23/10/2018 13:52:40
25.1.2010

Εικαστικά: Πολιτική, μνήμη, θάνατος

Περισσότερα από 170 έργα του Χρόνη Μπότσογλου περιλαμβάνονται στην αναδρομική του έκθεση που εκτείνεται χρονικά από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα και αποτελεί μοναδική ευκαιρία να φωτιστεί αυτή η εν εξελίξει ακόμα σημαντική διαδρομή

«Σ’ έναν κόσμο όπου η νέκρωση είναι η υπάρχουσα τάξη και ένταξη πραγμάτων και προσώπων, η ζωή θα αποτελεί πάντα μια ανατρεπτική απειλή χαράς και έρωτα», έγραφαν οι Χρόνης Μπότσογλου και Περικλής Κοροβέσης προλογίζοντας το βιβλίο τους «Περιγραφή AGCTTGA+TCGAACT» πριν από 30 ακριβώς χρόνια. Ο Χρόνης Μπότσογλου, ήδη φτασμένος ζωγράφος τότε και ένας εκ των κορυφαίων σύγχρονων ελλήνων δημιουργών και πανεπιστημιακών δασκάλων σήμερα, ύμνησε με το έργο του τη ζωή και τον έρωτα όσο λίγοι. Τη ζωή, όμως, σε όλες τις εκφάνσεις της: τη γέννηση, την εργασία, την τέχνη, ακόμα και το θάνατο ως μέρος της ζωής. Πάντα ανθρωποκεντρικός και με σεβασμό στο ανθρώπινο σώμα σε όλες του τις φάσεις και στάσεις και ταυτόχρονα παραστατικός, πειραματιζόμενος, πότε με το ρεαλισμό και πότε με τον εξπρεσιονισμό, επιμένει εδώ και πολλές δεκαετίες να επιμερίζει το έργο του σε θεματικές ενότητες, σε κύκλους που διαδέχονται ο ένας τον άλλον με συνέπεια. Ίσως γι’ αυτό η μεγάλη αναδρομική έκθεσή του στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Αθήνας (Βασ. Γεωργίου Β΄ 17-19 και Ρηγίλλης, 28 Ιανουαρίου - 18 Απριλίου) με περισσότερα από 170 έργα (ζωγραφική, σχέδια, γλυπτική, κατασκευές, χαρακτικά, ψηφιακές εικόνες, εικονογραφήσεις), που εκτείνονται χρονικά από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα και συγκεντρώνονται για πρώτη φορά από ένα μεγάλο αριθμό Μουσείων, Ιδρυμάτων, Πινακοθηκών και ιδιωτών συλλεκτών, αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία παρακολούθησης αυτής της ακόμα εν εξελίξει τόσο σημαντικής διαδρομής. Γεννημένος το 1941 στη Θεσσαλονίκη, καταγόμενος από αριστερή οικογένεια που πολλά μέλη της υπέστησαν διώξεις και εξορίες, ο Μπότσογλου σε ηλικία 11 ετών εντυπωσιάστηκε από την Κοιμωμένη του Χαλεπά στο Α΄ Νεκροταφείο και τον Παρθενώνα, όταν επισκέφθηκε μαζί με τον πατέρα του για πρώτη φορά την Αθήνα. Στα 13 του γίνεται μέλος του Συλλόγου Ερασιτεχνών Ζωγράφων και Γλυπτών της Θεσσαλονίκης και σύντομα αρχίζει να παίρνει παραγγελίες για έργα. Το 1961 αρχίζει τις σπουδές του στην ΑΣΚΤ της Αθήνας με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη και σαφείς επιρροές από τον Μπουζιάνη. Συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι και το 1971 συμμετέχει στην ομάδα των Νέων Ρεαλιστών μαζί με τους Γιάννη Βαλαβανίδη, Κλεοπάτρα Δίγκα, Κυριάκο Κατζουράκη και Γιάννη Ψυχοπαίδη. Η μεγάλη έκθεση που διοργανώνουν οι Νέοι Ρεαλιστές στο Ινστιτούτο Γκαίτε το 1972, με έντονο πολιτικό περιεχόμενο, αποστασιοποιημένοι από την πολυφορεμένη ακαδημαϊκή «ελληνικότητα», τον