13/11/2018 23:04:22
15.10.2018 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2042 στις 11-10-2018

Η αβεβαιότητα και το «φάρμακο»

Η αβεβαιότητα και το «φάρμακο» - Media

 

Ζόρικοι οι πρώτοι μήνες μετά τα μνημόνια λόγω σοβαρών εκκρεμοτήτων

Εκτός από την άγνοια, την οικονομία μπορεί να τη «σκοτώσει» και η αβεβαιότητα. Και στην Ελλάδα η αβεβαιότητα διαχύθηκε από την επομένη κιόλας της εξόδου από τα μνημόνια. Πεδίον δόξης λαμπρό για κάθε είδους κερδοσκοπία, υποτιμητική και μη:

● Βρισκόμαστε ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο.

● Η κυβέρνηση παζαρεύει το αίτημα της μη περικοπής των συντάξεων με συνεχείς επαφές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

● Ο προϋπολογισμός της χώρας, προς το παρόν, είναι διπλός.

● Οι τράπεζες έχουν μπροστά τους ένα… βουνό από «κόκκινα» δάνεια, το οποίο πρέπει να γκρεμίσουν χωρίς ταυτόχρονα να κάνουν μεγάλη ζημιά στους ισολογισμούς τους.

● Το Ελληνικό Δημόσιο θέλει να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν έχει ακόμη βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο θα δοθεί αυτή η βοήθεια.

Τα αναπάντητα ερωτήματα είναι πολλά και προκαλούν «εκνευρισμό» στις διεθνείς αγορές, επιβεβαιώνοντας πλήρως αυτό που δημοσίως έχει πει το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μπενουά Κερέ: «Δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι οι διαπραγματεύσεις με τις αγορές θα είναι πιο εύκολες ή λιγότερο επώδυνες για την Ελλάδα σε σχέση με τις αντίστοιχες με τους εκπροσώπους των θεσμών».

Οι νέες ανάγκες

Είναι γεγονός ότι το κλίμα που έχει διαμορφωθεί στην ελληνική οικονομία δεν είναι, προς το παρόν, αυτό που περίμενε η κυβέρνηση όταν στις 20 Αυγούστου έβγαινε η χώρα από τα μνημόνια.

Τότε είχε κατά νου μόνο το πώς θα πείσει τους Ευρωπαίους για το θέμα των συντάξεων και πώς θα εξασφαλίσει ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο «μαξιλάρι» στον προϋπολογισμό του 2018 και του 2019 για να χρηματοδοτήσει τα έκτακτα μερίσματα και τις εξαγγελίες που προγραμμάτιζε να κάνει ο πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Να όμως που ο παράγοντας «αγορές», στον οποίο μέχρι τώρα ελάχιστη σημασία δινόταν, άρχισε να απασχολεί και μάλιστα έντονα.

● Το 2017 η κυβέρνηση σχεδίαζε τα έκτακτα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης χωρίς να ανησυχεί για το τι θα πουν οι αγορές.

● Φέτος ενδιαφέρει και μάλιστα πολύ για το αν η προσπάθεια να μην μειωθούν οι συντάξεις θα εκληφθεί ως η απαρχή του «ξηλώματος» των μεταρρυθμίσεων που έχουν συμφωνηθεί.

● Μέχρι και πέρυσι αρκούσε στο οικονομικό επιτελείο να συμφωνήσει με τα κλιμάκια των θεσμών το τι μέλλει γενέσθαι με τις τράπεζες και την κεφαλαιακή θωράκισή τους, καθώς η χώρα ήταν σε πρόγραμμα.

● Τώρα η ελληνική πλευρά έχει να ανησυχεί και για το αν οι όποιες σκέψεις ή σχεδιασμοί συμβαδίζουν με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και τις επιταγές της DG Comp, που ουσιαστικά απαγορεύουν τις κρατικές ενισχύσεις των τραπεζών.

● Μέχρι τώρα το οικονομικό επιτελείο είχε κυρίως... φιλολογικό ενδιαφέρον για την πορεία του ομολόγου και της απόδοσης του δεκαετούς.

