19/01/2019 21:23:37
16.1.2012

Ντίνα Κώνστα: «Η Αριστερά είναι σε σύγχυση κι εμείς σε απόγνωση»

Ντίνα Κώνστα: «Η Αριστερά είναι σε σύγχυση κι εμείς σε απόγνωση» - Media

Συνέντευξη στην Ιωάννα Μπλάτσου

Σωτηρία Μπέλλου και Ντίνα Κώνστα. Δύο βιογραφίες δύο σπουδαίων καλλιτεχνών συναντώνται σε αυτήν τη συνέντευξη με αφορμή την παράσταση «Σωτηρία Μπέλλου – Η περιπλανώμενη ζωή μιας ρεμπέτισσας» στο θέατρο Κάππα. Συναντιόμαστε στο αστικό σαλόνι της Ντίνας Κώνστα στο κέντρο της Αθήνας. Η κουβέντα μας ξεκινά με ένα παράδοξο. «Γιατί όλοι μου λένε ότι είμαι από την Καλαμάτα;» με ρωτάει. «Αυτό αναγράφεται στη γνωστή ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Βικιπαίδεια» της απαντώ «και προφανώς όλοι αυτό έχουν διαβάσει για σας». «Μα, δεν είμαι από την Καλαμάτα. Καμία σχέση. Από τη Σάμο είμαι. Θα το βλέπουν και οι συμπατριώτες μου και θα νομίζουν ότι δεν καταδέχομαι τον τόπο μου» μου λέει με συνεσταλμένη ευθιξία κι ευθύς αμέσως διορθώνουμε τα στοιχεία της ιστοσελίδας.

Παιδικά χρόνια στη Σάμο, λοιπόν.

Ήταν πολύ ωραία κι ανέμελα τα παιδικά μου χρόνια στο νησί. Ζούσαμε σε ένα χωριό στο βουνό κι όλα τα παράθυρα του σπιτιού έβλεπαν στη θάλασσα αλλά και στο κτήμα με τα κυπαρίσσια που απλωνόταν γύρω από το σπίτι μας. Γι’ αυτό έχω πάθος με τη θάλασσα και τα κυπαρίσσια. Γιατί όταν πρωτάνοιξα τα μάτια μου αυτά αντίκρισα.

Ήσαστε μοναχοπαίδι;

Όχι, ήμαστε δύο κορίτσια στην οικογένεια. Εγώ ήμουν η μικρότερη και η ζωηρότερη. Ήμουν σκέτο αγοροκόριτσο. Όλο με τα αγόρια έπαιζα, σκαρφάλωνα στα δέντρα, τα πόδια μου πάντα με πληγές από τα παιχνίδια.

Η μαμά σας σάς μάλωνε για τις αταξίες σας;

Η μαμά ευτυχώς είχε την εξυπνάδα να μη μου πηγαίνει κόντρα και να με αφήσει να αναπτυχθώ σύμφωνα με τον χαρακτήρα μου. Ξύλο από τη μητέρα μου δεν είχα φάει ποτέ. Παρόλο που ήμουν πολύ άτακτη ως παιδί. Δεν μαζευόμουν με τίποτα.

Ο μπαμπάς έπαιζε τον ρόλο του αυστηρού;

Ο μπαμπάς δεν υπήρχε. Πέθανε όταν ήμουν τριών μηνών. Δεν τον γνώρισα. Αφού για χρόνια δεν ήξερα και δεν έλεγα τη λέξη «πατέρας». Αλλά υπήρχε ο θείος μου, ο αδερφός του πατέρα μου, ο οποίος ήταν σαν πατέρας μου. Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος, πάρα πολύ καλλιεργημένος, με μια καταπληκτική βιβλιοθήκη. Φανταστείτε, με είχε μάθει να διαβάζω πολύ πριν πάω σχολείο. Του χρωστάω πάρα πολλά.

Το περιβάλλον στο οποίο ζήσατε καλλιέργησε την ανάγκη σας να στραφείτε προς την τέχνη;