συντηρητισμό και την προσκόλληση στο παρελθόν, καταμεσής της χούντας, ουσιαστικά μετατρέπεται σε αντιδικτατορική εκδήλωση και προσελκύει το ενδιαφέρον όχι μόνο των φιλότεχνων. Λίγο αργότερα θα κάνει ένα σύντομο πέρασμα στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό αλλά θα απομακρυνθεί πολύ γρήγορα, καταστρέφοντας μάλιστα τα έργα εκείνης της περιόδου, όπως τονίζει και η Πέγκυ Κουνενάκη στην άριστη μονογραφία της για τον καλλιτέχνη. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, οι πολιτικές του απόψεις και η αγωνία του για την κατάσταση της Ελλάδας μετουσιώνονται σε σειρές έργων όπως η «Φρίζα» και σε έργα με ξεκάθαρο πολιτικό περιεχόμενο. Τη δεκαετία του ’80, όμως, πιθανώς μετά από επώδυνες προσωπικές αναζητήσεις που συμβαδίζουν με την κρίση του μεταπολιτευτικού συστήματος και τις απανωτές απογοητεύσεις και ματαιώσεις, στρέφεται προς τον εξπρεσιονισμό. Παρουσιάζει τη σειρά «Σελίδες Ημερολογίου» που δημιουργούσε επί οκτώ χρόνια με 120 ακουαρέλες και έξι γλυπτά στα οποία απεικονίζεται η ηλικιωμένη μητέρα του στην πορεία της προς το αναπόφευκτο. Ταυτόχρονα παρουσιάζει και τη σειρά «Επαγγέλματα» με γυμνά πορτρέτα που όλα αποτελούν παραλλαγές του πορτρέτου του εαυτού του. Είναι πλέον σαφές πως έχει απομακρυνθεί από την άμεσα καταγγελτική ζωγραφική. Το ευανάγνωστο πολιτικό μήνυμα των παλαιότερων έργων του ατονεί. Οι στοχευμένες ερμηνείες και προθέσεις δίνουν τη θέση τους σε βαθύτερες έννοιες όπως ο θάνατος, η μνήμη, η φθορά, η έρευνα του σώματος και η σχέση του με τον χρόνο. Στη συγκλονιστική σειρά «Προσωπική Νέκυια» τη δεκαετία του ’90, με τίτλο δανεισμένο από την αντίστοιχη Ομηρική Ραψωδία, η απουσία των νεκρών και η ανάκληση των μορφών τους στη μνήμη γίνονται η κεντρική ιδέα και, ίσως, η συμφιλίωση με το επέκεινα. Ο καλλιτέχνης επί οκτώ χρόνια καταδύεται ως άλλος Οδυσσέας στον Άδη των αναμνήσεων και συναντά τους ανθρώπους του που δεν ζουν πια, φιλοτεχνεί τις αιωρούμενες φασματικές μορφές τους προσπαθώντας να τις αναπαραστήσει όχι πιστά αλλά φιλτραρισμένες από τη φαντασία και τη μνήμη του. Στα πιο πρόσφατα έργα του επιστρέφει στις μορφές νεκρών. Αλλά οι νεκροί αυτοί δεν είναι οι άνθρωποι που διασταυρώθηκαν μαζί του στην καθημερινή ζωή. Είναι οι δάσκαλοι που τιμά και θαυμάζει, ο Τζιακομέτι, ο Βαν Γκογκ, ο Μπέικον. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, ο Χρόνης Μπότσογλου ποτέ δεν σταματά να σχεδιάζει τον εαυτό του σε κάθε πιθανή στάση, συνήθως γυμνό αλλά ποτέ ναρκισσιστικά, ίσως ως μια απόπειρα γνωριμίας με το είδωλό του μέσω της εικαστικής απόδοσης του είναι του, ως μια απόπειρα συμφιλίωσης με τον αληθινό Χρόνη Μπότσογλου. Τον μεγάλο αυτό καλλιτέχνη που, παρά τα γλυπτά του, το συγγραφικό του έργο, τα χαρακτικά και τις κατασκευές του, προτιμά πάντα να τον χαρακτηρίζουν ζωγράφο. Και μόνο.

Γιάννης Κουκουλάς

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.