότιση των λαών

 

Είναι σαφέστατο πως τα πολιτικά κόμματα στη σημερινή Ελλάδα, αν δεν εκκινούν από την προσπάθεια περαιτέρω πολιτικής συσκότισης  των Ελλήνων, τουλάχιστον τη θεωρούν δεδομένη και με βάση αυτή σχεδιάζουν τη στρατηγική και τη ρητορεία τους. Η οποία στρατηγική και ρητορεία  τείνουν να ανατίθενται σχεδόν αποκλειστικά σε διαφημιστικές εταιρείες και «συμβούλους επικοινωνίας». Άλλωστε σήμερα  στη χώρα μας,   η ουσιαστική πολιτική   πρακτική δεν σχεδιάζεται πλέον από μάς. Αποφασίζονται από ξένα κέντρα,  οι δικοί μας πολιτικοί αρχηγοί δεν είναι παρά τοποτηρητές των αποφάσεων άλλων.  Οι δε πέραν των αρχηγών των κομμάτων «πολιτικοί» –βουλευτές και αφισοκολλητές- δεν αποκλείω να είναι και αυτοί συσκοτισμένοι ή εν πάση περιπτώσει δεν ενδιαφέρονται για την ουσία της δουλειάς τους. Άλλωστε η τηλεόραση έχει   επιτύχει εξηλιθίωση μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού, ιδίως των νέων: δείτε τα ποσοστά τηλεθέασης των survivors, power of love, τηλεπαιχνιδιών, ποδοσφαίρου, κουτσομπολιών, κ.λ.π. Μέρος αυτού του λαού είναι και οι πολιτευτές μας, ενδεχομένως μάλιστα να είναι το περισσότερο υποβαθμισμένο και αναξιοπρεπές (και ανεπάγγελτου)  μέρος του.

Επιτρέψτε μου όμως να ελπίσω πως κάποτε   το «συλλογικό ασυνείδητο» του λαού μας, όπως θα έλεγε ο Jung, που θέλω να πιστεύω πως διασώζεται, αφυπνιστεί. Ίσως και οι τοποτηρητές-αρχηγοί να προσπαθούν να  διαχειριστούν τις έξωθεν εντολές, με δεδομένη την πραγματική ισχύ της χώρας μας, κατά τον καλλίτερο τρόπο.   Άλλωστε, όπως είχε πεί ο Τσώρτσιλ, δεν χρησιμεύει σε τίποτα να είμαστε απαισιόδοξοι.     

Ας δούμε όμως πως συντελείται και επιδεινώνεται η συσκότισή μας. Σε παλαιότερο κείμενό μου είχα αναφερθεί στους δημαγωγικούς όρους «δεξιά» και «αριστερά», που μας ταλανίζουν χρόνια τώρα και που πάνω σε αυτούς παίζεται το κύριο παιχνίδι της εξαπάτησης: «….οι όροι δεξιά και αριστερά εισήχθησαν στο πολιτικό λεξιλόγιο μετά τη συντακτική συνέλευση στην επαναστατημένη Γαλλία του 1789. Σε αυτήν τη συνέλευση υπήρξαν δύο απόψεις, οι απόψεις αυτών που κάθονταν δεξιά του Λουδοβίκου του ΙΣΤ’ και αυτών που κάθονταν αριστερά. Οι ακραιφνώς βασιλικοί ήταν οι «δεξιοί», οι δημοκρατικότεροι ήταν οι «αριστεροί». Γενικεύοντας, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο «δεξιός» τάσσεται υπέρ της συντήρησης της ισχυρής κεντρικής εξουσίας, ο δε «αριστερός» αποβλέπει σε ενίσχυση της συλλογικότητας. Γρήγορα όμως οι όροι διαστράφηκαν, για προπαγανδιστικούς λόγους. Η μεν «αριστερά» κατέληξε και αυτή να στηρίζει την κεντρική εξουσία και το κρατικιστικό μοντέλο – κράτος πανίσχυρο, που ελέγχει και καθορίζει τα πάντα και που ελέγχεται από μια κεντρική εξουσία, δες τη μητρική πρώην Σοβιετική Ένωση–  η δε «δεξιά» δημαγωγούσε και δημαγωγεί άλλοτε προς τον κρατισμό άλλοτε προς τον φιλελευθερισμό, αναλόγως της στιγμής…... Οι πολιτικοί υιοθέτησαν ευχαρίστως, διατήρησαν και χρησιμοποίησαν κατά το δοκούν τους όρους αυτούς, με αποτέλεσμα την απόλυτη σύγχυση και το πεδίο εξαπάτησης των πολιτών ελεύθερο….»[i]

