25/09/2018 11:30:15
20.8.2018 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2034 στις 14-8-2018

Ανοιχτές πληγές αφήνουν τα μνημόνια

Ανοιχτές πληγές αφήνουν τα μνημόνια - Media

 

Ισορροπία τρόμου μεταξύ των υπερπλεονασμάτων και της ζητούμενης ανάπτυξης

20ή Αυγούστου: Ημέρα... εορτής ή ημέρα προβληματισμού; Μάλλον το δεύτερο, καθώς η έξοδος από την οκταετή περίοδο των μνημονίων αφήνει ανοικτές πληγές που δεν θα κλείσουν παρά ύστερα από πολλά χρόνια. Οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα μάλλον θα δυσχεράνουν την προσπάθεια επούλωσης αυτών των πληγών. Διότι, ουσιαστικά, στους πολίτες αυτής της χώρας πέφτει το βάρος της εξυπηρέτησης του τεράστιου δημοσίου χρέους των 322 δισ. ευρώ ή του 180% του ΑΕΠ.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 ή του 2,2% για την περίοδο μέχρι το 2060 ουσιαστικά θα διοχετεύονται για την καταβολή των τόκων, οι οποίοι απλώς συγκρατούνται σε «λογικά επίπεδα» – τουλάχιστον μέχρι το 2032 – λόγω των ευκολιών πληρωμής που αποφάσισε το Eurogroup με τα βραχυπρόθεσμα και τα μεσοπρόθεσμα μέτρα διευθέτησης του ελληνικού χρέους.

Όσο για τους πόρους αντιμετώπισης καίριων προβλημάτων, όπως

● η γήρανση του πληθυσμού,

● τα υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας,

● η φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου στο εξωτερικό,

● τα τεράστια συσσωρευμένα χρέη σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες,

● οι χαμηλοί μισθοί

● και οι υπέρογκες επιβαρύνσεις για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές,

θα πρέπει να εξοικονομηθούν από τα υπερπλεονάσματα, τα οποία με τη σειρά τους θα πρέπει να παραχθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πληγεί η ανάπτυξη. Ποιες είναι οι πιθανότητες να εξελιχθούν τα πράγματα ομαλά τα επόμενα χρόνια; Θα φανεί. Το βέβαιο είναι ότι ο προβληματισμός είναι κάτι παραπάνω από εύλογος.

Η 20ή Αυγούστου θα μας βρει με συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και τις τράπεζες της τάξεως των 230 δισ. ευρώ. Περίπου 730 - 740 χιλιάδες συμπολίτες μας θα έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 12 μήνες χωρίς να εισπράξουν ένα ευρώ από εργασία.

Οι φορολογικοί συντελεστές θα βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση φορολογία, ενώ ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα θα έχει υποχωρήσει κάτω από τα 900 ευρώ μεικτά ή κάτω από τα 750 ευρώ καθαρά, με την προοπτική οι μέσες καθαρές αποδοχές να πέσουν κάτω και από τα 700 ευρώ μόλις ενεργοποιηθεί το νέο, μειωμένο αφορολόγητο από την 1.1.2020.

Οι δείκτες θα αποτυπώνουν ολοένα και πιο έντονα σοβαρά κοινωνικά φαινόμενα όπως «η φτώχεια εντός της εργασίας», η γήρανση του πληθυσμού και η υπογεννητικότητα, ενώ τα κίνητρα για τη φοροδιαφυγή θα έχουν γίνει ισχυρότερα από πότε τη στιγμή που δεν θα υπάρχει ούτε το «ανάχωμα» των capital controls, που εμπόδιζε σε ένα βαθμό τις συναλλαγές κάτω από το τραπέζι. Τα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν το εκρηκτικό «κοκτέιλ» με το οποίο η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη στην προσπάθειά της να ανακάμψει.

Φτώχεια εντός της εργασίας

Ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώνεται στα 920 ευρώ μεικτά. Στο οκτάωρο ανεβαίνει στα 1.148 ευρώ και στη μερική απασχόληση πέφτει στα 383 ευρώ. Τραγική είναι η κατάσταση στις μικρές επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από δέκα μισθωτούς. Σε αυτές, ο μέσος μισθός διαμορφώνεται πλέον στα 546 ευρώ μεικτά, καθώς η αμοιβή στο οκτάωρο έχει πέσει στα 741 ευρώ ενώ για τη μερική απασχόληση η μέση μεικτή αμοιβή είναι μόλις 320 ευρώ.

