26/09/2018 09:22:37
11.9.2018 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2037 στις 6-9-2018

Τον Νοέμβριο «κληρώνει» για καθαίρεση του Τραμπ

Τον Νοέμβριο «κληρώνει» για καθαίρεση του Τραμπ  - Media

 

Εδώ και μήνες ο κόσμος παρακολουθεί αποκαλύψεις και καταδίκες για τον Αμερικανό Πρόεδρο και τον κύκλο των συνεργατών του. Έως τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έδειχνε να πτοείται ιδιαίτερα. Όμως τις τελευταίες ημέρες κάτι άλλαξε. Για πρώτη φορά ο Πρόεδρος αντιμετωπίζει μια επίσημη κατηγορία ότι ο ίδιος παρανόμησε με σκοπό να προμοτάρει την υποψηφιότητά του και να επηρεάσει τις εκλογές.

Στις 21 Αυγούστου ο Μάικλ Κοέν, προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ, κατέθεσε ενόρκως στον ομοσπονδιακό δικαστή της Ν. Υόρκης ότι συμμετείχε σε ένα έγκλημα που ενορχηστρώθηκε από τον άνθρωπο που βρίσκεται στο Οβάλ Γραφείο. Ακόμη και για τα δεδομένα μιας προεδρίας τόσο σουρεαλιστικής όσο του Τραμπ, όσα είπε πρόκειται να επηρεάσουν καθοριστικά το τοπίο.

Ο Κοέν παραδέχτηκε την ενοχή του σε οχτώ κατηγορίες φοροδιαφυγής, απάτης και παράβασης του νόμου περί προεκλογικών εκστρατειών. Μέσα σε όλα ομολόγησε ότι στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας το 2016 κανόνισε, κατ’ εντολήν του Τραμπ, πληρωμές προς δυο γυναίκες για να εξαγοράσει τη σιωπή τους σχετικά με τις σεξουαλικές σχέσεις τους με τον Αμερικανό Πρόεδρο.

«Συμμετείχα σε αυτή την πράξη σε συνεργασία και υπό τις διαταγές του ίδιου του Τραμπ». Με αυτή την ένορκη παραδοχή του ο Κοέν ενέπλεξε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ σε ένα ομοσπονδιακό έγκλημα, την παράβαση των νόμων περί χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών. Πρόσθεσε ότι «ο κύριος σκοπός για τις δωροδοκίες ήταν να επηρεαστεί η εκλογική διαδικασία», την οποία τελικώς κέρδισε ο Τραμπ μόλις για 78.000 ψήφους σε τρεις πολιτείες.

Λίγες ώρες πριν από την κατάθεση του Κοέν ένας άλλος άνθρωπος του Προέδρου, ο υπεύθυνος της προεκλογικής του εκστρατείας Πολ Μάναφορτ, βρέθηκε ένοχος για οκτώ κατηγορίες φορολογικής και τραπεζικής απάτης. Η καταδίκη του Μάναφορτ δεν εξέπληξε όσους γνώριζαν την πολυετή καριέρα του ως πολιτικού συμβούλου διαθέσιμου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε δικτάτορες και κακούργους, σύμφωνα με τον «Economist».

Ο Κοέν, όμως, δεν ήταν μόνο ο προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ. Ήταν ουσιαστικά ο άνθρωπος που φρόντιζε να «εξαφανίζει» ό,τι προβλήματα αντιμετώπιζε ο Τραμπ. Ο Πρόεδρος έχει αρνηθεί το γεγονός των συγκεκριμένων σεξουαλικών σχέσεων και ισχυρίζεται ότι έμαθε για τις πληρωμές αργότερα, δηλαδή ότι έγιναν εν αγνοία του. Όμως, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του δικηγόρου του που τον «αδειάζει», ο Τραμπ ουσιαστικά ζήτησε από τον Κοέν να παρανομήσει και μετά είπε ψέματα για να το συγκαλύψει.

Δημοσκοπική αποδοκιμασία

Όταν οι ψηφοφόροι εκλέγουν κάποιον που έχει παρανομήσει, δημιουργείται μια διαμάχη μεταξύ των δικαστηρίων (του νόμου) και του εκλογικού σώματος, που είναι πολύ δύσκολο να επιλυθεί ξεκάθαρα. Με άλλα λόγια, η αμερικανική δημοκρατία έχει βρεθεί σε ένα δύσκολο και περίεργο σημείο. Και το ερώτημα είναι: «Τι γίνεται τώρα;».

