17/10/2018 08:05:23

Η ελληνική γλώσσα ως θεμελίωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας

 

(Και περί της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών στα ελληνικά σχολεία)

Η γλώσσα δεν είναι μόνο μέσο επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, με τον επιφανειακό τρόπο που αντιλαμβανόμαστε συνήθως αυτούς τους όρους. Είναι μέσο επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, με την πλήρη έννοια αυτών των λέξεων: να εννοούμε μαζί τα πράγματα, συν-εν-νόηση, επι-κοινωνίας ευρισκόμενοι. Έτσι λοιπόν με τη γλώσσα αποτυπώνεται όχι μόνο ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα που μας περιβάλλουν, τα πράγματα που με τέχνη κατασκευάζουμε, αλλά και ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβανόμαστε τον Άλλον και ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβανόμαστε την κοινωνία, δηλαδή τη συνύπαρξή μας με αυτόν, σε κοινωνία.

Η Ιστορία του ανθρώπου ταυτίζεται με την αέναη αναζήτηση της Αλήθειας. Ο άνθρωπος πλανώμενος και περιπλανώμενος όπως θα έλεγε ο Αξελός, αλλά με αναγκαία και ζωτική γι’ αυτόν την πλάνη και περιπλάνηση, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτήν την αίσθηση ή ψευδαίσθηση (στο βαθμό που διίστανται αυτοί οι όροι) συναλλαγής του με την Αλήθεια, έως και συνταύτισής του με αυτήν. Άρθρωσή του με αυτή την Αλήθεια υπήρξαν πάντοτε οι Τέχνες του, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου[i].

Με τις Τέχνες ο άνθρωπος προσπαθούσε όχι μόνο να επιβιώσει στο περιβάλλον μέσα στο οποίον βρέθηκε να ζει, αλλά και να ενισχύσει την αντιεντροπική του παρουσία. Με τις Τέχνες προσπαθούσε να προφυλαχθεί από τα εχθρικά στοιχεία του περιβάλλοντος, να εκμεταλλευτεί τα φιλικά προς αυτόν και να μετασχηματίσει τα στοιχεία του επ’ ωφελεία του. Αλλά και με τις Τέχνες προσπαθούσε να επεκτείνει περαιτέρω την εμβέλειά του, έως κατανικήσεως και του ιδίου του θανάτου και έως θεώρησης της ίδιας του της ύπαρξης ως απόρροιας μιας αδήριτα συνδεδεμένης με αυτόν Υπαρξιακής Αλήθειας, αρχής του παντός ή προαιώνιας αρχής. Και φυσικά αρχή κάθε Τέχνης, ο Λόγος. Αρκεί η μελέτη της ετυμολογίας των λέξεων για να κατανοήσουμε το νόημα και τον ρόλο κάθε τεχνήματος, είτε φυσικού είτε ανθρωπογενούς, ιδιαιτέρως στην Αρχαία Ελλάδα.

Στη σημερινή εποχή, η νεωτερική διανόηση εμμένει στην αποστέρηση από τον άνθρωπο κάθε εμβέλειας πέραν της ορατής και λεγόμενης φυσικής ζωής του. Τούτο οδήγησε τη σημερινή Δύση σε οντολογικό κενό, κενό το οποίο δημιούργησε τα σημερινά αδιέξοδα στα οποία βρίσκεται εγκλωβισμένη. Το οντολογικό κενό της Νεωτερικής Δύσης, που τουλάχιστον μέχρι τώρα επικρατεί ως πολιτισμικό πρότυπο, έχει καθοριστικώς οδηγήσει και στην επικρατούσα σε παγκόσμια κλίμακα ιδεολογική σύγχυση, με όλα τα τραγικά αποτελέσματα που ήδη βιώνει η ανθρωπότητα. Η φιλοσοφική θεμελίωση των κοινωνιών και η συνακόλουθη αναφορά τους στην όποια υπαρξιακή Αλήθεια καθορίζει τον τρόπο ύπαρξης των κοινωνιών και των ανθρώπων, τις σχέσεις του ατόμου με τον Άλλο, τις προτεραιότητες του βίου, τους συλλογικούς και ατομικούς στόχους του ανθρώπου. Η έλλειψή της μπορεί να οδηγήσει σε προ-ιστορικές νοοτροπίες και στα συνακόλουθα αδιέξοδα. Ομοίως και η επικρατούσα σύγχυση.

