18/02/2019 13:30:37

«Like a Rolling Stone»: Ο περιπλανώμενος και δυστυχισμένος αφηγητής της ελληνικής εξορίας

«Like a Rolling Stone»: Ο περιπλανώμενος και δυστυχισμένος αφηγητής της ελληνικής εξορίας - Media

 

Ὁ ἀφηγηματικὸς τρόπος τοῦ Βάσου Ν. Πτωχόπουλλου

Καθὼς ἀκουμποῦμε τὸν ἀφηγηματικὸ λόγο τοῦ Βάσου Ν. Πτωχόπουλλου, καθὼς ψηλαφοῦμε τὰ ἀλυσιδωτὰ πεζογραφήματά του, μὲ τὰ ὁποῖα, σὲ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο ἀνάγνωσης, φαίνεται προφανῶς καὶ ἐμφανῶς νὰ αὐτοβιογραφεῖται, χωρὶς ὅμως νὰ παραμένει ἐκεῖ, γιατὶ ὁ λόγος του εἶναι πολυεπίπεδος καὶ πολυσήμαντος καὶ ἰδιότυπα πρισματικός, αἰσθανόμαστε νὰ μᾶς συνοδεύει καὶ νὰ μᾶς ἀκολουθεῖ, μέσα στὸ φῶς, ὁ τόπος μας, ποὺ τὸν ἀφήσαμε βιαίως πίσω μας. Ἡ πατρίδα μας, ποὺ ἀναλήφθηκε πρὸ πολλοῦ μέσα στὸ φῶς.

Ἔτσι ἔρχεται καὶ μὲ βρίσκει καὶ μένα ἡ λαμπερὴ Αἰγιαλοῦσα τῆς ἐφηβείας μου. Ὁ Βάσος εἶχε φύγει, σχεδὸν βιαίως, παιδί, λίγα χρόνια πρὶν τὴ γνωρίσω καὶ ζήσω κι ἐγώ ἐκεῖ, ὁλόκληρο ἕνα καλοκαίρι, αὐτὸ τοῦ 1965. Ὁ Βάσος εἶχε ἤδη φύγει, σκέφτομαι, τὸ 1962. Καὶ δὲν γύρισε ποτέ. Οὔτε κι ἐγὼ πῆγα ποτὲ ξανὰ ἐκεῖ, ἔτσι γιὰ  νὰ βυθιστῶ σὲ ἐκεῖνο τὸ βαθὺ γαλάζιο τῆς θάλασσάς της. Μὲ τὰ καπνὰ δίπλα καὶ τὸ πράσινο. Κι ἐκείνη τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς.

Αὐτὰ σκέφτομαι πὼς κρατάω μέχρι σήμερα, ἀλλὰ κι ὅσα μοῦ ἔδωσε σκηνοθετικῶς καὶ εἰκονογραφικῶς, μὲ ἕνα ἐξίσου σκληρὸ τρόπο ὁ φίλος μου ζωγράφος ἐξ Αἰγιαλούσης Γιῶργος Κούμουρος. Μὲ τὴ παγερὴ σιωπὴ τῆς τουρκοκρατούμενης Αἰγιαλούσης, τὴ συσκότιση καὶ τὸν τρόμο, κι ἐκεῖνα τὰ φῶτα ποὺ ἄναψαν ξαφνικὰ ὅλα μαζὶ μέσα στὴ νύκτα, πρὶν τὴ μαζικὴ ἐξορία τῶν κατοίκων της, τὸ 1975.