Όχι, καθόλου. Εγώ ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός. Υπήρχε μια καταπληκτική σχολή δημοσιογραφίας στις Βρυξέλλες κι εκεί ήθελα να πάω. Αλλά ένας άλλος θείος μου, που θα χρηματοδοτούσε τις σπουδές μου, δεν ήθελε να ακολουθήσω αυτήν τη σταδιοδρομία γιατί η «δημοσιογραφία είναι τυχοδιωκτικό επάγγελμα και δεν κάνει για τις γυναίκες», όπως έλεγε. Κι έτσι, δεν τα κατάφερα να πάω. Στο μεταξύ, ως άνθρωπος βαριόμουν και πολύ εύκολα. Βαριόμουν την καθημερινότητα. Ξεκίναγα πιάνο, μετά το άφηνα. Ξεκίναγα ακορντεόν, τα ίδια. Δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Και δημοσιογράφος ήθελα να γίνω για να φεύγω, να μην κάνω τα ίδια και τα ίδια. Στο μεταξύ, είχα ξεκινήσει να βλέπω παραστάσεις στο Τέχνης και στο Εθνικό και να εντυπωσιάζομαι. Όμως δεν το αποφάσισα αμέσως να γίνω ηθοποιός. Το σκέφτηκα έναν χρόνο και μετά πήρα την απόφαση. Βρήκα λοιπόν μια δουλειά για να έχω έναν μισθό και μετά γράφτηκα στη Σχολή του Χρήστου Βαχλιώτη και μετά στου Κωστή Μιχαηλίδη, όπου εκεί είχα για δασκάλα τη Μαίρη Αρώνη, η οποία ήταν πραγματικά σπουδαία.

Δεν το είχατε ανακοινώσει στους δικούς σας ότι θέλετε να γίνετε ηθοποιός;

Όχι, βέβαια. Γι’ αυτό έπιασα και δουλειά σε μια εταιρεία χρωμάτων, για να πληρώνω εγώ τα δίδακτρα της σχολής. Όμως, προς το τέλος της Σχολής, όταν πλησίαζαν οι εξετάσεις και δεν είχα καθόλου χρόνο για τη δουλειά και αναγκάστηκα να την αφήσω, το είπα στους δικούς μου.

Και; Έπεσε βόμβα;

Όπως το λέτε. Η μάνα μου, όταν της το πρωτοείπα, είχε σοκαριστεί γιατί ήξερε ότι η υποκριτική ήταν ένα σχεδόν κλειστό επάγγελμα εκείνη την εποχή αν δεν είχες γνωριμίες. Κι εμείς δεν είχαμε καμία. Αλλά της άρεσα από την πρώτη στιγμή στη σκηνή. Κι εδώ υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στη μάνα μου και τη μάνα της Μπέλλου. Κι αυτή δεν ήθελε να γίνει τραγουδίστρια η κόρη της – και μάλιστα είχε αντιδράσει πολύ βίαια, εν αντιθέσει με τη δική μου –, αλλά και αυτή την καμάρωνε, όπως με καμάρωνε και μένα η μάνα μου. Διάβαζε κι αυτή τις εφημερίδες για την κόρη της, όπως έκανε και η δική μου μάνα.

Κεφάλαιο Σωτηρία Μπέλλου, λοιπόν. Απελευθερωτικό ή παγιδευτικό να ερμηνεύετε ένα πραγματικό πρόσωπο;

Επικίνδυνο, θα έλεγα. Γιατί, για να ερμηνεύσεις ένα υπαρκτό πρόσωπο, που το ξέρουν όλοι και το έχουν αγαπήσει πολύ, έχει πολύ μεγάλο ρίσκο. Φοβήθηκα μήπως δεν τα βγάλω πέρα, μήπως την «προδώσω». Γι’ αυτό και δουλέψαμε πάρα πολύ με τη σκηνοθέτιδά μου, την Αθανασία Καραγιαννοπούλου. Κάναμε πολύ μεγάλη έρευνα. Μιλήσαμε με πολύ κόσμο που την ήξερε. Επίσης, τυχαία έπεφτα πάνω σε ανθρώπους που την ήξεραν και μάθαινα κι άλλα πράγματα. Να, μια φορά πήρα ένα ταξί και η οδηγός έτυχε να είναι γειτόνισσά της. Μου είπε λοιπόν αυτήν την ιστορία με το «παιδί» που έλεγε ότι είχε η Μπέλλου, αλλά προφανώς έλεγε ψέματα. Της είχε μείνει ένα τραύμα από τότε που έχασε το παιδί της από τις κλοτσιές του άντρα της και μετά έλεγε πως είχε παιδί. Ακόμα και για τον αδερφό της έλεγε πως ήταν γιος της. Ήταν τόσο τραγική αλλά και τόσο ενδιαφέρουσα η ζωή της – είχε κάνει φυλακή, μπήκε δύο φορές στο ψυχιατρείο, έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας –, έπεφτε από την κορυφή στον πάτο και, προφανώς για να ξεφεύγει, έπλαθε ιστορίες με τη φαντασία της και πολλές φορές δεν καταλάβαινες πού σταματούσε η αλήθεια και πού ξεκινούσαν τα ζωτικά ψεύδη. Στην παράσταση λοιπόν έχουμε προσθέσει, πέρα από τα τραγούδια της, κι άλλα στοιχεία από τη ζωή της και βεβαίως τις περιβόητες βρισιές της, τα «μαγκίτικα», γιατί η Σωτηρία είχε ένα στόμα… Μην ξεχνάτε ότι ήρθε στην Αθήνα πολύ μικρή και αναγκάστηκε να επιβιώσει, εκείνη την εποχή μια κοπέλα μόνη, σε καταγώγια, όπου ακούγονταν τα ρεμπέτικα, μέσα στον υπόκοσμο, τους φόνους, τα μαχαιρώματα, τους τσακωμούς, τα ναρκωτικά. Μέχρι που την άκουσε ο Τσιτσάνης το 1948 και την έφερε στο φως. Και το 1949 ο Χατζιδάκις απενοχοποίησε το ρεμπέτικο.

