26/09/2018 19:03:56
1.8.2018 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2031 στις 26-7-2018

Τα μουσεία ως ψυχαγωγικοί, μαθησιακοί χώροι

Τα μουσεία ως ψυχαγωγικοί, μαθησιακοί χώροι  - Media
 
Η πιο θερμή σχέση του κοινού με τα μουσεία ξεκινά από τα μέσα του 20ού αιώνα. Σε αυτό συντείνει πριν από όλα η πολιτική διάσταση των μουσειακών εκθεμάτων και οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των κοινωνικών, πολιτιστικών παραμέτρων των περιόδων του παρελθόντος, και γενικότερα ο ρόλος τους στη σύγχρονη ζωή και την εκπαίδευση.
Στο εξωτερικό από τη δεκαετία του 1960 αναθεωρείται σχεδόν ριζικά ο τρόπος αντιμετώπισης της λειτουργίας των μουσείων. Καθοριστικός παράγοντας είναι η επίδραση των νέων θεωρητικών αναζητήσεων, κυρίως στην ιστορική και αρχαιολογική επιστήμη. Υπό τα νέα δεδομένα, άλλαξε και η αντίληψη λειτουργίας των μουσείων και από λίγο έως πολύ αποστειρωμένοι και αποκλειστικά ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος χώροι έγιναν πιο φιλικοί στο ευρύ κοινό. Τα τελευταία χρόνια, τα μουσεία έχουν ανοίξει κυριολεκτικά τις πόρτες τους στο μεγάλο κοινό, ανανεώνοντας εκ θεμελίων τον παραδοσιακό τους ρόλο και τη στερεότυπη λειτουργία τους, που έμοιαζε περισσότερο με έναν διδασκαλικό άχρωμο μονόλογο παρά με έναν ανοιχτό και δημοκρατικό διάλογο παρελθόντος - παρόντος. Σήμερα, οι μουσειακοί χώροι εκφράζουν τις σύγχρονες αντιλήψεις σχετικά με την πρόσληψη και επανανοηματοδότηση του παρελθόντος.
Μέσα στις ευρύτερες εξελίξεις στη σχέση μουσείου - κοινού και η ελληνική πραγματικότητα στη λειτουργία των μουσειακών χώρων ακολούθησε τις διεθνείς εξελίξεις, επηρεάζοντας ανάλογα τη λειτουργία και τις επικοινωνιακές πρακτικές των ελληνικών μουσείων. Γράφει η Όλγα Σακάλη στο συλλογικό έργο «Το παρελθόν στο παρόν», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2017: «Οι εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις στην κτιριακή υποδομή πολλών από αυτά επέτρεψαν την προσβασιμότητα σε πολλές κατηγορίες κοινού. Ταυτόχρονα, το ενδιαφέρον τους άρχισε σιγά - σιγά να στρέφεται προς τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των επισκεπτών του, με τον εμπλουτισμό των εκθέσεών τους με σύγχρονο εποπτικό και πληροφοριακό υλικό, με τη χρήση νέων τεχνολογιών και με τον σχεδιασμό ερμηνευτικών εκπαιδευτικών δράσεων για ποικίλες κατηγορίες επισκεπτών. Στο πλαίσιο αυτό, έχει αναβαθμιστεί ο ρόλος της ελληνικής μουσειακής εκπαίδευσης ως προνομιακού πεδίου εναλλακτικών τρόπων μάθησης».
Μουσεία και κοινό
Από τη δημιουργία τους, τα μουσεία είχαν κοινωνικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Ήδη από τα μέσα του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα εξέθεταν τις συλλογές τους στο ευρύ κοινό. Με τον χρόνο τα εκθέματα των μουσείων δεν αναπαριστούσαν κάποιες στιγμές του παρελθόντος. Άρχισαν να γίνονται πιο φλύαρα. Άνοιγαν την εικόνα αποκαλύπτοντας πίσω από το δέντρο το δάσος. Έτσι έθεταν μια ολόκληρη εποχή σε λειτουργία και κυρίως σε επανεκτίμηση που πολλές φορές οδηγούσε στην αναθεώρηση του παρόντος.
Τα τελευταία χρόνια, και με την ελληνική μουσειακή πολιτική να παρακολουθεί από κοντά τις διεθνείς εξελίξεις, τα μουσεία πλέον λειτουργούν υπό την επίδραση των νέων αναγκαιοτήτων που καθορίζονται από την εξέλιξη των σχετικών αρχαιολογικών - ιστορικών επιστημών αλλά και υπό τις νέες συνθήκες των πολιτικών και ιδεολογικών μετασχηματισμών της ελληνικής κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες, η στροφή προς τη μουσειακή εκπαίδευση συνέβαλε στη διάδοση του εκπαιδευτικού και ψυχαγωγικού ρόλου των ελληνικών μουσείων.
Μουσεία και εκπαίδευση