Τα επίσημα στοιχεία του ΕΦΚΑ δείχνουν ότι οι απασχολούμενοι στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι περίπου 580.000 και αυτοί έχουν μέσο μισθό 546 ευρώ. Εξ αυτών, οι 268.500 είναι μερικώς απασχολούμενοι και λαμβάνουν 320 ευρώ μεικτά ή κάτω από 300 ευρώ καθαρά. Κινούνται προφανώς κάτω από το όριο της φτώχειας και συνθέτουν μια νέα κοινωνική ομάδα που μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο στην Ελλάδα: τους εργαζόμενους φτωχούς.

Είναι προφανές ότι τη μεταμνημονιακή περίοδο θα αρχίσει η συζήτηση για την αύξηση του κατώτατου μισθού με έναν σταδιακό βηματισμό στα πρότυπα της Πορτογαλίας. Είναι επίσης δεδομένο ότι θα υπάρξουν αντιστάσεις από την πλευρά των δανειστών, οι οποίοι θα εξακολουθήσουν να έχουν λόγο για τόσο σημαντικά θέματα στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας.

Η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Πορτογαλία, είναι μια χώρα με ανεργία της τάξεως του 20%. Άρα, προτεραιότητα είναι να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και όχι να αυξηθούν οι αποδοχές για όσους εργάζονται ήδη. Οι θεσμοί, με το που θα μπει στο τραπέζι το θέμα της αύξησης του βασικού μισθού, θα εγείρουν θέμα οπισθοχώρησης στα θέματα της ανταγωνιστικότητας, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος το αυξημένο μισθολογικό κόστος (δεδομένου ότι πάνω από 300.000 εργαζόμενοι θα πάρουν αύξηση) να ανακόψει την πορεία δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Τεράστιες δεξαμενές χρεών

Με τον όρο «κακά αποθέματα», που διογκώθηκαν εν μέσω κρίσης, έχουν βαφτιστεί οι τρεις τεράστιες δεξαμενές χρεών:

● Η πρώτη έχει να κάνει με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, ύψους περίπου 102 δισ. ευρώ.

● Η δεύτερη με τα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία, που είναι πάνω από 33 δισ. ευρώ.

● Η τρίτη περιλαμβάνει τα κόκκινα δάνεια των περίπου 95 δισ. ευρώ

● Σύνολο κοντά στα 230 δισ. ευρώ.

Η προσπάθεια να ξεκαθαρίσει αυτή η κατάσταση θα χρειαστεί πολλά χρόνια, ενώ θα προκαλέσει ακόμη περισσότερα προβλήματα στη ρευστότητα του συστήματος. Ήδη 1,2 εκατομμύρια φορολογούμενοι έχουν δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, ο αριθμός των οφειλετών που έρχεται αντιμέτωπος με πλειστηριασμούς μεγαλώνει συνεχώς, ενώ ακόμη και με τις ρυθμίσεις χρεών (σ.σ.: οι οποίες δεν είναι διαθέσιμες για όλους τους οφειλέτες) ουσιαστικά εγγράφεται μια πολυετής «υποθήκη» από την πλευρά του οφειλέτη.

Υποτίθεται ότι με τις ρυθμίσεις των κόκκινων δανείων και τον εξωδικαστικό συμβιβασμό δίδονται ευκαιρίες για μια «νέα αρχή». Στην πράξη αποδεικνύεται ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, οι ρυθμίσεις αφορούν πολύ μικρό αριθμό οφειλετών. Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, λύση μέσω του εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν έχουν βρει περισσότεροι από 230 οφειλέτες.

Όσο για τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών, οι πολιτικές της εξεύρεσης συναινετικής λύσης με τους οφειλέτες φαίνεται να χάνουν τη δυναμική τους, κάτι που σημαίνει ότι από το 2019 θα δούμε πιο δυναμικές λύσεις από την πλευρά των τραπεζών προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι απομείωσης των συσσωρευμένων κόκκινων δανείων.

Απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου

Η «απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου» συνιστά επίσης μια από τις βαριές κληρονομιές της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. Με τον όρο αυτόν εννοούμε την κατακόρυφη αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας αλλά και τη φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Οι μακροχρόνια άνεργοι είναι 747.200 με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, όταν το 2008 ήταν μόλις 182.000.

