11/12/2018 22:09:39
8.8.2018 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2032 στις 2-8-2018

Αθήνα: Μια πόλη από μύθους

Αθήνα: Μια πόλη από μύθους  - Media

 

Σ’ έναν απλό, καθημερινό περίπατο, μυστικά κι αθόρυβα, ανεπαίσθητα, ταξιδεύουμε στον χρόνο – σιωπηρά φορτωμένοι το παρόν της πόλης. Καθώς αλλάζουμε πεζοδρόμιο, αλλάζουμε εποχή σαν από θαύμα, σαν να συμμετέχουμε σε μια μαγεία. Κάθε βήμα αποκαλύπτει μια διαδρομή. Είναι ατελείωτη η Αθήνα μέσα στην ιστορία της, σαν τη θάλασσα – δεν μπορείς να την εξαντλήσεις. Ο σύγχρονος κάτοικος της πόλης, συνειδητά ή ασυνείδητα, γίνεται πλάνης μνημών, συλλέκτης συγκινήσεων, προσπαθώντας να κατανοήσει τον δικό του κόσμο μέσα από την πόλη. Σε κάθε γωνιά της η πόλη υπαγορεύει με χίλια στόματα. Αρκεί κανείς να διακατέχεται από το μεράκι να αφηγηθεί για λογαριασμό της.

Αποσπασματικά θραύσματα της πόλης μάς πηγαινοφέρνουν στον χρόνο καθώς μας εντάσσουν στον ψίθυρο μιας γωνιάς, ενός αρχαίου θραύσματος, ενός δρόμου, μιας τριανταφυλλιάς ή μιας πολυκατοικίας στο μεγεθυσμένο παραλήρημα της πρωτεύουσας.
Αν μας ρωτήσει κανείς, σε ένα σημείο της πόλης που βρισκόμαστε, πού βγάζει αυτός ο δρόμος, πού βρίσκεται η τάδε δημόσια υπηρεσία, πού είναι το εστιατόριο ή το εμπορικό που έχει εκπτώσεις, η απάντησή μας, αθέλητα, είναι διφορούμενη, μοιάζει με χρησμό. Δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε στο παρόν, στο συγκεκριμένο, είμαστε ενταγμένοι σε μια διάρκεια: βρισκόμαστε εδώ που κάποτε εκφωνήθηκε ένας αρχαίος λόγος, ο δρόμος βγάζει στην αρχαία αγορά, το ΙΚΑ είναι δίπλα στο μνημείο… το εστιατόριο πίσω από το μουσείο, το μαγαζί μπροστά από το άγαλμα. Σπάνια σε πόλη το παρελθόν πιάνει τόσο χώρο στο παρόν, ακριβέστερα προδιαγράφει το μέλλον. Αρχαίες λέξεις, παραστάσεις, πρόσωπα, ατέρμονες αρχαίες έριδες μετέχουν στην καθημερινότητά μας, στο σήμερα. 

Κάθε ίχνος της πόλης κρύβει μιαν ίντριγκα, άπειρες σχέσεις, τύχες που φιλοτέχνησαν φάρσες και δράματα, συνειδήσεις που αυτοσχεδίασαν την ιστορία τους. Κάθε βήμα ανασυστήνει έναν ξεχωριστό κόσμο μέσα στους άπειρους κόσμους της πόλης… Η ζωή στο ευρύτερο κέντρο της είναι περίκλειστη σε έναν μικρής κλίμακας χώρο, αλλά δυσανάλογα μεγάλης πυκνότητας χρόνου και ιστορίας. Η περιπλάνησή μας στην Αθήνα δεν μπορεί παρά να είναι αποσπασματική, βιωματική, γι’ αυτό και πολύτιμη, όπου πολίτης και πόλη συγκατοικούν σε ένα διαρκές παρόν που τους βυθίζει και τους ανυψώνει στις διακυμάνσεις του βίου. Πολίτης και πόλη συνυπάρχουν μέσα στο παρόν τους, αναζητώντας την αυτοσυνειδησία τους μέσα από τις άπειρες διαδρομές τους, που ποτέ δεν είναι βαρετά ίδιες κι εφησυχασμένες στην ακινησία τους, αλλά πάντα αλλιώτικες κι ενδιαφέρουσες.

Η αντίληψη που θέλει το ιστορικό παρελθόν να βασίζεται στην ιδεοληψία ότι αυτά που συνέβησαν στην αρχαιότητα ήταν αξεπέραστα και είναι αδύνατο των αδυνάτων να επαναληφθούν, έχει έναν ανασταλτικό χαρακτήρα και δημιουργεί μια ανισσοροπία στις σχέσεις παρελθόντος και παρόντος. Δημιουργείται μια ανασταλτική εντύπωση για το σύγχρονο και, ταυτόχρονα, μια διαστρέβλωση στην ερμηνεία και αξιολόγησή του. Με αυτή τη λογική, ο σύγχρονος Έλληνας a priori θα ζει υπό τη σκιά των αρχαίων και κάθε σύγκριση μαζί τους θα είναι σε βάρος του. Μπορεί, ωστόσο, να συγκροτηθεί μια σύγχρονη αυτογνωσία που συνεχώς μας παραπέμπει στο παρελθόν; 