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της εφημερίδας «Washington Post» και του τηλεοπτικού δικτύου ABC News, το 49% των Αμερικανών τάσσεται υπέρ της καθαίρεσης του Τραμπ. Οι έξι στους δέκα αποδοκιμάζουν τις ενέργειες του Προέδρου και μόλις το 36% των Αμερικανών τις εγκρίνει. Στην προηγούμενη δημοσκόπηση των δύο ΜΜΕ, τον Απρίλιο, το 40% των Αμερικανών ενέκρινε και το 56% αποδοκίμαζε τον Πρόεδρο.

Η δημοσκόπηση διενεργήθηκε στο διάστημα 26-29 Αυγούστου, λίγες ημέρες μετά την καταδίκη του Μάναφορτ για τραπεζική και φορολογική απάτη και τις αποκαλύψεις του Κοέν. Το 53% πιστεύει ότι ο Πρόεδρος είναι ένοχος για παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης επειδή προσπάθησε να παρέμβει στην έρευνα που διεξάγει ο ειδικός εισαγγελέας Ρόμπερτ Μιούλερ για τη ρωσική ανάμειξη στις προεδρικές εκλογές. Πάνω από έξι στους δέκα (63%), μάλιστα, δήλωσαν ότι στηρίζουν την έρευνα του Μιούλερ.

Η δημοτικότητα του Προέδρου βρίσκεται στα δύο άκρα, ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση των ερωτηθέντων: το 78% των Ρεπουμπλικανών τον επιδοκιμάζει, ενώ το 93% των Δημοκρατικών και το 59% των ανεξάρτητων τον αποδοκιμάζουν.

Το 2008 μια παρόμοια κατηγορία τερμάτισε την πολλά υποσχόμενη καριέρα του Τζον Έντουαρντς, υποψηφίου των Δημοκρατικών για την Προεδρία. Ο Έντουαρντς συγκέντρωσε 925.000 δολάρια από δύο πλούσιους σπόνσορες και τα χρησιμοποίησε για να κρύψει την ερωμένη του και το παιδί τους από τους ψηφοφόρους. Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς αποφάσισαν ότι, επειδή αυτά τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για να αποκρύψουν τη σχέση από τους ψηφοφόρους, αποτελούσαν παράνομες προεκλογικές εισφορές.

Και φυσικά υπάρχει η περίπτωση του Ρίτσαρντ Νίξον, που παραιτήθηκε από την Προεδρία όταν του γνωστοποιήθηκε ότι εγκρίθηκε η διαδικασία καθαίρεσής του.

Διαμάχη χωρίς καλό τέλος

Δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε αν ο Τραμπ θα είχε εκλεγεί Πρόεδρος αν η ιστορία αυτή, όπως και άλλες που βγαίνουν στη φόρα, είχε αποκαλυφθεί πριν από τις κάλπες. Όμως η πιθανότητα ότι μπορεί να μην είχε τελικώς κερδίσει προκαλεί σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη νομιμοποίησή του.

Στις ΗΠΑ υπάρχει η «σιωπηρή σύμβαση», από την εποχή του Νίξον, ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν παραπέμπει σε δίκη έναν εν ενεργεία Πρόεδρο. Κάτι που, βέβαια, δεν θα ίσχυε αν π.χ. υπήρχαν στοιχεία ότι ένας Πρόεδρος είχε διαπράξει φόνο. Ο βασικός λόγος, όμως, γι’ αυτόν τον άγραφο «κανόνα» είναι ότι τυχόν παραπομπή σε δίκη ενός Προέδρου θα πυροδοτούσε μια δύσκολη διαμάχη μεταξύ του συστήματος, δηλαδή του νόμου, και της δημοκρατικής εντολής, που δεν θα είχε καλό τέλος.