Η «δεξιά» με άλλα λόγια, «καταστατικώς», δεν ήταν άλλο από πολιτικές απόψεις που διατείνονταν πως στόχευαν σε  ένα ισχυρό κεντρικό κράτος. Η «αριστερά» όμως  κατάληξε και αυτή να πρεσβεύει ένα ισχυρό κεντρικό κράτος.  Απλώς προτάσσει έναν άλλο τρόπο συγκρότησής του, με τον χαρακτηρισμό «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό», σχήμα μάλλον οξύμωρο, αν αναλογιστούμε την ποιότητα της δημοκρατίας στη χώρα που εισήγαγε αυτόν τον όρο: η πρώην Σοβιετική Ένωση, έδειξε την πολύ αυστηρότερη επικέντρωσή της σε μια κεντρική  και αυστηρότατη  διοίκηση. Φιλοσοφικά άλλωστε δεν διέφερε από την «δεξιά»:  ο Άνταμ Σμιθ και ο Μαρξ, δίνουν το ίδιο νόημα στην ευτυχία του ανθρώπου, φιλοσοφικώς ταυτίζονται. Διαφέρουν στον τρόπο: ο Άνταμ Σμιθ θεωρούσε πως η κοινωνία θα επωφελείτο από το «αόρατο χέρι». Ο Μαρξ ανέλυσε τον τρόπο δημιουργίας υπεραξίας από την εργασία, υπέρ του κέρδους των κατεχόντων τα μέσα παραγωγής και σε βάρος των εργαζομένων σε αυτά. Έτσι θέλησε αυτή η υπεραξία να κατανέμεται διαφορετικά και επαρκέστερα  προς τον λαό, το πανίσχυρο κράτος θα φρόντιζε γι’ αυτό (η πρώην Σοβιετική  Ένωση πάντως δεν τον δικαίωσε, στο βαθμό βεβαίως που αυτή λειτουργούσε «μαρξιστικά» και στο βαθμό που αν ζούσε σήμερα ο Μαρξ θα την υποστήριζε).   

Άρα τελικώς, όταν ψηφίζουμε κόμματα «δεξιά» ή «αριστερά», απλώς διαφωνούμε στον τρόπο που θα ισχυροποιήσουμε το κράτος, που θα (πρέπει να) προνοεί για τους πολίτες του. Πάντως και τα δύο το ίδιο πρακτικώς υπηρετούν: ένα ισχυρό κράτος. 

Η πραγματικά αντίθετη πολιτική ιδεολογία ήταν –και είναι- ο   «φιλελευθερισμός», όχι αυτός   του Άνταμ Σμίθ, αλλά αυτός του απόλυτου  οικονομικού laissez faire και της υποβάθμισης της κεντρικής διοίκησης και της κεντρικής (κρατικής) εξουσίας. Επαναλαμβάνουμε όχι αυτόν του Ανταμ Σμίθ, που υποστήριζε την παρουσία του κράτους ως   παραγωγό των αναγκαίων έργων από τα οποία δεν θα είχαν κέρδος οι ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης των φτωχότερων πολιτών, την ασφάλεια και την άμυνα του. (Ο Άνταμ Σμιθ προέκρινε ελεύθερη μεν οικονομία, αλλά με ένα «λελογισμένο ανταγωνισμό», προϋποθέτοντας ηθική στις οικονομικές συναλλαγές). Επίσης πολιτικά αντίθετη είναι και η «αναρχία», που όπως έχουμε ήδη επισημάνει σε παλαιότερο άρθρο μας, δεν είναι παρά το ανώτατο στάδιο[ii] του «φιλελευθερισμού».

