21/09/2018 08:35:09
4.9.2018 / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2036 στις 30-8-2018

Μήπως η δουλειά που κάνετε είναι... «άχρηστη»;

Μήπως η δουλειά που κάνετε είναι... «άχρηστη»; - Media

 

Τερατώδη γραφειοκρατικά μοντέλα ευδοκιμούν σε μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις

Σε μια εποχή που το μέλλον της εργασίας αποτελεί μείζονα συζήτηση, ένας επιστήμονας ξεσκεπάζει τις πολλές «bullshit jobs».

Το 1928 ο γνωστός οικονομολόγος και πολιτικός Τζον Μέιναρντ Κέινς είχε προβλέψει ότι σε εκατό χρόνια από τότε οι εργαζόμενοι θα δούλευαν μόλις 15 ώρες την εβδομάδα, λόγω της προόδου της τεχνολογίας. Η πρόβλεψη αυτή του Κέινς όχι μόνο δεν αποδείχθηκε πραγματική, αλλά αντιθέτως στον δυτικό κόσμο τα ωράρια έχουν μετατραπεί σε «λάστιχο», με την Αυστρία πρόσφατα να περνά νόμο για δωδεκάωρο ημερήσιο ωράριο.

Σε μια εποχή που η εργασία και το μέλλον της αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε όλο τον κόσμο, καθώς εξελίσσεται διαρκώς η τεχνολογία στους χώρους της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης, ένας ριζοσπάστης ανθρωπολόγος, ο Αμερικανός καθηγητής Ανθρωπολογίας στο περίφημο London School of Economics (LSE) Ντέιβιντ Γκρέμπερ θέτει το δάχτυλο στον τύπο των ήλων και αποκαλύπτει έναν από τους βασικούς λόγους που ο Κέινς έπεσε έξω: τις «άχρηστες δουλειές» ή «δουλειές του κώλου» (αγγλιστί: bullshit jobs).

Ορισμός και ιστορικό

Περιγράφοντας τις «bullshit jobs», ο Γκρέμπερ (ο οποίος ασχολείται με το συγκεκριμένο θέμα τα τελευταία τουλάχιστον πέντε χρόνια) λέει ότι είναι οι εργασίες εκείνες που είναι τόσο άσκοπες και άχρηστες, ώστε ακόμη και αυτοί που τις κάνουν αντιλαμβάνονται ότι δεν προσφέρουν απολύτως τίποτε στον κόσμο.

Μάλιστα τις αντιπαραβάλλει με τις «κακές δουλειές» ή «σκατοδουλειές» (shit jobs), οι οποίες μπορεί να είναι κακοπληρωμένες και άθλιες, αλλά στο τέλος της ημέρας έχουν κάποιο σκοπό και προσφέρουν κάτι στο κοινό καλό.

Ο Γκρέμπερ πρωτοαναφέρθηκε στις «bullshit jobs» το 2013, σε ένα δοκίμιό του με τίτλο «Περί του φαινομένου των άχρηστων δουλειών», το οποίο έγινε viral σε χρόνο μηδέν και μεταφράστηκε σε 12 γλώσσες. Όπως αναφέρει ο ίδιος, το άρθρο του έκανε πολύ κόσμο να επικοινωνήσει μαζί του και να του περιγράψει αυτές τις «άχρηστες δουλειές».

Από τη συζήτησή του με τους εργαζομένους ο Γκρέμπερ επέκτεινε το δοκίμιο σε μέγεθος βιβλίου («Bullshit jobs - A theory»), το οποίο κυκλοφόρησε φέτος και περιγράφει με ακρίβεια ποιες είναι αυτές οι «άχρηστες δουλειές», πώς κατατάσσονται, γιατί υπάρχουν και ποιος ο ρόλος τους στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα.

Η ιστορία του μαραγκού

Ο ίδιος ο Γκρέμπερ περιγράφει μέσα από μια ιστορία την προσωπική του εμπειρία με τις «bullshit jobs»:

Σε πανεπιστήμιο όπου εργαζόταν υπήρχε μόνο ένας μαραγκός, ο οποίος, όμως, είχε τόσο πολλή δουλειά ώστε κατέληγε να μην προλαβαίνει να την κάνει, με αποτέλεσμα το ίδρυμα να πλημμυρίζεται από διαμαρτυρίες για ξεκολλημένα ράφια και σπασμένα γραφεία.

Το λογικό θα ήταν το πανεπιστήμιο να προσλάβει άλλον έναν μαραγκό, ώστε να καλύψει τη ζήτηση. Ωστόσο, αντί γι’ αυτό, προσέλαβε έναν άνθρωπο ο οποίος είχε ως μοναδικό ρόλο να γίνεται αποδέκτης των διαμαρτυριών του προσωπικού για την έλλειψη μαραγκού.

Άλλες «άχρηστες δουλειές» που ο Γκρέμπερ περιγράφει στο βιβλίο του είναι αυτές ενός γραμματέα σε γραφείο που δεν τον χρειάζεται, προϊσταμένους εργαζομένων που δεν χρειάζονται προϊστάμενο, ειδικούς της πληροφορικής που μόνο ρόλο έχουν να διορθώνουν λάθη σε software ή hardware, τα οποία, όμως, δεν έπρεπε να υπάρχουν εξαρχής, και πάει λέγοντας.

