17/12/2018 23:47:30

Η ελληνική πρόσληψη για τις βαλκανικές χώρες

Η ελληνική πρόσληψη για τις βαλκανικές χώρες  - Media

 

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η Βουλγαρία θεωρούνταν από μέρους των Ελλήνων ως η μεγαλύτερη εθνική απειλή. Εκλαμβανόταν από την ελληνική συνείδηση ως έθνος δόλιο, άγριο, απολίτιστο, άθεο, θηριώδες, ανήθικο. Γενικά, η αντίληψη της εικόνας του Βούλγαρου ήταν απολύτως τρομαχτική, απεχθής και μισητή: «Τέρατα που τα εξέβρασε ο Βόλγας και ο Άδης στη Μακεδονία». Η εικόνα αυτή δεν είχε την προβολή της μόνο σε προκαταλήψεις. Η σθεναρή διεκδίκηση με κάθε μέσον της Μακεδονίας εκ μέρους των Βουλγάρων δημιούργησε αυτή την εντύπωση. Η εχθρότητα αυτή έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα και στον κύκλο των αντιπάλων προστέθηκαν οι Ρουμάνοι, οι οποίοι έως τότε θεωρούνταν ως «αδελφοί εν πολιτισμώ».

Ώς τότε, η Ελλάδα και η Ρουμανία, μετά το συνέδριο του Βερολίνου, είχαν διαγνώσει τον βουλγαρικό κίνδυνο στη Μακεδονία. Η προσάρτηση της Νότιας Βεσσαραβίας από τη Ρωσία κατά παράβαση της ρωσορουμανικής συνθήκης του 1877, ο φόβος ρωσικής επίθεσης και η ίδρυση της βουλγαρικής ηγεμονίας ως ρωσικού προτεκτοράτου δημιούργησαν στη Ρουμανία, που απέκτησε την ανεξαρτησία της στο συνέδριο του Βερολίνου (1878) και προσάρτησε τη Βόρεια Δοβρουτσά και το Δέλτα του Δούναβη, μια ψύχωση σλαβικής πολιορκίας. Το αντιρωσικό σύνδρομο έφερε τη Ρουμανία στη σφαίρα επιρροής της Αυστρο-Ουγγαρίας και της Γερμανίας. Το 1883, η Ρουμανία υπέγραψε μυστική αμυντική συνθήκη με την Αυστρο-Ουγγαρία και τη Γερμανία που προέβλεπε ότι σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας εναντίον της Ρουμανίας, η Αυστρο-Ουγγαρία και η Γερμανία θα παρείχαν στρατιωτική υποστήριξη στη Ρουμανία. Ο κοινός σλαβικός κίνδυνος δημιούργησε μια βάση προσέγγισης Ελλάδας - Ρουμανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο χώρες αποκατέστησαν ομαλές διπλωματικές σχέσεις σε πρεσβευτικό επίπεδο μετά το συνέδριο του Βερολίνου (1879). Ο Constantin Esarcu υπήρξε ο πρώτος Ρουμάνος πρέσβης στην Αθήνα και ο Μάρκος Δραγούμης ο πρώτος Έλληνας πρέσβης στο Βουκουρέστι. Υποπροξενεία ιδρύθηκαν στην Κωνστάντζα και τη Σινάια και το 1880 υπογράφτηκε εμπορική σύμβαση διάρκειας επτά ετών.

Από τον Οκτώβριο του 1905, τα πράγματα αλλάζουν όταν η ρουμανική κυβέρνηση κατήγγειλε την εμπορική σύμβαση της 19ης Δεκεμβρίου 1900, όπως και το συνημμένο πρωτόκολλο που αφορούσε το καθεστώς των ελληνικών κοινοτήτων. Έτσι, οι κοινότητες έχασαν το δικαίωμα να λαμβάνουν δωρεές ή κληροδοτήματα και εξαναγκάζονταν να ρευστοποιήσουν την περιουσία τους. Θεωρητικά η εμπορική σύμβαση είχε ισχύ εννέα μηνών από την ημέρα της μονομερούς καταγγελίας της, εύλογο διάστημα, κατά την εκτίμηση της ρουμανικής κυβέρνησης, ώστε η Αθήνα να υποστεί το πολιτικό κόστος και να αναθεωρήσει τη στάση της στο Κουτσοβλαχικό. Η Ρουμανία προωθούσε ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις ελληνικές κοινότητές της, απέρριψε τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Ράλλη για αποσύνδεση της εμπορικής σύμβασης από το ειδικό παράρτημα για το καθεστώς των ελληνικών κοινοτήτων και απέκλεισε κάθε παραπομπή του θέματος σε διεθνή διαιτησία. Τον Νοέμβριο του 1905 αποφάσισε τη χρηματοδότηση της συγκρότησης ενόπλων τμημάτων των ρουμανιζόντων Βλάχων στη Μακεδονία. Αμέσως άρχισαν δίκες κατά των σχολείων των ανθηρών ελληνικών κοινοτήτων. Έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στην Κωνστάντζα, τη Βραΐλα, το Καλαφάτι, τη Σουλινά και την Τούλτσα. Μόνο τα ελληνικά σχολεία του Γαλατσίου συνέχισαν τη λειτουργία τους. Τον Φεβρουάριο του 1906 απελάθηκαν από τη Ρουμανία έξι επιφανείς Έλληνες της ελληνικής κοινότητας του Βουκουρεστίου, μέλη της εταιρείας «Ελληνισμός», κατηγορούμενοι για χρηματοδότηση των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στη Μακεδονία. Μεταξύ αυτών ήταν και ο γνωστός τραπεζίτης Χρυσοβελένης.