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και το ιδεολόγημα του «κέντρου», με επικλήσεις «κοινωνικού φιλελευθερισμού» ή σύζευξης φιλελευθερισμού και κρατισμού προς όφελος των πολιτών, θα λέγαμε με περισσότερο Άνταμ Σμίθ. Ως πρόδρομο πρέπει να θεωρήσουμε τον οικονομολόγο Τζων Κέϋνς.  Σε μεγάλο βαθμό ένα  είδους  «κέντρου» είναι αυτό που παρήγαγε σοβαρό έργο στην Ευρώπη, μέχρι την επικράτηση, από τις τελευταίες δεκαετίες του ΧΧου αιώνα, ενός πανίσχυρου και παγκόσμιας εμβέλειας χρηματοπιστωτικού συστήματος, αγνώστων για τους λαούς διαχειριστών, που αποτελεί την πραγματική εξουσία και μάλλον δεν εντάσσεται σε καμία από τις παραπάνω πολιτικές θεωρίες, χρηματοπιστωτικό σύστημα που έχει καταδήλως οδηγήσει τη Δύση σε πολλαπλά αδιέξοδα (θεωρούμε πως δεν θα αντέξει, τουλάχιστον με τη σημερινή του μορφή, για πολύ ακόμα, αλλά αυτό δεν είναι αντικείμενο του παρόντος σημειώματος). Σε κάθε περίπτωση αυτό το «κέντρο» δείχνει πως δεν έχει βρεί ακόμα την ταυτότητά του, ίσως και τα «κεντρώα» κόμματα να θεωρούν πως δεν τα  εξυπηρετεί η αποσαφήνιση των πολιτικών τους απόψεων.  

Τελικώς μάλλον ο διαχωρισμός των Άγγλων σε «συντηρητικούς» και «εργατικούς» φαίνεται ειλικρινέστερος. Οι «συντηρητικοί» τάσσονται υπέρ του ισχύοντος τρόπου πολιτικής πρακτικής (διάρθρωση της κοινωνίας,  παραγωγής πλούτου για τη χώρα, κ.λ.π.), οι «εργατικοί» στοχεύουν σε περισσότερη υποστήριξη των εργατών. Δεν μιλάμε βέβαια για ουσιαστικές διαφορές  πολιτικής θεωρίας, αλλά ας πούμε για κάποιες δεδηλωμένες στοχεύσεις.

Στην Ελλάδα οι όροι «δεξιά» και «αριστερά», χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον και απολύτως δημαγωγικά, δημιουργώντας γι’ αυτό φανατισμούς και διχασμούς. Η «δεξιά» διακήρυττε ως στόχο της ένα κράτος με ανταγωνιστική οικονομία, αλλά ταυτόχρονα και ένα κράτος πρόνοιας, τηρουμένων των δυνατοτήτων της χώρας μας. Άλλωστε γι’ αυτό και έπαιρνε ανάλογα ονόματα, όπως π.χ. «λαϊκό κόμμα». Η Βασιλεία ήταν αποδεκτή από αυτήν τη «δεξιά», καθόσον ο θεσμός αυτός απέβλεπε επίσης σε ένα ισχυρό κεντρικό κράτος –υπό τον Βασιλέα και την κυβέρνηση που αυτός διόριζε (ο οποίος Βασιλεύς μπορούσε  «να κάνει πρωθυπουργό και τον κηπουρό του». Αλλά αυτό δεν έγινε και τα τελευταία «δημοκρατικά» χρόνια στην Ελλάδα, όταν πρώην πανίσχυρος υπουργός έλεγε πως «αν δεν ήταν ο Ανδρέας δεν θα μας ήξεραν μήτε οι θυρωροί μας»;). 