Ο πιο θρυλικός έπαινος της ζωής στην πόλη, στην περίπτωσή μας στην Αθήνα, ανήκει χωρίς καμιά αμφιβολία στον Σωκράτη. Γράφει χαρακτηριστικά ο Κωστής Παπαγιώργης σε ένα του κείμενο για την πόλη: « Όταν ο Φαίδρος μέμφεται αυτόν τον φανατικό της αγοράς για ασάλευτη ζωή, θυμίζοντάς του ότι όχι μόνο δεν ταξιδεύει, αλλά ούτε καν βγαίνει από τα τείχη της Αθήνας, η απόκριση που παίρνει είναι αποστομωτική: Φιλομαθής γάρ ειμί. Οι εξοχές και τα δέντρα είναι βουβά, οι μόνοι που μιλούν και διδάσκονται είναι οι άνθρωποι, οι εν τω άστει.»

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι πολιτισμοί της Ανατολής και της Δύσης ταυτίστηκαν με το όνομα μιας πόλης: Αθήνα, Ρώμη, Βαβυλώνα, Αλεξάνδρεια, Ιερουσαλήμ. 

Η βαθύτερη λογική αυτής της ταύτισης φαίνεται να αποδίδει στις πόλεις εκείνο ακριβώς που τους ανήκει: την ιστορία. Μάχες και ναυμαχίες έγιναν πάντα για να ανοίξουν οι δρόμοι που οδηγούσαν στα λιμάνια και στις πρωτεύουσες.

Η σημασία των μύθων 

Στους μύθους, σε σχέση με τις ιστορικές περιόδους, η ακρίβεια του χρόνου δεν παίζει κανέναν ρόλο, έτσι που το πραγματικό γεγονός δεν διαφέρει από το φανταστικό. Καταργώντας τον χρόνο, λίγη σημασία έχει η αλήθεια ή το ψέμα. Η μεγάλη και κρυφή γοητεία της μυθολογίας συνίσταται στο ότι ένα γεγονός έχει μια σειρά από παραλλαγές, μια ενέργεια αποδίδεται ταυτόχρονα σε διάφορα πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με την ιστορική λογική, δεν συμπίπτουν καν… Η συνέπεια εξορίζεται κι όλα έχουν, ανά πάσα στιγμή, μέσα στο χάος τού απροσδιόριστου χρόνου, τη δυνατότητα να ανακληθούν, να ανασκευαστούν, να ξαναϋπάρξουν! 

Δεν είναι μυστικό ότι οι τραγικοί ποιητές ανάπλασαν τους μύθους και άφησαν έντονη τη σφραγίδα τους σε αυτούς. Οι τραγικοί, στην ουσία, σπάνια μπήκαν στον κόπο να επινοήσουν νέους μύθους. Συνήθως αναμόρφωναν τους παλιούς, πολλές φορές τόσο ριζικά όσο ακριβώς κι οι προηγούμενοι λυρικοί ποιητές. Η δόξα και η φήμη τους δεν εξαρτιόταν από την έμπνευση κάτι εντελώς νέου και πρωτοτύπου, όπως συμβαίνει με τους συγχρόνους ποιητές, αλλά μάλλον από την παρουσίαση του παλιού παραδοσιακού υλικού με έναν νέο και πρωτότυπο τρόπο. 

Για τους Έλληνες, ως το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., η μυθολογία είναι η πραγματική ιστορία των απόμακρων προγόνων τους. Ακόμα και για τον 
Θουκυδίδη, που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το κριτικό του πνεύμα, ο Τρωικός Πόλεμος έγινε πραγματικά και εξελίχθηκε όπως πάνω - κάτω τον περιγράφει η Ιλιάδα. Αντίθετα, στη σκέψη του Ευριπίδη που ήταν σύγχρονος του Θουκυδίδη, πρέπει να είχε εδραιωθεί η πεποίθηση ότι ολόκληρος ο μυθικός κόσμος ήταν πλάσμα των παλαιοτέρων γενεών γι’ αυτό έδινε και στον εαυτό του το δικαίωμα να τον μετασχηματίζει αυθαίρετα, για να εξυπηρετήσει τους δικούς του ποιητικούς σκοπούς. Ο Ευριπίδης ζει ακριβώς την εποχή που οι Έλληνες είχαν αρχίσει να δυσπιστούν στην ιστορικότητα του μύθου και για τη δυσπιστία αυτή δίχως αμφιβολία είχε συμβάλει και ο ίδιος με τους νεωτερισμούς του. Και οι παλαιότεροι ποιητές, από τον Όμηρο ως τον Σοφοκλή, μετασχηματίζουν τον μύθο, αν και όχι τόσο βίαια όπως ο Ευριπίδης. Βεβαίως, οι μεταβολές που κάνουν δεν στηρίζονται σε έρευνες που να τους οδηγούν στην πεποίθηση πως οι παλαιότεροί τους δεν είχαν εκτιμήσει σωστά τις πηγές, γιατί δεν υπήρχαν τέτοιες πηγές και γενικότερα δεν υπάρχουν πηγές για τους μύθους.  

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.