Όμως, το αμερικανικό σύνταγμα είναι ξεκάθαρο στο ότι ο Πρόεδρος δεν θα πρέπει να είναι ένας εκλεγμένος μονάρχης. Δεν είναι πάνω από τον νόμο. Το συνταγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει τώρα η Αμερική είναι ότι το πρωτόκολλο του υπουργείου Δικαιοσύνης να μην παραπέμπει εν ενεργεία Προέδρους χρονολογείται από μια άλλη, περασμένη εποχή, όταν ένας Πρόεδρος αναμενόταν να παραιτηθεί περισώζοντας ένα μίνιμουμ αξιοπρέπειας πριν του απαγγελθούν κατηγορίες, όπως στην περίπτωση Νίξον.

Αυτό δεν ισχύει πια. Σήμερα η άγραφη αυτή εθιμοτυπία σημαίνει πρακτικά ότι, αν ένας Πρόεδρος είναι αρκετά... παχύδερμο, τότε είναι όντως πάνω από τον νόμο. Αυτό δηλώνει ότι η μόνη λύση σε οποιαδήποτε σύγκρουση δημιουργήσει ο Τραμπ μεταξύ της Δικαιοσύνης και των ψηφοφόρων θα είναι πολιτική. Και ότι, τελικά, η απόφαση να απομακρυνθεί ένας Πρόεδρος είναι θέμα πολιτικής, όχι νόμων.

Asset ή βαρίδι;

Όμως προς το παρόν οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο στηρίζουν τον Τραμπ. Και οι ψηφοφόροι του τον εγκρίνουν με 87%, σύμφωνα με την Gallup. Το μόνο που θα μπορούσε να αλλάξει τη στάση των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών θα ήταν ένα τόσο κακό αποτέλεσμα στις ενδιάμεσες εκλογές (Mid-terms) τον Νοέμβριο, ώστε ένας ικανός αριθμός τους να αρχίσει να βλέπει τον Τραμπ ως εκλογικό βαρίδι και όχι ως asset.

Αν και θεωρείται πολύ πιθανό οι Δημοκρατικοί να πάρουν την πλειοψηφία στη Βουλή, μια πλειοψηφία των δύο τρίτων στη Γερουσία, το όριο που απαιτείται για να απομακρυνθεί ένας Πρόεδρος δείχνει με την έως τώρα εικόνα κάτι απλησίαστο. Στο μεταξύ ο Λάνι Ντέιβις, δικηγόρος του Κοέν, είπε ότι ο πελάτης του είναι πρόθυμος να πει στους εισαγγελείς όλα όσα ξέρει, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το αν ο Τραμπ γνώριζε εκ των προτέρων ότι οι Ρώσοι θα χακάριζαν τα επίσημα emails των Δημοκρατικών.

Επίσης δηλώνει πρόθυμος να καταθέσει ό,τι γνωρίζει για «την προφανή πιθανότητα μιας συνωμοσίας να δολοπλοκήσουν και να διαφθείρουν το αμερικανικό δημοκρατικό σύστημα στις εκλογές του 2016». Ακόμη τόνισε ότι ο πελάτης του δεν θα δεχθεί «συγχώρεση» από τον Τραμπ. Νομικά οι εξουσίες άφεσης από τον Πρόεδρο είναι απόλυτες και ο Τραμπ τις έχει ήδη χρησιμοποιήσει για να ωφελήσει δικούς του υποστηρικτές που βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Ο Μάναφορτ, σημειωτέον, δεν έχει αποκλείσει την αποδοχή μιας προεδρικής άφεσης.

Οι δωροδοκίες που διέπραξε ο Κοέν για λογαριασμό του Αμερικανού Προέδρου δημιουργούν προβλήματα για τον Τραμπ που πηγαίνουν πιο μακριά από την εμπλοκή του σε ένα ομοσπονδιακό έγκλημα. Καταθέτοντας ότι χρέωσε τον οργανισμό Τραμπ, ο Κοέν ανοίγει τον δρόμο για λεπτομερείς ελέγχους στα βιβλία της εταιρείας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ενδελεχή εξέταση των οικονομικών ενός Προέδρου που σταθερά αρνείται να δημοσιεύσει τις φορολογικές του δηλώσεις.

Μέχρι στιγμής η έρευνα Μιούλερ έχει αποφέρει πάνω από 100 εγκληματικές κατηγορίες εναντίον 33 ατόμων και τριών εταιρειών που σχετίζονται με τον Τραμπ. Κάποιοι, όπως ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Προέδρου Μάικλ Φλιν και ο πρώην σύμβουλος του Τραμπ Τζορτζ Παπαδόπουλος, έχουν ήδη δηλώσει ένοχοι και προσφέρουν κάθε δυνατή συνεργασία στις Αρχές.