Η ανάγκη νέας φιλοσοφικής θεμελίωσης της ανθρωπότητας αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο επείγουσα. Το οντολογικό κενό της Δύσης ήρθαν να καλύψουν, από τον 19ο αιώνα και εξής, από τη μια μεριά ο ρομαντισμός και όλα τα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ού αιώνα, που αναζητούσαν μια νέα Αλήθεια, πέραν της χιμαιρικής αυτοπραγμάτωσης και αυτοθέσμισης του ανθρώπου της νεωτερικότητας, από την άλλη διάφορα πολιτικά ιδεολογήματα στηριγμένα σε αυτήν την χιμαιρική αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου. Όλα απέτυχαν, δηλαδή δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν την απαραίτητη για την ύπαρξη των κοινωνιών φιλοσοφική θεμελίωση. Αγγλοσάξονες εθνολόγοι πρότειναν τη συνομιλία του επικρατούντος δυτικού πολιτισμού, δηλαδή της νεωτερικότητας, με τις παραδόσεις της Περιφέρειάς του, προς αποκόμιση αμοιβαίων ωφελημάτων (acculturation), ενδεχομένως προς μια μεγάλη πολιτισμική σύνθεση. Ούτε αυτό όμως δείχνει να έχει αποδώσει καρπούς. Φονταμενταλισμοί ένθεν κακείθεν της Γηραιάς Ηπείρου έχουν οδηγήσει σε παγκόσμια αδιέξοδα με τα τραγικά αποτελέσματα που ήδη έχει αρχίσει να βιώνει η παγκόσμια κοινότητα.

Η σημερινή Δύση που για το λόγο αυτό αναζητά επανακαθορισμό της ταυτότητάς της, έχει συμφέρον να επαναξιολογήσει τις ρίζες της, τη θεμελίωσή της. Αυτές δε οι ρίζες βρίσκονται σε κιβωτούς πολιτισμού, κιβωτούς που έχουν αποτυπώσει τον τρόπο αντίληψης του Κόσμου και του Ανθρώπου, τρόπο που θεμελίωσε τον δυτικό πολιτισμό, κιβωτούς-ρίζες, που «όταν τίποτα δεν θα έχουμε να προσμένουμε από πουθενά και τα κλαριά ή τα φύλλα του δέντρου θα απομένουνε φρυμένα και θα είναι μόνο για λύπηση, οι ρίζες αυτές, που εμείς τις είχαμε για ξοφλημένες, να ανεβάσουνε από τα καταχθόνια τις λίγες σταλαματιές που θα σώσουνε το δέντρο από το μαράζωμα και τον αφανισμό»[ii].

Η ελληνική γλώσσα είναι μιά τέτοια κιβωτός. Αυτό ενισχύεται άλλωστε απσσα α﷽﷽﷽﷽﷽ιακνωματικού σχήματος. ανθρωπό το γεγονός  ότι έχει παραμείνει ουσιαστικώς αναλλοίωτη από την αρχαιότητα μέχρι τη σημερινή καθομιλουμένη στην Ελλάδα. Υπήρξε η γλώσσα που θεμελίωσε τη Λατινική,  η γλώσσα που στήριξε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στις δύο φάσεις της, δηλαδή στην αρχική και θεμελιωμένη στην αρχαιοελληνική παράδοση, αλλά και στην μετέπειτα χριστιανική, επίσης θεμελιωμένη σε ελληνικές παρακαταθήκες (πλατωνισμό και νεοπλατωνισμό στην Ανατολή, αριστοτελισμό στη Δύση ).  Αποτελεί γλώσσα απαραίτητη για τους διανοούμενους της Ευρώπης μέχρι τουλάχιστον τον 19ο αιώνα, γλώσσα στην οποίαν έχουν στηριχτεί και προς την οποίαν εξακολουθούν να προστρέχουν όλες οι επιστήμες, γλώσσα που έχει επανειλημμένως επισημανθεί ως η καταλληλότερη  «γλώσσα» των ηλεκτρονικών υπολογιστών προηγμένης τεχνολογίας, λόγω ακριβώς της κατασκευής της ως άνευ ορίων εξελισσόμενης δομής νοημάτων. 

Η ελληνική γλώσσα δεν είναι γλώσσα «συμφωνημένων σημείων». Τέτοιες γλώσσες γρήγορα εγκαταλείπονται, ως ανεπαρκείς να συμβαδίσουν με την αέναη εξέλιξη της σκέψης και να εκφράσουν τις πολλές και λεπτές, αλλά κατά κανόνα κρίσιμες αποχρώσεις της έκφρασης, της αντίληψης και της ερμηνείας του άμεσου, έμμεσου, αντιληπτού ως τέτοιου, αλλά και επινοημένου κόσμου του ανθρώπου, στην αέναη προσπάθεια επέκτασης της εμβέλειάς του.