Στην Αθήνα το ρουμανικό έθνος αντιμετωπιζόταν «ως βάρβαρος αφρικανική ορδή». Σε ένα εντυπωσιακό συλλαλητήριο στην Αθήνα ο Νεοκλής Καζάζης, που υπήρξε επί σειρά δεκαετιών ο πρόεδρος της εταιρείας «Ο Ελληνισμός», από τον εξώστη του δημαρχείου κήρυξε καταχειροκροτούμενος το μίσος κατά των Ρουμάνων στη Μακεδονία.

Αποτέλεσμα αυτών των εθνικών πολιτικών στην ταραγμένη Βαλκανική ήταν να εδραιωθεί το πνεύμα μιας εθνικής αντιπαλότητας με όσους επιβουλεύονταν τον ελληνισμό, την Ελλάδα και στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Μακεδονία. Δημιουργήθηκε ένα κλίμα όπου το μίσος αποτελούσε την αιχμή του δόρατος για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων. Τη νίκη δεν θα την εξασφάλιζε στη Μακεδονία η εθνολογική πλειοψηφία, ο πολιτισμός και η γλώσσα, όπως υποστήριζε ο Γιώργος Θεοτόκης, αλλά «το μίσος το επαναστατούν την εθνικήν ψυχήν».

Από ελληνικής πλευράς, μια βασική θέση ήταν η δημόσια αποδοχή πως η Μακεδονία δεν ανήκει ολόκληρη στους Έλληνες, δήλωση που είχε διατυπωθεί ήδη από το 1895 στη Βουλή των Ελλήνων από τον Αθανάσιο Ευταξία. Φυσικά οι εκτιμήσεις του τι ανήκει και τι δεν ανήκει στην Ελλάδα δεν ήταν πάντα οι ίδιες. Βασικό είναι να τονιστεί ότι σε γενικές γραμμές οι Έλληνες δεν αρνούνταν την ύπαρξη Σλάβων στη Μακεδονία. Εδώ δε να τονιστεί ότι ο Ελληνισμός δεν είχε ποτέ επιδιώξει να τους εξελληνίσει με τη βία «όπερ εις παλαιοτέρους χρόνους ήτο εύκολον, λόγω της πνευματικής αυτής υπεροχής». Επίσης, οι Έλληνες καλούνταν να αποφύγουν και την ύπουλα γοητευτική σερβική παγίδα που προσέθετε και το Κόσοβο, δηλαδή την παλιά Σερβία, στη Μακεδονία. Με αυτό τον τρόπο η ελληνική πλευρά θα βρισκόταν στη θέση της μακεδονικής μειονότητας, μια και οι κάτοικοι του Κοσόβου ήταν κατά κύριο λόγο Σλάβοι, Βούλγαροι και Αλβανοί και υπήρχαν και ελάχιστοι μόνο Έλληνες.

Εν πολλοίς τα βιώματα εκείνης της εποχής ήταν τόσο έντονα που, όπως φαίνεται, προσδιόρισαν τις μελλοντικές εντυπώσεις του ελληνικού λαού έναντι των υπόλοιπων λαών της Βαλκανικής. Πρόκειται για εντυπώσεις που παγιώθηκαν μέσα από την εκπαίδευση, τη λαογραφία, τις προφορικές διηγήσεις σχετικά με τη Μακεδονία. Είναι φανερό ότι το Μακεδονικό προκαλεί στο διηνεκές μεγάλες εντάσεις και αντιδράσεις στον ελληνικό λαό και απ’ αυτό φαίνεται ότι δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα σοβαρότατο εθνικό ζήτημα, το οποίο έχουμε μετατρέψει σε κομματική αντιπαλότητα όπου υποτίθεται ότι πλειοδοτεί πάντα το «εθνικό συμφέρον».

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.