Περιπλανώμενοι καὶ δυστυχισμένοι στὰ τοπία τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ζωῆς δὲν γυρίσαμε ξανὰ σὲ ἐκεῖνο τὸν λεηλατημένο, κι ὅμως ἄλλοτε ἐξόχως ἐρωτικὸ τόπο τῆς Ἐλληνικῆς Κύπρου. Ἔτσι, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Καζαντζίδη, ποὺ διακήρυττε λαϊκοτρόπως ἐκεῖνο τὸ «Ἡ Κύπρος εἶναι Ἑλληνική», μὲ τὴν ὑπερήφανη ἀνδρικὴ φωνή του. Τότε ποὺ ἀκουμπούσαμε στὴν πραγμάτωση τοῦ ὀνείρου καὶ τοῦ διαχρονικοῦ ὁράματος τῆς ἑνώσεως, ποὺ δὲν ἦταν οὔτε ἄπιαστο οὔτε μὴ ρεαλιστικό, ὅπως διατείνονται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ δειλοὶ τῆς νεοκυπριακῆς ἀλλοτρίωσης καὶ τῆς ἀποικιακῆς ἐξάρτησης, μέχρι σήμερα. 

Σπαρακτικὰ ὅλα αὐτὰ καὶ ἐπώδυνα. Ἔτσι, τελικά, εἰσερχόμαστε κι ἐμεῖς ὅλοι μαζὶ μὲ τὸν Καζαντζίδη,  ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Βάσο, ἐπωδύνως στὸν τόπο τοῦ σπαραγμοῦ τῆς ἱστορίας, μὲ τὴν τραγικότητά της καὶ τὰ λεηλατημένα της τοπία. Μὲ τὸν πονεμένο, ὅπως τὰ τραγούδια ποὺ τὸν άκολουθοῦν, ἀφηγηματικὸ λόγο τοῦ Βάσου. Κι ἐκεῖνες τὶς νύκτες στὸ «Αἰγαῖο», μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Καζαντζίδη, ἔτσι σὰν ἐξομολόγηση καὶ ὁμολογία καὶ δέσμευση καὶ ὑπόσχεση ζωῆς. «Ὡς μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος», κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Ὡς κραυγὴ καὶ σπαραγμός.

Ὁ Βάσος καταθέτει μιὰ λογοτεχνία τῆς ἐξορίας, ἀλλὰ καὶ τῆς περιφέρειας καὶ τῆς διασπορᾶς, ὅπως εἶχα γράψει ἄλλοτε, δίνοντας τὴν ἰδιοτυπία τῆς Ἑλληνικῆς λογοτεχνίας τῆς Κύπρου. Ἢ «τῆς λογοτεχνίας τῆς Ἑλληνικῆς Κύπρου.»  Μὴ ξεχνᾶμε πὼς μιλᾶμε γιὰ τὴν Ἀχαιῶν Ἀκτή. Τὴ Γιαλοῦσα. Τὰ ἀφηγήματα, οἱ ἱστορίες τοῦ Βάσου, ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη, ἀποτελοῦν ἀπὸ μόνες τους μοναδικὰ παραδείγματα μιᾶς μνήμης ποὺ ἔχει πιὰ ἀναληφθεῖ. Εἶναι ἐντός μας καὶ εἶναι συγχρόνως καὶ ἔξω ἀπὸ μᾶς. «Ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστή, κι᾿ ἁγία!», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Σολωμό, στὸ IV τοῦ Σχεδιάσματος τῶν «Ἐλεύθερων Πολιορκημένων.» Ἀκέραιη εἰς τὸν αἰῶνα, καθὼς ἔχουν ὅλα πιὰ ἀπογειωθεῖ, ἔχουν μνημειωθεῖ καὶ ἀπαθανατισθεῖ. Ἔχουν εἰσέλθει πιὰ στὸν τόπο τῆς ἀθανασίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σπαραγμὸς τῆς ὑπάρξεως ποὺ ζεῖ, ξανὰ καὶ ξανά, τὸν ἀναλωμένο χρόνο, τὸν ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ.

Ὁ Βάσος εἶναι περιπλανώμενος καὶ δυστυχισμένος. Αὐτὸ δηλώνει ἤδη μὲ τὸ πρῶτο του βιβλίο, μὲ «Ἱστορίες καὶ τραγούδια.» Ὅπως ὅλη ἡ γενιά μας. Γιατί, ὅσοι ἀγαπήσαμε ἢ προσλάβαμε ἐρωτικῶς τὴ γῆ μας καὶ τὸν τόπο αὐτὸ εἰσπράττουμε. «Ποιός εἶναι λεβέντης σὰν τὸν Ριμακὸ κλπ. μᾶς εἶπε ὁ Μηχανικός, «νὰ σκύψει νὰ φιλήσει τὸ χῶμα ἀπὸ ὅπου διάβηκε ἡ ἀγάπη του.» Αὐτὸ ζοῦμε. Γι’ αὐτὸ παραμένουνε ἀπαρηγόρητοι καὶ ἀπαραμύθητοι.