Μάλιστα ο Γκρέμπερ υποστηρίζει ότι αυτές οι θέσεις εργασίας αυξάνονται διαρκώς, απορροφούν κεφάλαιο και εργατοώρες χωρίς λόγο και δεν προσφέρουν απολύτως τίποτε. Αντιθέτως μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις απολύουν κάθε τόσο χιλιάδες εργαζόμενους από παραγωγικές θέσεις στο πλαίσιο «αναδιαρθρώσεων» και «εξυγίανσης».

Μοντέλο «σοβιετικού» τύπου

Ο Γκρέμπερ, μετά την έρευνα που διεξήγαγε, κατέληξε σε πέντε κατηγορίες «bullshit jobs»:

1. Οι «λακέδες». Είναι θέσεις υποστήριξης (γραμματείς, θυρωροί, τηλεφωνητές κ.λπ.) σε γραφεία που εμφανώς δεν χρειάζονται τέτοιους εργαζόμενους και υπάρχουν μόνο και μόνο για να δίνουν «κύρος» στον εργοδότη.

2. Οι «μπράβοι». Σε αυτές τις θέσεις εργασίας ο Γκρέμπερ περιλαμβάνει τους τηλεπωλητές, τους νομικούς συμβούλους, τους επαγγελματίες δημοσίων σχέσεων και τους λομπίστες, εκτιμώντας ότι υπάρχουν μόνο και μόνο επειδή και άλλες επιχειρήσεις τους χρησιμοποιούν.

3. Οι «συγκολλητές». Είναι επαγγελματίες που ο ρόλος τους είναι να διορθώνουν προβλήματα που δεν θα έπρεπε εξαρχής να υπάρχουν – π.χ. οι πληροφορικάριοι που διορθώνουν κακογραμμένο κώδικα σε software.

4. Οι «κουτάκηδες». Είναι εργαζόμενοι που ο ρόλος τους είναι να παρέχουν υπηρεσίες «νομιμοποίησης» των προϊσταμένων τους – π.χ. οι υπάλληλοι που φτιάχνουν τις παρουσιάσεις για τον CEO μιας επιχείρησης.

5. Οι «εργοδηγοί». Σε αυτούς ο Γκρέμπερ περιλαμβάνει το σύνολο του μεσαίου μάνατζμεντ μιας επιχείρησης, καθώς και τους επαγγελματίες της «ηγεσίας».

Πολύς κόσμος που διάβασε το δοκίμιο, αλλά και το βιβλίο, παρατήρησε ότι οι δομές αυτές των «bullshit jobs» θα ταίριαζαν περισσότερο σε γραφειοκρατικά μοντέλα «σοβιετικού» τύπου και όχι σε επιχειρήσεις στον καπιταλισμό, όπου, θεωρητικά τουλάχιστον, ο στόχος είναι η βελτιστοποίηση της αξιοποίησης των πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού.

Πολλώ δε μάλλον αν κάποιος σκεφθεί ότι αυτοί οι άνθρωποι πληρώνονται αδρά για να μην παράγουν απολύτως τίποτε (στο βιβλίο ένας από τους επαγγελματίες που μίλησαν με τον Γκρέμπερ ανέφερε ότι έλαβε το ποσό των 12.000 λιρών Αγγλίας για μια δισέλιδη αναφορά που ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε από την επιχείρηση που τη ζήτησε) και ότι αν οι θέσεις εργασίας τους εξαφανίζονταν εν μία νυκτί ενδεχομένως δεν θα έλειπαν σε κανέναν και ουδείς θα καταλάβαινε την απουσία τους.

Την ίδια στιγμή εργαζόμενοι που παρέχουν πραγματικό και μετρήσιμο έργο για την κοινωνία (νοσοκόμες, εκπαιδευτικοί, εργάτες, αγρότες κ.λπ.) διαπιστώνουν ότι και οι θέσεις εργασίας τους μειώνονται διαρκώς και οι αποδοχές τους συμπιέζονται και οι ίδιοι αισθάνονται ανά πάσα στιγμή αναλώσιμοι.

Το υπόδειγμα του Χόλιγουντ

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά υποδείγματα του πώς λειτουργούν οι «bullshit jobs» είναι η βιομηχανία θεάματος του Χόλιγουντ.

Δεκάδες δημιουργικοί άνθρωποι – συγγραφείς, σκηνοθέτες, παραγωγοί κ.λπ. – έχουν περιγράψει με εφιαλτική ακρίβεια την «κόλαση» που έχουν περάσει εκεί, όπου μια ιδέα τους έχει μετατραπεί σε μπαλάκι του πινγκ - πονγκ και πετιέται από γραφείο σε γραφείο, συχνά για χρόνια, μέχρις ότου υλοποιηθεί. Αν τελικά υλοποιηθεί και αν μοιάζει έστω και λίγο με την αρχική ιδέα.