Η ελληνική γλώσσα είναι δομημένη με «κύτταρα», που εξελίσσουν επ’ άπειρον τον λόγο. Η ελληνική γλώσσα δεν έχει όρια, ούτε στη δόμηση λέξεων με βάση τα αρχικά αυτά κύτταρα, ούτε στην σύνταξη των προτάσεων, αλλά ούτε και στον τρόπο εκφοράς των λέξεων και των προτάσεων. Γιατί, επιπροσθέτως, τα σημαινόμενα των λέξεων νοούνται όχι μόνο ως δομές που προέκυψαν από εξέλιξη αρχικών εννοιών, αλλά και ως αισθητοποιημένες μορφές, με την έννοια ως ήχου εκφοράς τους από τον άνθρωπο. Θα μπορούσαμε ακόμη να μιλήσουμε και για τη γλώσσα ως ευαισθητοποιημένο όριο του σωματικού σχήματος. Αυτό ίσχυε άλλωστε και για όλες τις άλλες μορφές της ελληνικής Τέχνης, την Αρχιτεκτονική και τη Γλυπτική, μέσω των οποίων ο άνθρωπος αναζητούσε την περαιτέρω επέκτασή του και υπαρξιακό νόημα.

Η Ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί φωνήεντα μακρά και φωνήεντα βραχέα καθώς και φθόγγους που αναφέρονται στον τρόπο εκφοράς της γλώσσας από τον άνθρωπο, αλλά και φωνητικές αποχρώσεις που με την πάροδο του χρόνου εξασφαλίστηκαν μέσω των πνευμάτων και των τόνων. Τα δε πνεύματα των λέξεων που άρχιζαν από φωνήεν, διαμόρφωσαν και την προφορά και ορθογραφία λέξεων των σημερινών ευρωπαϊκών γλωσσών (λ.χ. οι λέξεις στην αγγλική και γαλλική που αρχίζουν με h). Πολλές μελέτες έχουν αναφερθεί στην προέλευση της αγγλικής από την ελληνική, πολλοί αναφέρονται στο εντυπωσιακό ποσοστό ελληνικών λέξεων στις σημερινές ευρωπαϊκές γλώσσες. Ιστορικές έμειναν οι ομιλίες του Ξενοφώντα Ζολώτα στα αγγλικά, το 1957 σε ετήσια συνάντηση της Παγκόσμιας Τράπεζας, χρησιμοποιώντας μόνον ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούνται σχεδόν αυτούσιες από την αγγλική. Περιττό να αναφερθούμε στους διεθνείς επιστημονικούς όρους στην ιατρική και σε όλες σχεδόν τις επιστήμες, που είτε χρησιμοποιούν αυτούσιες ελληνικές λέξεις, είτε πλάθουν νέες που απορρέουν όμως από αυτές και με δεδομένη την ελληνική ως άνευ ορίων γλώσσα.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η λειτουργικότητα της άνευ ορίων ελληνικής γλώσσας που ακολουθεί την εξέλιξη της Σκέψης αλλά και την εξελίσσει ως οργανικό της στοιχείο. Η γλώσσα αποτυπώνει και τον τρόπο θεώρησης του Κόσμου -που δεν είναι ο περιορισμένος νεωτερικός κόσμος- δίδοντας τη δυνατότητα στη Σκέψη να επεκτείνει την εμβέλειά της πέραν αυτού.

Στον νεωτερικό τρόπο θεώρησης της πραγματικότητας, ο Wittgenstein βεβαίωνε πως «τα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια του κόσμου μας»[iii]. Ισχύει όμως αυτή η πρόταση για την ελληνική γλώσσα; Στην ελληνική διαπιστώνουμε πως η γλώσσα μας επεκτείνει τα όρια του κόσμου μας, ως δυνάμει επ’ άπειρον μαθηματική ακολουθία. Η Ελλάς εισήγαγε την ανθρωπότητα σε έναν τρόπο θεώρησης του Ανθρώπου ως συμμέτοχου της Ιστορίας. Θεμελίωσε τη Ρώμη, που εισήγαγε την έννοια του κράτους. Θεμελίωσε εν συνεχεία τον Χριστιανισμό, που είδε με άλλον τρόπο την αρχαιοελληνική σχεσιοκρατική οντολογία, δηλαδή τον άνθρωπο σε οντολογική σχέση με τον Άλλον και τον Κόσμο, οντολογία στην οποίαν στηρίχτηκε η Δύση, αλλά που φαίνεται σήμερα να την έχει εγκαταλείψει. Σε αυτήν την ιστορική πορεία, η γλώσσα απετέλεσε βασικό λειτουργικό μέσον. Η ελληνική γλώσσα εξέφραζε και εξακολουθεί να εκφράζει αυτήν τη σχέση, ως δυνατότητα του ανθρώπου να επεκτείνει την εμβέλειά του στην ορατή και αόρατη πραγματικότητα. Βρίσκεται, όπως είπαμε, σε οργανική και όχι μόνο εργαλειακή σχέση μαζί του, στην αέναη αναζήτηση της Αλήθειας.