● Τώρα ειδικά τα στελέχη του ΟΔΔΗΧ είναι υποχρεωμένα να έχουν το βλέμμα καρφωμένο στα μόνιτορ. Διότι μπορεί οι δανειακές ανάγκες της χώρας να είναι εξασφαλισμένες για τα επόμενα δύο χρόνια (σ.σ.: με βάση ορισμένες εκτιμήσεις η περίοδος ασφαλείας μπορεί να φτάνει και στα τέσσερα έτη), από την άλλη όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να απέχει επί μακρόν από τις νέες εκδόσεις.

Δύσκολο το περιβάλλον

Είναι προφανές ότι οι πρώτες 50 ημέρες μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια επιφύλασσαν μια μεγάλη... κρυάδα για το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης:

1. Οι τιμές των μετοχών στο χρηματιστήριο κατέρρευσαν, ενώ μέχρι και τη χθεσινή αντίδραση η χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών είχε φτάσει να υποχωρεί κάτω από τα 5 δισ. ευρώ για το σύνολο των συστημικών τραπεζών της χώρας.

Έτσι, παρά τις θετικές εκθέσεις που κυκλοφόρησαν και την αναβάθμιση των τραπεζών από τη Fitch λόγω της περαιτέρω χαλάρωσης των capital controls, η συζήτηση επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο αν οι τράπεζες θα χρειαστούν πρόσθετα κεφάλαια, αλλά και στον τρόπο εξεύρεσής τους.

2. Το επιτόκιο του ελληνικού δεκαετούς έφτασε μέχρι και στο 4,6% αναγκάζοντας τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να αναστείλει μέχρι νεωτέρας τα όποια σχέδια εξόδου στις αγορές. Μπορεί η ελληνική πλευρά να μην έχει άμεση ανάγκη από «μετρητά», ωστόσο η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει την επαφή της με τις αγορές και να ενδιαφερθεί και για την εμπορευσιμότητα επί των κρατικών τίτλων.

Πλέον τα σχέδια εξόδου μετατίθενται χρονικά για το τέλος του χρόνου στην καλύτερη περίπτωση ή για το 2019 καθώς, αν δεν ξεκαθαρίσει το τοπίο και με τον ελληνικό προϋπολογισμό και με το θέμα των τραπεζών, αλλά και με το ζήτημα της Ιταλίας, δύσκολα θα υπάρξει αποκλιμάκωση των επιτοκίων στο επιθυμητό επίπεδο (σ.σ.: ο ΟΔΔΗΧ θα ήθελε το spread στο επίπεδο του 3,5% - 3,6% πριν προχωρήσει στην επόμενη έκδοση).

3. Με την κατάργηση των περιορισμών για τη διακίνηση κεφαλαίων, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές στο εσωτερικό, η κυβέρνηση περίμενε να δημιουργηθεί θετικό κλίμα, αλλά και να σταλεί μήνυμα περαιτέρω αποκατάστασης της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα, όμως ήρθε η φημολογία για τις τράπεζες να αλλάξει άρδην το σκηνικό.

Ξαφνικά ξαναφούντωσαν τα σενάρια περί αναγκαιότητας νέας κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών, περί δυσκολιών διαχείρισης του εξαιρετικά κρίσιμου ζητήματος που έχει να κάνει με τη μείωση των «κόκκινων» δανείων, αλλά και με την πιθανή έλλειψη ενδιαφέροντος από τον ιδιωτικό τομέα να συμμετέχει σε πιθανές αυξήσεις κεφαλαίου ή εκδόσεις ομολόγων στις οποίες θα προχωρούσαν οι τράπεζες.

4. Ακόμη και ο «διπλός προϋπολογισμός» που παρουσίασε το υπουργείο Οικονομικών την 1η Οκτωβρίου δεν έστειλε τα μηνύματα που περίμενε το οικονομικό επιτελείο. Στόχος ήταν να φανεί ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμία πρόθεση να προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες και ότι συντάσσει το δικό της σχέδιο δημοσιονομικών παρεμβάσεων για να αποδείξει ότι δεν διακυβεύεται ο δημοσιονομικός στόχος του 3,5%.