Όντως ο κόσμος των ρεμπέτικων τότε ήταν σκοτεινός.

Ναι, γιατί οι ρεμπέτες είχαν όλοι τους ένα μεγάλο βάσανο πάνω τους, έναν καημό. Κι αυτόν τον κάνανε τραγούδι. Γι’ αυτό τα ρεμπέτικα είναι βαριά τραγούδια και τα τραγουδούν χωρίς τσιριμόνιες, χωρίς τσακίσματα στη φωνή, χωρίς περικοκλάδες. Ομοίως και ο χορός του ρεμπέτικου, το ζεϊμπέκικο, είναι βαρύ και ασήκωτο, που λένε. Ο άνθρωπος πονάει και τον πόνο του τον κάνει χορό. Σαν να χορεύει πάνω στα συντρίμμια. Και κυρίως δεν πρέπει αυτά τα τραγούδια να τα χορεύουν γυναίκες, όπως έλεγε και ο Δαμιανός. Είναι κατ’ εξοχήν αντρικός χορός. Όχι σαν κάποιες που βάζουν το μίνι και τις τακούνες και χορεύουν. Ε, όχι!

Στην παράσταση ακούγονται διάφορα τραγούδια της Μπέλλου, ενώ στην αρχή και στο τέλος της το «Δεν λες κουβέντα» του Δήμου Μούτση.

Προσωπικά, πάντως, όταν αισθάνομαι ότι πρέπει να βγω και να μιλήσω, να πάρω θέση, το κάνω. Είμαι στην Αριστερά και ποτέ δεν έχω μασήσει τα λόγια μου.

Πώς βλέπετε την Αριστερά σήμερα; Ποιος είναι ο ρόλος της; Ή, μάλλον, έχει ρόλο;

Κανέναν, δυστυχώς. Η Αριστερά είναι σε σύγχυση κι εμείς σε απόγνωση. Κοιτάξτε γύρω σας. Από τη μια υπάρχει κόσμος που πραγματικά υποφέρει και από την άλλη υπάρχουν κάποιοι ανεγκέφαλοι που πάνε και ψηφίζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται «τις πταίει» για το χάλι μας σήμερα. Όλοι αυτοί τι θα ψηφίσουν; Με ποια κριτήρια; Και γιατί η απερίσκεπτη ψήφος τους να επηρεάζει τη δική μου ζωή; Γιατί να μου καταστρέφει τη χώρα μου; Γιατί μέσω αυτών να διαπομπευόμαστε όλοι στο εξωτερικό; Βέβαια, υπάρχουν και οι άλλοι, που όλα αυτά τα χρόνια είχαν ανοίξει αλισβερίσι με την εξουσία για να εξασφαλίσουν μια θεσούλα χωρίς να δουλεύουν, και τώρα το ίδιο θα συνεχίσουν να κάνουν. Η περίφημη αντιπαροχή της ψήφου. Δεν καταπίνονται εύκολα αυτά.

Έχουμε λοιπόν τους πολιτικούς που μας αξίζουν;

Ε, όχι, εμένα δεν μου αξίζουν αυτοί οι πολιτικοί! Μπορεί σε κάποιους να αξίζουν. Όχι σε μένα. Έχω διαχωρίσει προ πολλού τη θέση μου. Εγώ θέλω ευημερία για τη χώρα μου. Δικαιοσύνη. Αξιοκρατία. Αλληλεγγύη. Πολιτισμό. Και όχι μόνο σε επίπεδο τέχνης, αλλά καθημερινής συναναστροφής. Να αρχίσουμε να λέμε «ευχαριστώ» και «παρακαλώ» στην καθημερινότητά μας. Να έχουμε μια ευγένεια μεταξύ μας, βρε αδερφέ.

 

INFO: «Σωτηρία Μπέλλου – Η περιπλανώμενη ζωή μιας ρεμπέτισσας», Θέατρο Κάππα: Κυψέλης 2, Κυψέλη, τηλέφωνο: 210-8831068.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.