Η «απώλεια κεφαλαίου» συνίσταται στο ότι, με τη μακρά αποχή από την εργασία, χάνονται δεξιότητες αλλά και η επαφή με τις τρέχουσες εξελίξεις στην αγορά εργασίας, «κενά» τα οποία για να καλυφθούν χρειάζεται επανεκπαίδευση. Η τελευταία προϋποθέτει την ανάληψη οικονομικού κόστους. Ποιος θα το επωμιστεί; Το κράτος με τα προγράμματα κατάρτισης του ΟΑΕΔ και τα κίνητρα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας ή οι νέες επιχειρήσεις;

Το πόσο πολύπλοκο είναι το πρόβλημα γίνεται εμφανές και από το εξής: Ένα από τα σοβαρότερα θέματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση αμέσως μετά την 20ή Αυγούστου, είναι η αποτροπή της νέας περικοπής του εισοδήματος των συνταξιούχων. Για να χρηματοδοτηθεί αυτή η αποτροπή, θα πρέπει να ακυρωθούν όλα τα «αντίμετρα», μεταξύ των οποίων και η ενίσχυση του ΟΑΕΔ με 300 εκατ. ευρώ για τα προγράμματα απασχόλησης.

Άρα θα τεθεί επιτακτικά το δίλημμα: ή μείωση του εισοδήματος των συνταξιούχων και διοχέτευση των πόρων για την τόνωση της απασχόλησης ή διατήρηση του εισοδήματος των συνταξιούχων και στέρηση πόρων από την απασχόληση.

Όσον αφορά τη φυγή εξειδικευμένου προσωπικού για το εξωτερικό, για να ανακοπεί χρειάζεται κατακόρυφη αύξηση επενδύσεων και δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας επί ελληνικού εδάφους. Ακόμη και αν δημιουργηθούν οι καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, θα αναδειχτεί αυτομάτως το θέμα του τεράστιου μη μισθολογικού κόστους.

Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ έδειξε ότι για μεικτές αμοιβές από 3.267 ευρώ και πάνω το συνολικό κόστος (για εισφορές εργοδότη και εργαζόμενου, συν τους φόρους και τις εισφορές) κινείται πάνω από το 50%. Ποιος από τους Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού που βρήκαν δουλειά σε ξένη χώρα με πολύ υψηλές αποδοχές, θα δεχτεί να επιστρέψει στην Ελλάδα με υποπολλαπλάσια χρήματα σε σχέση με αυτά που βγάζει τώρα;

Πρόσφατη έρευνα της ICAP, με δείγμα ανθρώπους που έφυγαν εκτός Ελλάδας για δουλειά, κατέδειξε ότι οι περισσότεροι θα επιστρέψουν στην Ελλάδα μόνο αν βρουν δουλειά με ετήσιες αποδοχές άνω των 30-40 χιλιάδων ευρώ ετησίως. Τέτοιες δουλειές, τουλάχιστον προς ώρας, στην ελληνική αγορά εργασίας δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες.

Στο ταβάνι οι φόροι

Μια ελληνική πρωτιά στους φόρους – αυτή στη φορολογία των καυσίμων – έχει αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερη αισθητή το τελευταίο διάστημα λόγω της αύξησης στη διεθνή τιμή του πετρελαίου.

Πράγματι, η Ελλάδα έχει τον τρίτο υψηλότερο ειδικό φόρο κατανάλωσης στην Ευρώπη και επ’ αυτού επιβάλλεται και ο ΦΠΑ, ο οποίος υπολογίζεται με τον τρίτο υψηλότερο φορολογικό συντελεστή στην Ευρώπη (σ.σ.: μας ξεπερνούν μόνο η Ουγγαρία με 27% και η Δανία και η Σουηδία με 25%). Είναι και αυτός ένας από τους λόγους για τον οποίο συζητάμε τώρα το αν θα πρέπει να επιβληθεί ή όχι πλαφόν στις τιμές των καυσίμων.

Δεν είναι πάντως οι μόνες πρωτιές:

● Στα καπνικά προϊόντα ο συντελεστής, που ξεπερνά πλέον το 84%, μας κατατάσσει στην πρώτη πεντάδα.

● Στην κινητή τηλεφωνία, όπου επιβάλλουμε φόρο κοντά στο 38% (ειδικό τέλος και ΦΠΑ), είμαστε πρακτικά στη δεύτερη θέση.

● Στο εισόδημα φόροι και ασφαλιστικές εισφορές φτάνουν να ξεπερνούν το 55%, ενώ οι πολύ υψηλές επιβαρύνσεις λειτουργούν ως ισχυρότατο κίνητρο για φοροδιαφυγή.

Ακόμη και η μείωση των φορολογικών συντελεστών, είτε στην άμεση είτε στην έμμεση φορολογία, προϋποθέτει και αυτή... «υπερπλεονάσματα».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.