Κι όμως, όλη αυτή η «δημιουργική κόλαση» επιτρέπει τη διατήρηση χιλιάδων θέσεων εργασίας που κυριολεκτικά δεν έχουν κανέναν λόγο ύπαρξης, πέραν της διατήρησης (με τη σειρά τους) μιας γραφειοκρατικής πυραμίδας που συχνά, όταν τα πράγματα δεν είναι καλά, πετάει κομμάτια από τη βάση της κρατώντας ανέπαφο το τμήμα από τη μέση και πάνω.

Ο Γκρέμπερ επισημαίνει ότι παρόμοιες καταστάσεις επικρατούν και στο Δημόσιο (π.χ. στην Ισπανία αποκαλύφθηκε ότι υπάλληλος απουσίαζε από τη θέση του για έξι χρόνια, όταν η υπηρεσία του θέλησε να τον τιμήσει για τη μακρόχρονη προσφορά του...), ωστόσο τονίζει ότι οι «bullshit jobs» είναι ενδημικές στον ιδιωτικό τομέα, κυρίως διότι ανταποκρίνονται σε μια φεουδαλική αντίληψη για τη διοίκηση των εταιρειών: όσους περισσότερους υφισταμένους έχει κάποιος, τόσο σπουδαιότερη είναι η θέση του.

Καταληκτικά ο Γκρέμπερ υποστηρίζει ότι το πρόβλημα με τις «bullshit jobs» θα μπορούσε να λυθεί με την καθιέρωση ενός καθολικού βασικού εισοδήματος, το οποίο θα επέτρεπε στους ανθρώπους να ζουν αξιοπρεπώς χωρίς να υποχρεώνονται να κάνουν «άχρηστες» εργασίες.

Ο αντίλογος

Φυσικά η θεωρία του Γκρέμπερ (ο οποίος είναι δηλωμένος αναρχικός) έχει δεχθεί σφοδρή κριτική και κάποια σημεία της κριτικής αυτής δεν είναι άστοχα. Για παράδειγμα επισημαίνεται ότι πολλές από τις «χρήσιμες» εργασίες υποκαθίστανται σταδιακά από την τεχνολογία, η οποία καθιστά τους εργαζόμενους μάλλον... υπεράριθμους.

Επίσης υπογραμμίζεται ότι πολλές από τις «bullshit jobs» που ο Γκρέμπερ περιγράφει δεν αποτελούν καπρίτσια του συστήματος, αλλά έρχονται ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού ή των ρυθμιστικών παρεμβάσεων των κυβερνήσεων, αλλά και του ίδιου του καπιταλιστικού μοντέλου, που προϋποθέτει γραφειοκρατία για τη λειτουργία του.

Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο «Economist», ειδικά στην οικονομία των υπηρεσιών, ακριβώς επειδή είναι εξαιρετικά δύσκολος ο έλεγχος της ποιότητας και της ποσότητας του παραγόμενου προϊόντος, οι ίδιες οι επιχειρήσεις οργανώνονται γραφειοκρατικά, ώστε να μπορούν να παρακολουθούν τι συμβαίνει.

Όπως αναφέρει το περιοδικό, «όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του χρόνου εργασίας αναλώνεται σε προσπάθειες αποτροπής της κατάρρευσης του οργανισμού (σ.σ.: επιχείρησης) υπό το βάρος της ίδιας του της πολυπλοκότητας».

Επίσης μια παρατήρηση αφορά το γεγονός ότι τα περισσότερα στελέχη των επιχειρήσεων στηρίζουν το εισόδημά τους σε μετοχές – άρα και την επίτευξη στόχων, ώστε οι μετοχές να ανέβουν –, ενώ σε περίπτωση μη ικανοποιητικής απόδοσης κινδυνεύουν επίσης με απόλυση.

Παράλληλα οι επικριτές του Γκρέμπερ υποστηρίζουν ότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα δημιουργικών ανθρώπων που η «bullshit job» τους δεν τους εμπόδισε να παραγάγουν ή ακόμα και να είναι απλώς ευτυχισμένοι με αυτό που έκαναν (κατά τον Γκρέμπερ, αλλά και βάσει των αποτελεσμάτων μελέτης του YouGov σε Βρετανία και Ολλανδία, σε ποσοστό κοντά στο 40% οι εργαζόμενοι σε «άχρηστες» δουλειές, έστω και μυστικά, είναι δυσαρεστημένοι με αυτές και παραδέχονται ότι δεν κάνουν κάτι χρήσιμο).

Τέλος, επισημαίνεται ότι η εξαφάνιση των «bullshit jobs» έρχεται σε αντιπαράθεση με τις δύο όψεις του νομίσματος περί εργασίας, όπου η Δεξιά λέει στους πολίτες «βρείτε μια δουλειά» και η Αριστερά απαιτεί «περισσότερες δουλειές», ιδίως σε μια περίοδο που η συζήτηση για το μέλλον της εργασίας έχει ανάψει για τα καλά, που η gig economy σπρώχνει στο περιθώριο τη μισθωτή εργασία και που η τεχνολογία απειλεί να εξαφανίσει από τον χάρτη ολόκληρους επαγγελματικούς τομείς.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.