Ὅσα γράφει ὁ Βασος ἀφηγηματικῶς συνιστοῦν, συνθέτουν ἢ ἀποκαλύπτουν ἕνα ὁλόκληρο κόσμο. Ἔτσι, «ὡς ἀόρατος ὑφαντουργός», ὑφαίνει ξανὰ ὁ Βάσος τὸν κόσμο του. Κατὰ τρόπο ἀριστουργηματικό. Πιάνει ἕνα - ἕνα τὰ σπαράγματα τῆς μνήμης, τὰ σπαράγματα τῆς ζωῆς του, τὰ ἀνασυνθέτει, καὶ ἀναπλάθει ἕναν ὁλόκληρο κόσμο τῆς παιδικότητος. Καὶ ὄχι μόνο.

Πρόκειται γιὰ μιὰ λογοτεχνία τῆς ἀφηγηματικῆς γνησιότητος κι ἀκόμα τῆς ἀφηγηματικῆς ἰδιοτυπίας, γιατί ὄχι καὶ πρωτοτυπίας, καθὼς τὴν ἀφήγηση διαπερνᾶ τὸ μουσικὸ καὶ ἀσματικὸ τοπίο, ὅλα ἐκεῖνα τὰ τραγούδια ποὺ ἀγαπήσαμε καὶ μᾶς ἀκολουθοῦν μὲ ἕνα τρόπο παράξενο καὶ ὑπόγειο μέχρι σήμερα. Κάποιοι θὰ ποῦν μὲ ἕνα τρόπο ἄνισο λογοτεχνικῶς ἔστω. Ἢ αἱρετικό. Μήπως γιὰ τοὺς πολλοὺς αἱρετικὸς δὲν ὑπῆρξε ὅλος ὁ προσωπικός του βίος, τὸν ὁποῖο ἀφηγεῖται, σχεδὸν λεπτομερῶς; Ὅμως δὲν παύει νὰ εἶναι μιὰ λογοτεχνία τῆς ἀφηγηματικῆς ἀρτιότητος καὶ τῆς μοναδικότητος, μὲ ἕνα λόγο διαυγῆ καὶ ρέοντα καὶ αὐθεντικό.

Καθὼς μὲ τὸν Βάσο εἴμαστε συνομήλικοι, αἰσθάνομαι ὅλα αὐτὰ ποὺ στιχουργικῶς καὶ μουσικῶς καταθέτει καὶ προτάσσει νὰ διασταυρώνονται μὲ τοὺς ἤχους ἐκεῖ στὸ στενὸ τοῦ σπιτιοῦ μου στὴν Κυθρέα, στὸ ἀδιέξοδο, μὲ ἐκεῖνο τὸ τρανσίστορ ποὺ πήραμε τὸ 1964, μὲ τὸ πικὰπ στὸ καφενεῖο ἀλλὰ καὶ τὸ  τζουκ - μπὸξ δίπλα ἀπὸ τὸ «κινηματοθέατρον Ἀπόλλων Κυθρέας.»

