19/10/2018 20:05:25
10.9.2018 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2037 στις 6-9-2018

Η οικονομία χρειάζεται επειγόντως καύσιμα

Η οικονομία χρειάζεται επειγόντως καύσιμα - Media

 

Αν κάτι είναι απολύτως εμφανές από τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή για την πορεία του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος κατά το δεύτερο τρίμηνο της φετινής χρονιάς, είναι ότι η χώρα χρειάζεται «καύσιμα».

Είναι προφανές ότι η κατανάλωση δεν μπορεί να στηριχτεί στην κρατική δαπάνη, η οποία, υπό το βάρος των στόχων για τα τεράστια δημοσιονομικά πλεονάσματα, βαίνει μειούμενη και αυτό δεν θα αλλάξει τουλάχιστον μέχρι το 2023.

1. Η ιδιωτική κατανάλωση εμφάνισε κάποια «ψήγματα» αύξησης, αλλά είναι εμφανέστατο ότι, χωρίς αυξήσεις μισθών και χωρίς «διορθώσεις» στη φορολογική πολιτική, ουσιαστικά ποσοστά ανόδου δεν μπορούν να υπάρξουν, πόσο μάλλον όταν λείπει από την οικονομία και η χρηματοδότηση των τραπεζών.

2. Οι επενδύσεις κινήθηκαν πτωτικά για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο. Από τη μία δεν βοήθησε η μείωση της δαπάνης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και από την άλλη οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν εμφανίζουν τα επιθυμητά ποσοστά αύξησης για μια σειρά λόγους:

● Πρώτον, διότι η χώρα πρακτικά έχει μπει σε προεκλογική περίοδο, κάτι που δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με την οικονομική πολιτική που θα ακολουθηθεί.

● Δεύτερον, διότι υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίως λόγω Ιταλίας και Τουρκίας.

● Τρίτον, διότι στο εσωτερικό της χώρας δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη οι κατάλληλες συνθήκες, καθώς ούτε το φορολογικό πλαίσιο είναι «φιλικό» ούτε υπάρχουν πολλές δυνατότητες χρηματοδότησης τουλάχιστον από τις εγχώριες τράπεζες.

«Στυλοβάτες» προς το παρόν για το ΑΕΠ είναι οι εξαγωγικές επιχειρήσεις και ο τουρισμός. Ο ρυθμός αύξησης του 9,4% στις εξαγωγές υπηρεσιών και προϊόντων, σε συνδυασμό μάλιστα με την περιορισμένη αύξηση των εισαγωγών, λειτούργησε «θεραπευτικά» για την πορεία του ΑΕΠ, συνέβαλε στο να εμφανιστεί το +1,8%, αλλά δεν έκανε λιγότερο έντονο τον προβληματισμό σχετικά με την «επόμενη ημέρα» της ελληνικής οικονομίας.

Το υπουργείο Οικονομικών έσπευσε να παρουσιάσει τη δική του οπτική για την πορεία του ΑΕΠ κατά το δεύτερο τρίμηνο της φετινής χρονιάς.

Κατ’ αρχάς υπολόγισε το ΑΕΠ σε επίπεδο εξαμήνου ανακοινώνοντας ποσοστό της τάξεως του 2,2% για την περίοδο Ιανουαρίου - Ιουνίου. Με δεδομένο ότι ο ετήσιος στόχος για φέτος είναι το 1,9%, λογικά το υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι οι επιδόσεις της οικονομίας προς το παρόν κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα.

Από την άλλη, το οικονομικό επιτελείο δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι οι επενδύσεις μειώνονται για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο: «Όσον αφορά τη μείωση των επενδύσεων κατά 5,4% σε σύγκριση με το δεύτερο τρίμηνο του 2017, τονίζεται ότι αυτή οφείλεται αποκλειστικά στην πτώση του μεταφορικού εξοπλισμού, ενώ όλες οι άλλες συνιστώσες των επενδύσεων παρουσίασαν σημαντική αύξηση».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΥΠΟΙΚ, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό ενισχύθηκαν κατά +19,3%, ο εξοπλισμός τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας κατά 15,4%, οι λοιπές κατασκευές κατά +6,9% και οι κατοικίες κατά +5,1%.

Δεν αρκεί ο τουρισμός

Όποια κι αν είναι η διάθεση ανάγνωσης των στατιστικών στοιχείων, στο «διά ταύτα» η ανάγκη να πέσει «φρέσκο χρήμα» στην αγορά είναι κάτι περισσότερο από εμφανής.