Η «αριστερά» και αυτή  ήταν ομοίως «κρατικιστική», επίσης διακηρύττοντας κράτος που θα προνοεί για τους πολίτες του, μάλιστα διακήρυττε πως θα προνοούσε καλλίτερα από τους «δεξιούς», οι οποίοι, κατά τη γνώμη της, ενδιαφέρονταν για τους πλουσίους, ενώ αυτή για τους φτωχούς. Η διαφορά δηλαδή έγκειτο μόνο στον τρόπο λειτουργίας του ισχυρού κράτους, με αρκετές όμως εκατέρωθεν (και σκόπιμες) ασάφειες. Η «αριστερά» ήταν μάλιστα περισσότερο κρατικιστική, ως  περισσότερο πιστή και υπάκουη στο Κράτος. Όχι όμως το ελληνικό, αλλά το μητρικό, στο Κράτος όλων των «προοδευτικών» κρατών, αυτό της  Σοβιετικής Ένωσης. Στις περιπτώσεις που   μέλη της εστράφησαν προς άλλο κράτος -π.χ. ο Ν. Ζαχαριάδης, που εστράφη σε μια κρίσιμη στιγμή προς το δικό του κράτος, αγνοώντας τις απόψεις του κράτους της Σοβιετικής Ένωσης-  διεγράφησαν από το τότε ΚΚΕ. Το οποίο κάποια στιγμή μάλιστα διαχωρίστηκε σε ΚΚΕ και ΚΚΕ-Εσωτερικού(!).   Ως κύριο αντίπαλο το ΚΚΕ είχε τα «κεντρώα» κόμματα, γι’ αυτό άλλωστε και από αυτά κυρίως διώχτηκε με εξορίες. 

Αντίπαλος όμως του φιλελευθερισμού δεν είναι μόνον η «αριστερά», αλλά είναι και η «δεξιά». Εδώ είναι που στην Ελλάδα αρχίζουν οι δημαγωγίες και οι αποπροσανατολισμοί, είτε διότι έτσι τους «ετάχθη» να δημαγωγούν, είτε από ιδιοτέλεια «πονηρών πολιτευτών», είτε από αμορφωσιά, είτε κι από τα δύο αυτά μαζί  (αυτό το τελευταίο ενδεχομένως το συνηθέστερον). Στα παραδοσιακά «δεξιά»  κόμματα παρεισέφρησαν «φιλελεύθεροι», προσπαθώντας μάλιστα να τα διοικήσουν και μεταλλάξουν. Οι   «δεξιοί» θεώρησαν πως «δεξιά» και «φιλελευθερισμός» ταυτίζονται, με απόλυτη άγνοια των περιεχομένων και των δύο αυτών όρων. Πόσο μάλλον όταν συγχέουν τον «φιλελευθερισμό» με τον απολύτως διαφορετικό «νέο-φιλελευθερισμό», που δείχνει σήμερα να επικρατεί και που πόρρω απέχει από τον φιλελευθερισμό του Άνταμ Σμιθ, που επικαλούνται χωρίς να τον έχουν καν διαβάσει. Αλλά την ίδια σύγχυση έχουν και οι «φιλελεύθεροι», θεωρώντας πως «φιλελευθερισμός» είναι το επικρατούν χρηματοπιστωτικό σύστημα που ουσιαστικά στηρίζει τις άγνωστες οικονομικές ολιγαρχίες-εξουσίες. 

Τέλος, η σημερινή «αριστερά», δηλαδή η παρουσιαζόμενη ως τέτοια από τη δεκαετία του -80,  είναι αυτή που έφερε τον θρίαμβο  του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Από το δήθεν σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ,  μέχρι τις σημερινές οβιδιακές μεταμορφώσεις του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ - πρώην «ΚΚΕ Εσωτερικού» και στη συνέχεια του «Συνασπισμού της αριστεράς και της προόδου»     (με πρώην αρχηγό του σήμερα μέλος του Διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος «Πρίγκιπας Αλβέρτος Β΄ του Μονακό»)- εκτελέστηκαν κατά γράμμα οι πολιτικές αποφάσεις των   κρατών που εξουσιάζουν σήμερα τον δυτικό κόσμο: πλήρης υιοθέτηση και εφαρμογή των εντολών που προέρχονται από τις ηγεσίες (άγνωστες) του σημερινού επικρατούντος χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ηγέτιδος ευρωπαϊκής χώρας που –μάλλον, αν και δεν είναι σίγουρο-  το ελέγχει.