Ἔτσι ἄκουα καὶ στὸ Μπογάζι, πηγαίνοντας γιὰ τὴ Γιαλοῦσα, ἐκεῖνα τὰ ἄσματα καὶ στὰ κέντρα κοντὰ στὴ θἀλασσα. Ἔτσι μὲ βρίσκουν τὰ καφενεῖα τῆς Αἰγιαλούσης, κι ἐκεῖνο τοῦ Μπέη, ὅπως τὰ περιγράφει μὲ τόση ἐνάργεια καὶ καθαρότητα καὶ διαφάνεια ὁ Βάσος, ὅπως περιγράφει τὸ σπιτάκι τοῦ παπποῦ, καὶ τὴν καλύβη κοντὰ στὴ θάλασσα. Τοπία τοῦ φωτός, σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὰ σκοτεινὰ τοπία στὴν Ἀγγλία καὶ τὶς νύκτες τῆς Ἀθήνας ἢ τῆς θεοσκότεινης Πράσινης Γραμμῆς καὶ τὶς νύκτες στὸ «Αἰγαῖο.» Τότε ποὺ τὸν εἶχα πρωτογνωρίσει, νομίζω ἦταν ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’80, μὲ τὸν φίλο μου τὸν Σάββα, ποὺ ἔφυγε. Καὶ τὸν Λάκη. 

Αὐτὴ εἶναι ἡ μιὰ ὄψη τῶν ἀφηγήσεων, μὲ τὰ λαμπερὰ τοπία. Γιατὶ ὑπάρχει κι ἡ ἄλλη, ἡ σκοτεινή. Δὲν διάβασα ἐφιαλτικότερες ἀφηγήσεις ἀπὸ αὐτὲς τῆς ζωῆς στὸ Μάργκεϊτ, μὲ τὰ σκοτεινά του πρόσωπα, τὴν ἀγριότητα καὶ ἐχθρότητα τῶν ἀνθρώπων του, τὰ παιδάκια ποὺ ἔψαχναν κάπου ν’ ἀκουμπήσουν, κι ἐκείνη τὴ θάλασσα ποὺ πάγωσε, ὅπως τὶς παγωμένες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἦταν κι ὅλη ἐκείνη ἡ βία, κι οἱ ἄνθρωποι ἐξόριστοι, χαμένοι στοὺς δρόμους τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἐξομολόγηση τοῦ Βάσου στὴ λιτή, «ἐπίσημη» βιογραφία του:

«Ὁ Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος γεννήθηκε στὴ Γιαλούσα τὸ 1950 ― λίγους μῆνες μετὰ τὸ Ἑνωτικὸ Δημοψήφισμα― καὶ θέλει νὰ πεθάνει ἐκεῖ. Δυστυχῶς, μᾶλλον κάπου ἀλλοῦ θὰ ἀφήσει τὰ κόκκαλά του, μιᾶς καὶ ἡ Γιαλούσα εἶναι κατεχόμενη ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ζεῖ στὴ ξενητειὰ τῆς Λευκωσίας. Δὲν ἐργἀζεται καὶ ἀπολαμβάνει τὰ 432 εὐρὼ τῆς σύνταξής του. Εἶναι τσιμπημένος μὲ δυὸ τρεῖς νοσοκόμες τοῦ Νεφρολογικοῦ Τμήματος τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Λευκωσίας, δὲν ἔχει ὅμως παιδιά.»

Ἀλλὰ κι ὅσα ἀναγράφει στὸ ὀπισθόφυλλο:

«Τὸ ἀνὰ χεῖρας βιβλίο εἶναι τὸ δεύτερο σὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ τρία βιβλία γιὰ τὴ ζωὴ ἑνὸς μονίμως ξενιτεμένου. Ξανὰ εὐχαριστῶ τοὺς συνθέτες, στιχουργοὺς καὶ τραγουδιστὲς ποὺ μοῦ κρατοῦν συντροφιὰ ἐδῶ καὶ ἕξι δεκαετίες. Ὅποιος δὲν ἔζησε στὴν ξενητειὰ ἢ δὲν πόνεσε μὲ τὰ μεγάλα καὶ τὰ μικρὰ πράγματα τῆς ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴν ἀξία τῶν ἀσμάτων αύτῶν.

Σὲ ἔνδειξη ἐκτίμησης γιὰ τὴ λαϊκή μας μουσική, θὰ μετατρέψω τὴν ἀκίνητή μου περιουσία (δὲν ἔχω κινητή) σὲ μουσεῖο τῆς λαϊκῆς μας μουσικῆς.»