Από τις αρχές του 19ου αιώνα αναπτύχθηκαν παιδαγωγικές θεωρίες οι οποίες υποστήριζαν τη μάθηση μέσω απτών υλικών στοιχείων, όπως αυτά εκτίθεντο στις διάφορες μουσειακές συλλογές. Ο νέος αυτός τρόπος ενδυνάμωνε τη μαθησιακή διαδικασία μέσω του βιώματος που προσέφεραν τα εκθέματα των μουσείων. Η διαδικασία αυτή εξελίχθηκε ραγδαία στον 20ό αιώνα διευρύνοντας τις λειτουργίες των μουσειακών χώρων. «Σταδιακά επίσης ξαναγνωρίζεται ως μια περιοχή απολύτως εξειδικευμένης μουσειακής εργασίας. Που απαιτεί ειδική κατάρτιση και γνώσεις, καθώς οι μουσειακοί χώροι θεωρήθηκαν ως ιδανικά από τη φύση τους περιβάλλοντα της άτυπης και μη τυπικής μάθησης (δηλαδή εκείνων των μαθησιακών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα έξω από το δομημένο και οργανωμένο σε βαθμίδες εκπαιδευτικό σύστημα), εναρμονισμένα με τις σύγχρονες θεωρίες για τη μάθηση. Παρείχαν δε, σύμφωνα με τις σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες, τα κατάλληλα εργαλεία για την ανάπτυξη της κριτικής γνώσης μέσω της εμπειρίας, της συναισθηματικής εμπλοκής και ψυχαγωγίας». Όλγα Σακάλη ο.π.
Η ελληνική εμπειρία
Η ελληνική εμπειρία της μουσειακής εκπαίδευσης στη χώρα μας ξεκινά από το 1980. Οι πολιτικές εξελίξεις της δεκαετίας του 1980 και οι πολιτικές αλλαγές που επήλθαν, ταυτόχρονα με την πρακτική των μουσείων του εξωτερικού που λειτουργούσε ως παράδειγμα, συντέλεσαν στο να κάνει στροφή η πολιτεία προς τη μουσειακή εκπαιδευτική πολιτική. Ήδη, το 1985 οργανώνονται από το υπουργείο Πολιτισμού θεματικές διεπιστημονικές δράσεις για τους μαθητές και μαθήτριες με στόχο την προσέγγιση και επαφή με τον υλικό πολιτισμό, τη σύνδεσή του με την τοπική ιστορία και τη διαπολιτισμική του θεώρηση. Πρωτοπόρα στα πρώτα βήματα της ελληνικής μουσειακής εκπαίδευσης υπήρξαν το Μουσείο Μπενάκη, το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και το Πελοποννησιακό Ίδρυμα καθώς και μια σειρά μη κρατικών μουσείων όπου λειτουργούσαν επίσης ειδικά τμήματα εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Το Μουσείο Μπενάκη
Το Μουσείο Μπενάκη είναι ένα από τα πιο γνωστά μουσεία της Αθήνας. Ιδρύθηκε το 1929 από τον Αντώνη Μπενάκη στη μνήμη του πατέρα του Εμμανουήλ Μπενάκη και στεγάζεται στην οικία της ιστορικής οικογένειας Μπενάκη από την Αλεξάνδρεια. Σημειώνεται ότι η προσφορά της οικογένειας Μπενάκη στην πολιτική, κοινωνική και την πολιτιστική ζωή της Αθήνας, αλλά και γενικότερα της Ελλάδας κρίνεται ανεκτίμητη. Το κυρίως μουσείο στεγάζεται στο νεοκλασικό κτήριο της οικογένειας Μπενάκη, που κτίστηκε το 1867-1868 στη διασταύρωση της οδού Κουμπάρη και της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, έναντι του Εθνικού Κήπου. Την περίοδο 1929-1931 το κτήριο επεκτάθηκε προς τα δυτικά και διαμορφώθηκε κατάλληλα για να στεγάσει το νέο μουσείο. Για να μπορέσει όμως το μουσείο να λειτουργήσει σαν ολοκληρωμένο ίδρυμα και να στεγάσει τις συνεχώς εμπλουτιζόμενες συλλογές έργων τέχνης του, μια νέα πτέρυγα σχεδιάστηκε από τους Αλέκο και Στέφανο Καλλιγά και ολοκληρώθηκε το 1997. Το κεντρικό αυτό κτήριο - μουσείο άνοιξε επίσημα τις πύλες του στο κοινό το καλοκαίρι του 2000.
Στους τρεις ορόφους του, το μουσείο φιλοξενεί αντιπροσωπευτικά έργα όλων των εποχών της ελληνικής ιστορίας και τέχνης από την προϊστορική εποχή μέχρι τους σύγχρονους καιρούς. Η αρχική συλλογή του Αντώνη Μπενάκη, που αποτελεί και τον πυρήνα της συλλογής του μουσείου, περιλάμβανε έργα αρχαίας βυζαντινής, μεταβυζαντινής, ισλαμικής και παραδοσιακής τέχνης. Στις συλλογές του μουσείου περιλαμβάνονται επίσης έργα ασιατικής (κινέζικης κυρίως) και κοπτικής τέχνης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το τμήμα των Φωτογραφικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη που ιδρύθηκε το 1973 με στόχο τη συγκέντρωση, διαφύλαξη, καταγραφή και ταξινόμηση φωτογραφιών από μνημεία και αντικείμενα παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης, το οποίο επεκτάθηκε με αγορές ή δωρεές φωτογραφιών τέχνης.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.