Τα πολιτικά αποτελέσματα που έχουμε δεχτεί από αυτούς τους αποπροσανατολισμούς μας είναι κακά; Όχι όλα, ίσως και κανένα από αυτά, δεδομένων των διεθνών συνθηκών και του μεγέθους της χώρας μας. Ούτε το ότι η «πρώτη φορά αριστερά» έκανε τα πάντα για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, του πρώην, κατ’ αυτήν, οργάνου   των «φονιάδων του λαού». Δεν αμφισβητούμε τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε ως χώρα και την ανάγκη να συμβιβαστούμε. Το «πρέπει να αποφασίσεις με ποιους θα πάς και ποιους θα αφήσεις» δεν είναι εύκολο πράγμα. Αλλά αυτό που θα πρέπει να μας ενοχλεί είναι η μυστική πολιτική. Εδώ μεμφόμαστε τη μυστική διπλωματία, που σε τελευταία ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι μυστική, τουλάχιστον αρχικώς. Δεν είναι δυνατόν όμως να θεωρούμε πως βρισκόμαστε σε δημοκρατικό πολίτευμα, όταν οι πολιτικές επιλογές μας εξαρτώνται από τον  ηθελημένο  πολιτικό αποπροσανατολισμό μας  -από όλα τα σημερινά κόμματα-  και την απόλυτη συσκότισή μας από τα διεθνώς τεκταινόμενα και διακυβευόμενα. 

Ενδεχόμενο ερώτημα: Τι να ψηφίσουμε στις επόμενες εκλογές; Πρόταση:

  • να ψηφίσουμε οποιοδήποτε κόμμα υποσχεθεί να κλείσει αμέσως τα τηλεοπτικά κανάλια που παίζουν σκουπίδια και εξηλιθιώνουν τον ελληνικό λαό. Θα είναι μια καλή αρχή[iii].
  • να ψηφίσουμε το κόμμα που  θα υποσχεθεί   κάθε εβδομάδα να εκθέτει με σαφήνεια τις πολιτικές του επιλογές, τις διεθνείς συνθήκες και τον τρόπο που πολιτεύεται με δεδομένη τη διεθνή πραγματικότητα.
  • Να ψηφίσουμε το κόμμα που θα αφήνει τους βουλευτές του ελεύθερους να ψηφίζουν όπως αυτοί νομίζουν.
  • Να απαιτήσουμε να  καταργηθεί η κατάρα της «δεδηλωμένης»[iv].  Οι βουλευτές δεν είναι πιόνια, κάλλιστα ένας βουλευτής να μπορεί να διαφωνεί με απόφαση υπουργού της κυβέρνησής του ή άλλος αντιπολιτευόμενος να συμφωνεί. Δεν είναι αυτός λόγος να πέσει η κυβέρνηση  (υπάρχουν άλλωστε προς τούτο συνταγματικές προβλέψεις).

Ζητώ πολλά; Όχι, ζητώ τα ελάχιστα!  

 

 

 

[i] http://www.topontiki.gr/article/69131/provlima-mas-einai-kyrios-politiko

[ii] https://www.huffingtonpost.gr/author/nikitas-chiotinis/

[iii] Να λογοκρίνει η κυβέρνηση τα κανάλια; Όχι, αλλά υπάρχει και κάτι απλούστερο: να μη γίνεται πλειοδοτικός διαγωνισμός για την επιλογή των καναλαρχών, αλλά αξιολόγηση προσφορών. Θα αξιολογούνται τα κανάλια των οποίων τα προγράμματα θα καταρτίζονται από Συμβούλια  πνευματικών προσωπικοτήτων.  Αν τα Συμβούλια αυτά διαλυθούν, το κανάλι θα χάνει την Άδειά του.

[iv] http://www.topontiki.gr/article/132804/i-katara-tis-dedilomenis-kai-epistoli-pros-tin-proedro-tis-voylis

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.