Θὰ μποροῦσε κανείς, ἀφήνοντας πίσω τὰ φωτεινὰ χρώματα καὶ τοὺς ἤχους τῆς Γιαλούσας, τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ καὶ τὰ ἑρπετὰ τοῦ παπποῦ, ἀλλὰ κι ἐκεῖνες τὶς ἀπροσδόκητες συνταγὲς τῶν φαγητῶν τῆς μητέρας, ὅπως στὴν «Πολίτικη Κουζίνα», σκέφτομαι, μὲ ἐκείνη τὴ στυφὴ γεύση τῆς ἐξορίας καὶ τοῦ βίαιου ἐκτοπισμοῦ καὶ πάλι, νὰ σταθεῖ σὲ μιὰ ἀναζήτηση ἢ ἀναψηλάφηση τοῦ σκότους ποὺ διαχέεται παντοῦ στὸν τόπο τῆς ἐξορίας. Μὲ τὴν καταχνιά του, τὸ πούσι του, τὴν παγωνιά του, τὰ φῶτα τῆς νυκτερινῆς ζωῆς του, νὰ ἀναβοσβήνουν, τὶς γυναῖκες, τοὺς μεθυσμένους στὸ δρόμο κι ὅλη τὴν ἀπέραντη βία. Καὶ τοὺς μετανάστες στὰ καφενεῖα τους ἢ στὴ βιοπάλη ποὺ ἀφήνεται τεχνηέντως νὰ αἰωρεῖται.

Εἶπα στὴν ἀρχὴ πὼς τὸ ἔργο τοῦ Βάσου εἶναι πολυεπίπεδο. Ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ διαβαστεῖ ὡς μιὰ συνοπτικὴ ἱστορία τῆς νεότερης μετανάστευσης ἀπὸ τὸ ’60 καὶ μετά. Ἢ ὡς ἕνα κείμενο τῆς εἰσβολῆς καὶ τῆς χαμένης πατρίδας. Ὡς ἕνα σενάριο γιὰ μιὰ κινηματογραφικὴ ἀποτύπωση. Ὡς ἕνα μουσικὸ ἀνθολόγιο μὲ τὰ ἀκούσματα τῆς ἐποχῆς. Μιὰ καταγραφὴ τοῦ σκληροῦ πολιτικοῦ τοπίου στὴν Κύπρο μετὰ τὴν εἰσβολή, μὲ σημεῖο ἀναφορᾶς τὸ «Ἑνωτικὸν Οἰνοπνευματικὸν "Τὸ Αἰγαῖον".» Μιὰ ἀναφορὰ καὶ καταγραφὴ τῶν ἐπωνύμων καὶ ἀνωνύμων ποὺ εἰσῆλθαν στὴν αὐλή του. Καὶ στὸν κόσμο του. Ἄλλοι ἀνυποψίαστοι, ἀμέτοχοι κι ἄλλοι ὑποψιασμένοι, μετέχοντας, κατὰ τρόπο «συνωμοτικό», σ’ αὐτὸ ποὺ ἐξέφραζε. Εἶναι ὅλα αὐτὰ καὶ κάτι παραπέρα. Ἕνα ἄρτιο λογοτεχνικὸ ἔργο, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀφίσταται τῶν προϋποθέσεων καὶ τῶν αὐστηρῶν πλαισίων τοῦ διηγήματος, σύμφωνα μὲ τοὺς ἄξονες ἑνὸς συερεότυπου «ἐπιστημονισμοῦ», παραμένει ὅμως μιὰ διήγηση ἐξόχως ἑλκυστικὴ καὶ ἐνδιαφέρουσα.  Ἄμεση. Νευρώδης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπώδυνη.