Σήμερα οι μεγάλοι Πολιτισμοί του παρελθόντος τίθενται ξανά στο διεθνές προσκήνιο, ενδεχομένως προς αναζήτηση μια μεγάλης σύνθεσης, προς άρση των σημερινών αδιεξόδων των κοινωνιών και του ανθρώπου. Η Ευρώπη βρίσκεται σε αναζήτηση ταυτότητας ύστερα από την κρίση των θεμελιωδών αρχών της. Η ελληνική γλώσσα αποτελεί κιβωτό της ευρωπαϊκής πρότασης, δομικό στοιχείο της ταυτότητάς της και θα προσδώσει στη γηραιά μας Ήπειρο το ξεχασμένο ιστορικό βάθος της. Θα είναι προς όφελος της Ευρώπης να επαναπροτάξει την ελληνική γλώσσα, σε αυτήν τη νέα παγκόσμια συγκυρία και αυτό νομίζω έχει ήδη αρχίσει, δειλά, να το κάνει.

Περί της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών στα ελληνικά σχολεία

Τελευταία γίνεται συζήτηση για τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών στα σχολεία. Εδώ υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά: Τα μεν Αρχαία Ελληνικά είναι μια ζωντανή γλώσσα, όπως προείπαμε, τα Λατινικά όχι. Οι σημερινοί Έλληνες ομιλούν Αρχαία Ελληνικά, πολύ λίγο διαφοροποιημένα από την τότε εποχή. Σε όλο τον κόσμο, τουλάχιστον τον δυτικό, σε αυτά προστρέχουν όλες οι σημερινές επιστήμες θέλοντας να φτιάξουν νέες λέξεις και νέα νοήματα. Έχει επίσης επισημανθεί πως είναι η καταλληλότερη «γλώσσα» των ηλεκτρονικών υπολογιστών προηγμένης τεχνολογίας, λόγω ακριβώς της κατασκευής της ως άνευ ορίων εξελισσόμενης δομής λέξεων και φερόμενων νοημάτων.

Από τη λατινική γλώσσα χρησιμοποιούνται κυρίως εκφράσεις, που συμπυκνώνουν νοήματα «λεξικοποιημένα», χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν χρειάζεται οι επιστήμες που εμβαθύνουν στη φιλοσοφία, στην αρχαιολογία και στην λογοτεχνία, να διδάσκονται τη γλώσσα αυτή. Υπό την έννοια αυτή θα πρέπει να διδάσκονται τα Λατινικά στα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα, ως βοηθητικά αντίστοιχων επιστημονικών ερευνών, αλλά δεν έχει νόημα να διδάσκονται σε επίπεδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τουλάχιστον ως υποχρεωτικό μάθημα ή μάθημα πανελληνίων εξετάσεων. Είναι ζήτημα διαχείρισης του χρόνου των παιδιών και θέσπισης σωστών προτεραιοτήτων. Τα Αρχαία Ελληνικά αποτελούν μια τέτοια προτεραιότητα, όπως και η ενεργός αντιμετώπιση του παρόντος.

 

[i] Στην αρχαία Ελλάδα το μεγαλύτερο κύρος το είχαν οι «Ελεύθερες Τέχνες», που αποτελούσαν από την Ελλάδα μέχρι και τον μεσαίωνα το πρόγραμμα παιδείας των νέων: η Γραμματική, η Διαλεκτική, η Ρητορική, η Αριθμητική, η Γεωμετρία, η Αστρονομία και η Μουσική.

[ii] Λορεντζάτος Ζήσιμος, «Ο Αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης», Εκδ. Ικαρος 1969

[iii] Wittgenstein L. “Tractatus Logico-Philosophicus”, εκδ. Παπαζήση, 1978                

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.