Μάθημα από το Γουότεργκεϊτ

Αν η σταθερή ροή αποκαλύψεων και σκανδάλων κοστίσει εκλογικά στους Ρεπουμπλικανούς τον Νοέμβριο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν εύκολα από τον Ιανουάριο κιόλας να βρεθούν επικεφαλής επιτροπών με ευρείες εξουσίες ώστε να διεξαγάγουν έρευνες γύρω από τον Τραμπ και τους συνεργάτες του. Μια «Δημοκρατική» Βουλή ή Γερουσία θα είναι σε θέση να αμφισβητεί τα πάντα, από τις διάφορες πολιτικές του Προέδρου μέχρι τις φορολογικές του δηλώσεις. Ο άξονας της δυναμικής στην Ουάσιγκτον θα γείρει αν Δημοκρατικοί με εξουσίες κλήτευσης κινηθούν εναντίον του Τραμπ.

Προς το παρόν οι Δημοκρατικοί εκτιμούν ότι, αν «ανέβει» τώρα ψηλά στην ατζέντα του διαλόγου το δίλημμα για το αν οι αποκαλύψεις Κοέν θα πρέπει να θέσουν σε λειτουργία διαδικασίες για την καθαίρεση του Προέδρου, αυτό θα μπετονάριζε τους υποστηρικτές του Τραμπ περισσότερο από ό,τι τους αντιπαθούντες τον Πρόεδρο.

Όμως η ένορκη κατάθεση του Κοέν μπορεί κάλλιστα να αποτελεί την αρχή μιας ιστορικής περιόδου για την αμερικανική πολιτική σκηνή. Σύντομα θα αρχίσουν να αποκαλύπτονται περισσότερες πληροφορίες για τις δουλειές που «τακτοποιούσε» για λογαριασμό του Τραμπ. Μια δεύτερη δίκη του Μάναφορτ, με κατηγορίες ότι λειτούργησε ως πράκτορας άλλων χωρών, θα ξεκινήσει στις 17 Σεπτεμβρίου.

Κάποια στιγμή αναμένεται ότι ο Μιούλερ θα δημοσιοποιήσει λεπτομερή αναφορά σχετικά με όσα λαβράκια ανακάλυψε γύρω από την παρέμβαση της Ρωσίας στις εκλογές του 2016 και το αν η εκστρατεία του Τραμπ είχε εμπλακεί. Τότε θα είναι η στιγμή που οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι ίσως να ελέγχουν το ένα ή και τα δυο σώματα στο Καπιτώλιο, θα ασχοληθούν με την καθαίρεση του Ντόναλντ Τραμπ.

Στις 21 Αυγούστου ο Τζον Ντιν, ο άνθρωπος - κλειδί στην πτώση του Νίξον, μίλησε στο «Time» για το τελευταίο σκάνδαλο Τραμπ. Ο Ντιν, ως σύμβουλος του Νίξον, είχε τότε αποφασίσει να συνεργαστεί με τους εισαγγελείς στη διάρκεια του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ.

Μάλιστα στις 19 Αυγούστου ο Τραμπ σε ένα tweet του αποκάλεσε τον Ντιν «καρφί» καταδικάζοντάς τον για τον ρόλο του στην αποκάλυψη του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ. Ο Ντιν σχολίασε – με αφορμή την κατάθεση του Κοέν πως δωροδόκησε κατ’ εντολήν του Τραμπ – ότι «ουσιαστικά κατέδειξε τον Πρόεδρο ως ένοχο εγκλήματος. Αν ο Τραμπ δεν ήταν Πρόεδρος, θα είχε χαρακτηριστεί συνωμότης και θα είχε επίσημα παραπεμφθεί σε δίκη».

Τόνισε μάλιστα ότι, αν κάτι έμαθε από το Γουότεργκεϊτ που θα ήταν χρήσιμο να έχουμε υπ’ όψιν στην περίπτωση του Τραμπ, ήταν ότι το Γουότεργκεϊτ διήρκεσε χρόνια. Ο κόσμος θέλει χρόνο: Πρώτον, για να μάθει. Δεύτερον, για να ενδιαφερθεί - ενοχληθεί. Και τρίτον, για να αντιδράσει…

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.