Σκέφτομαι, ὁλοκληρώνοντας, νὰ ὑποδείξω κάποια ἀφηγηματικὰ ἀριστουργήματα ἀπὸ τὸ βιβλίο, ὅπως κι ἀπὸ τὸ πρῶτο ἐκείνη τὴν περιγραφὴ τῆς ἀναχώρησης μὲ τὸ σκύλο του, τὸν Σπόττην, ποὺ τὸν ἀκολουθεῖ τρέχοντας καὶ τὸν κυνηγᾶ ἀπὸ τὴ Γιαλούσα ὥς τὸν Λεονάρισσο. Πολλὰ θὰ μποροῦσα νὰ ἐπιλέξω καὶ νὰ ἀναγνώσω. Ἀπὸ τὸ δεύτερο βιβλίο, τὸ Like a Rolling Stone, μὲ τὸν παράδοξο ἴσως τίτλ,ο εἶναι ἐκείνη ἡ μορφὴ τοῦ παπποῦ πρῶτα στὴ Γιαλοῦσα κι ἔπειτα στὸ Μάργκεϊτ, ἀλλὰ καὶ τῆς μητέρας.

«Εἶχε πολὺ ὡραία φωνὴ… στὴ Γιαλοῦσα.» (σσ. 16-17)

Θὰ μποροῦσα νὰ σταθῶ στὰ τραγούδια τῆς μητέρας τοῦ Βάσου, ὅπως ἄλλοτε ἔκανα γιὰ «Τὰ Ἡρωϊκὰ καὶ Λυπημένα ἄσματα» καὶ τῆς δικῆς μου μητέρας, ἢ τὰ «Χαρωπά της Τραγούδια», τὰ περισσότερα Μικρασιάτικα, καθὼς πιὰ «ἡ μισὴ Κύπρος παραμένει τὸ μόνο ἐλεύθερο κομμάτι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας», ὅπως μᾶς ὑποδεικνύει ὁ Βάσος.

Μιὰ προσωπογραφία ἢ μιὰ ἀναζήτηση τοῦ πληθυσμοῦ ποὺ διέρχεται τὸ βιβλίο θὰ ἦταν ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα. Πρόκειται γιὰ πρόσωπα ὑπαρκτά, ἄλλωστε μὲ τοὺς πιὸ πολοὺς ἀπ’ αὐτοὺς εἴμαστε χρόνια γνώριμοι καὶ μὲ κάποιους φίλοι. Κι ἐδῶ στέκομαι στὸ περιβόητο ζήτημα τῆς ἀφηγηματικῆς μυθοπλασίας, καθὼς αἰσθάνομαι πὼς τὰ ὑπαρκτὰ πρόσωπα τῆς ἀφήγησης τοῦ Βάσου ἔχουν περιέλθει πρὸ πολλοῦ στὸν τόπο τοῦ μύθου. Ἐγὼ στέκομαι στὸν μυθικὸ ξάδελφό του τὸν Νουφρῆ, ποὺ μὲ πάει στὰ παιδικά μου χρόνια, μαζὶ μὲ κάποιους ἄλλους συμμαθητές μου στὸ Δημοτικό, ποὺ ἔφτασαν στὰ δεκαπέντε τους, λόγῳ στασιμότητος, νὰ τὸ τελειώσουν, καὶ γι’ αὐτό, σωματώδεις, ἡγοῦντο καὶ ὅλων τῶν ὁμάδων καὶ τῶν συγκρούσεων, μὲ τὸν πετροπόλεμο καὶ τὰ ἄλλα συνήθη τῆς ἐποχῆς τῶν παιδικῶν μας χρόνων.

Γυρίζω, λοιπόν, στὸ ἄλλο ἀπόσπασμα ποὺ ἐπέλεξα νὰ διαβάσω, ἕνα κείμενο τῆς ἐξορίας καὶ τῆς ἐρημίας καὶ τὸν καημὸ τῆς μετανάστευσης. Καὶ μ’ αὐτὸ κλείνω:

«Ἔφτασα στὸ Λονδῖνο… ἐπειδὴ κι αὐτὸς τὴν Γιαλοῦσα σκεφτόταν».

 («Τὸ πικραμένο γράμμα», σσ. 53-55)

*Ο Νίκος Ορφανίδης ειναι φιλόλογος - συγγραφέας, εκδότης του περιοδικού «Ακτή»

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.