Με την ισχνή αύξηση της κατανάλωσης πρακτικά να «εξουδετερώνεται» από την αύξηση των εισαγωγών και τις επενδύσεις να υποχωρούν, με τον κρατικό μηχανισμό «ανήμπορο» να συμβάλει στην όποια ανάπτυξη λόγω των δεσμεύσεων για την παραγωγή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η μοναδική «πηγή» ενίσχυσης του ΑΕΠ είναι οι εξαγωγές.

Στην πραγματικότητα, το ΑΕΠ συντηρείται κυρίως χάρη στα έσοδα από τον τουρισμό. Αυτή η «μονομέρεια» είναι που εντείνει τον προβληματισμό, καθώς δεν είναι δεδομένο ότι η αύξηση των εισπράξεων από τον τουρισμό μπορεί να συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό και τα επόμενα χρόνια, ειδικά αν επιβεβαιωθούν οι φόβοι για επαναφορά της κρίσης στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Για να προστεθούν και άλλες πηγές ανάπτυξης στη «συνταγή» του ΑΕΠ χρειάζεται να υπάρξουν ενέσεις ρευστότητας στην αγορά. Από πού μπορούν να προέλθουν αυτές;

Αύξηση μισθών, μείωση φόρων

Η ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης προϋποθέτει υψηλότερους μισθούς ή περισσότερα κέρδη για τους αυτοαπασχολούμενους. Προϋποθέτει επίσης αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος μέσα από τη μείωση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών.

Όλες αυτές δηλαδή οι αλλαγές που βρίσκονται αυτή την περίοδο στο προσκήνιο – επεκτασιμότητα κλαδικών συμβάσεων, αυξήσεις κατώτατου μισθού, κατάργηση υποκατώτατου μισθού, μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών – πρέπει να φύγουν από τη σφαίρα των συζητήσεων και των εξαγγελιών και να αρχίσουν να γίνονται πράξη.

Δεν θα είναι καθόλου εύκολο, καθώς υπάρχουν περιορισμοί: Καλώς ή κακώς οι θεσμικές παρεμβάσεις στα εργασιακά δεν αρκούν. Πρέπει να βρεθούν και εργοδότες πρόθυμοι να πληρώσουν τους αυξημένους μισθούς.

Επεκτασιμότητα σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που δεν «υπακούουν» στις προβλέψεις των ενεργών κλαδικών συμβάσεων θα πρέπει να το κάνουν από τη στιγμή που η υπουργός Εργασίας θα υπογράψει τη σχετική υπουργική απόφαση. Βέβαια το νομικό πλαίσιο δεν τους εμποδίζει να προσαρμόσουν το ωράριο εργασίας αν κρίνουν ότι δεν θέλουν να καταβάλλουν τα επιπλέον ποσά.

Κάτι αντίστοιχο μπορεί να γίνει και με την αύξηση του κατώτατου μισθού. Μια αύξηση της τάξεως των 20-30 ευρώ πάνω από τα σημερινά επίπεδα των 586 ευρώ μπορεί να «εξουδετερωθεί» αν το ωράριο εργασίας περιοριστεί από τις 8 ώρες ημερησίως στις 7 ώρες.

Αντίστοιχα, η αγοραστική δύναμη συνολικά δεν θα αυξηθεί μόνο με την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού. Θα πρέπει να γίνουν και προσλήψεις νέων με πλήρες ωράριο για να φανεί η διαφορά για το σύνολο της οικονομίας.

Όσον αφορά τη φορολογία και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τα περιθώρια δεν είναι πολύ μεγάλα, καθώς υπάρχει η κεντρική απαίτηση να επιτευχθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ. Στην πραγματικότητα οι όποιες μειώσεις φόρων και εισφορών αποτελούν τμήμα ενός «φαύλου κύκλου». Η χρηματοδότησή τους γίνεται από τα υπερπλεονάσματα.

Δηλαδή, η κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτική που «βγάζει» πλεόνασμα άνω του 4% του ΑΕΠ για να έχει τη δυνατότητα να ξαναμοιράσει τη μισή ποσοστιαία μονάδα σε φόρους και εισφορές. Το ζητούμενο όμως δεν είναι να γίνεται ανακύκλωση του ίδιου χρήματος, αλλά να μπαίνει φρέσκο χρήμα στην οικονομία.

Ενίσχυση του ΠΔΕ

Στον βωμό των πλεονασμάτων έχουν θυσιαστεί μέχρι στιγμής και οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Η δαπάνη του ΠΔΕ, ενώ ήταν προγραμματισμένο να παρουσιάσει αισθητή αύξηση σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, τελικώς κινείται πάνω - κάτω στα ίδια επίπεδα με πέρυσι.