Αντί όμως να δημιουργηθεί αυτή η εικόνα στις αγορές, εντάθηκε η αβεβαιότητα, καθώς προέκυψε η κριτική ότι η κυβέρνηση πηγαίνει με «διπλά βιβλία» στις Βρυξέλλες για το ραντεβού της 15ης Οκτωβρίου (σ.σ.: τότε πρέπει να καταθέσουμε τον προϋπολογισμό στην Κομισιόν στο πλαίσιο των διαδικασιών του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου).

Έχοντας κατανοήσει πλέον ότι με το να καταγγέλλεις απλώς τις κερδοσκοπικές κινήσεις ή με το να διοχετεύεις σενάρια περί ενίσχυσης των τραπεζών χωρίς επαρκή τεκμηρίωση δεν θωρακίζεται η οικονομία της μεταμνημονιακής εποχής, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει το επόμενο διάστημα να κλείσει τις εστίες της αβεβαιότητας.

Η χθεσινή γραπτή δήλωση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος εντάσσεται ακριβώς στη λογική αυτή. Ο Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος όλες τις προηγούμενες ημέρες κατηγορήθηκε ανοικτά για τη σιωπή του μεσούσης της χρηματιστηριακής κρίσης για τον τραπεζικό κλάδο, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Οι χρηματιστηριακές εξελίξεις του τραπεζικού κλάδου τις προηγούμενες ημέρες δεν σχετίζονται με την υγεία των ελληνικών τραπεζών, αλλά με καθαρά εξωγενείς παράγοντες, όπως η άνοδος των επιτοκίων διεθνώς και ιδιαίτερα σε γειτονικές με την Ελλάδα χώρες».

Επίσης διοχετεύτηκαν αρμοδίως πληροφορίες ότι ο κεντρικός τραπεζίτης είναι σε ανοικτή γραμμή τόσο με τον Αλέκο Φλαμπουράρη όσο και με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο αλλά και τον Δημήτρη Λιάκο.

Το στοίχημα

Το επόμενο «στοίχημα» είναι να εξειδικευτεί με τρόπο πειστικό και κατανοητό από τις αγορές το σχέδιο για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων και τη μέθοδο με την οποία θα υπάρξει η αρωγή του Δημοσίου προς τις τράπεζες.

Η βεβιασμένη διαρροή περί ενός μηχανισμού εγγυήσεων μάλλον αρνητικά λειτούργησε καθώς προκάλεσε μια άνευ λόγου διάψευση από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, αλλά και περισσότερη αβεβαιότητα στην αγορά.

Πρακτικά αναζητείται ένας μηχανισμός στον οποίο δεν θα χρησιμοποιηθεί ούτε σεντ από το απόθεμα ασφαλείας (buffer), ο οποίος όμως θα συμβάλει στη μείωση των «κόκκινων» δανείων κατά τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ μέσα στο 2019.

Το «στοίχημα» είναι πρακτικά να αποφευχθεί η ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών, καθώς με τις παρούσες συνθήκες στη χρηματιστηριακή αγορά κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε εις βάρος των συμφερόντων των σημερινών μετόχων των τραπεζών, μεταξύ των οποίων και του Δημοσίου.

Ο τελευταίος παράγοντας αβεβαιότητας έχει να κάνει με τον ελληνικό προϋπολογισμό. Το οικονομικό επιτελείο θέλει μέσα στον Οκτώβριο να έχει εξασφαλίσει μια κατ’ αρχήν έγκριση από την Κομισιόν για τη δυνατότητα παραγωγής πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ ακόμη και χωρίς την περικοπή των συντάξεων.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτό δεν αναμένεται να ξεκαθαρίσει πριν από τις αρχές Δεκεμβρίου και το τελευταίο Eurogroup της φετινής χρονιάς.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.