Στο διάστημα Ιανουαρίου - Ιουνίου οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων ανήλθαν στα 1,233 δισ. ευρώ έναντι στόχου 1,99 δισ. ευρώ και περυσινής δαπάνης 1,114 δισ. ευρώ. Η διαφορά έναντι του φετινού στόχου για το εξάμηνο έφτασε στα 757 εκατ. ευρώ.

Πρόκειται για πόρους που ενίσχυσαν μεν το πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά αποτελούν πόρους που έλειψαν από το ΑΕΠ και το σκέλος των επενδύσεων. Το ζητούμενο είναι τώρα το τι θα γίνει στο δεύτερο εξάμηνο της φετινής χρονιάς.

Σε επίπεδο έτους έχει προβλεφθεί ότι η δαπάνη του ΠΔΕ θα φτάσει στα 6,75 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 1 δισ. ευρώ από το εθνικό σκέλος και τα 5,75 δισ. ευρώ από το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος. Αν ληφθούν υπόψη και οι επιδόσεις του επταμήνου, θα πρέπει τα στατιστικά στοιχεία της περιόδου από τον Αύγουστο μέχρι τον Δεκέμβριο να δείξουν δαπάνη 5,5 δισ. ευρώ από το ΠΔΕ και έσοδα περίπου 2,4 δισ. ευρώ.

Βραχνάς τα «κόκκινα» δάνεια

Χρήμα μπορούν να προσφέρουν και οι τράπεζες, αρκεί όμως να αντιμετωπίσουν τον μεγάλο «πονοκέφαλο» των «κόκκινων» δανείων. Ο στόχος είναι οι χορηγήσεις να διαμορφωθούν φέτος στα τουλάχιστον 11,5 δισ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο κατά τουλάχιστον 3 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα. Από τις τράπεζες περιμένουν «φως» τόσο η κτηματαγορά όσο και οι εγχώριοι επενδυτές.

Στην κτηματαγορά – στην οποία εμφανίστηκαν κάποια θετικά σημάδια το δεύτερο τρίμηνο – το ζητούμενο είναι να αρχίσει να μειώνεται ταχύτατα το απόθεμα των αδιάθετων ακινήτων, ώστε να ξεκινήσει στη συνέχεια με ταχύτερο ρυθμό η οικοδόμηση. Αυτό όμως προϋποθέτει ρευστότητα, η οποία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από το χρήμα που υπάρχει στα «σεντούκια». Απαιτείται και η εκ νέου χορήγηση στεγαστικών δανείων.

Ο ρυθμός χορηγήσεων είναι άμεσα συνδεδεμένος με την επιστροφή των καταθέσεων στις τράπεζες, αλλά και τον ρυθμό μείωσης των «κόκκινων» δανείων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ασκούνται έντονες πιέσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ώστε να τηρηθούν οι συμφωνηθέντες στόχοι για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων.

Μάλιστα, όπως σημείωσε και στη χθεσινή συνέντευξή του στην «Καθημερινή» ο Μπενουά Κερέ της ΕΚΤ, το 2019 θα είναι κρίσιμη χρονιά, καθώς ο πήχης είναι υψηλότερα σε σχέση με το 2018 όσον αφορά τον όγκο των «κόκκινων» δανείων που θα πρέπει να τακτοποιηθούν.

Τα ληξιπρόθεσμα

Το Δημόσιο διαθέτει ρευστότητα για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν συσσωρεύσει οι φορείς του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα με πόρους που προέρχονται τόσο από τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού όσο και από την τελευταία δόση του δανείου που έχει χορηγηθεί από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας στις 15 Ιουνίου (σ.σ.: πρόκειται για τη δόση του 1 δισ. ευρώ η οποία ακόμη δεν έχει διοχετευτεί στην αγορά).

Μέχρι και το τέλος του πρώτου εξαμήνου το υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου διαμορφωνόταν στα 2,016 δισ. ευρώ έναντι 2,553 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2017. Δηλαδή στο πρώτο εξάμηνο η «καθαρή» μείωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων ήταν της τάξεως των 500 εκατ. ευρώ, ενώ για το δεύτερο εξάμηνο ο πήχης έχει μπει υψηλότερα καθώς προβλέπει τον μηδενισμό των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

Όσον αφορά τις εκκρεμείς επιστροφές φόρου, αυτές διαμορφώνονταν στα 706 εκατ. ευρώ από 765 εκατ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2017.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.