22/02/2019 14:04:51

Στατιστικοί δείκτες και φτώχεια στην Ελλάδα

Στατιστικοί δείκτες και φτώχεια στην Ελλάδα - Media

                                                                        

Σε  διεθνές επίπεδο, η στατιστική πληροφόρηση  παίζει, μεταξύ  των  άλλων,  σημαντικό ρόλο στους  στόχους, την  διαμόρφωση, την  αποτελεσματικότητα, την αξιολόγηση, την ερμηνεία, κ.λ.π. της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, της οποίας σκοπός, σε θεωρητικό  τουλάχιστον  επίπεδο, είναι η  βελτίωση  του  βιοτικού  επιπέδου  των πολιτών.

Παράλληλα, σημαντικός παράγοντας της στατιστικής πληροφόρησης είναι ο βαθμός της αξιοπιστίας της. Όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και εάν η στατιστική πληροφόρηση έχει προέλθει  από  την εφαρμογή υψηλής ποιότητας  μεθοδολογιών  και τεχνικών που  εξασφαλίζουν την αξιοπιστία, εάν οι χρήστες της πληροφόρησης  αυτής δεν μπορούν να την κατανοήσουν ή να την μετατρέψουν σε γνώση που αποτυπώνει την πραγματικότητα, τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αποτύπωσης  της  εικονικής  οικονομικής  και  κοινωνικής  πραγματικότητας  καθώς  και λανθασμένης πληροφόρησης.

Ένα παράδειγμα, μεταξύ των άλλων, στατιστικής μέτρησης που είναι εύκολο να παρερμηνευθεί είναι η μέτρηση της φτώχειας, του  επιπέδου  επάρκειας  των  συντάξεων, κ.λ.π. Από  την  άποψη  αυτή, το όριο της φτώχειας ορίζεται ως το μηνιαίο εισόδημα που είναι κάτω από το 60% του κατώτατου μισθού. Άρα, για την χώρα μας αυτό το όριο καθορίζεται στα 382 ευρώ τον μήνα (586 ευρώ μήνα ο κατώτατος μισθός). Ειδικότερα, αναλύοντας τα στοιχεία της Εurostat για το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται στο όριο  της φτώχειας, παρατηρούμε ότι για την Ελλάδα ο δείκτης του ορίου φτώχειας για τον πληθυσμό άνω των 65 ετών από 21,3% το 2010  μειώθηκε στο 12,4% το 2017.

Από τα  στοιχεία  αυτά, εύκολα μπορεί λανθασμένα να θεωρηθεί ότι κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης-ύφεσης  στην  Ελλάδα μειώθηκε ο  αριθμός των συνταξιούχων  που βρίσκεται  στο  όριο  της  φτώχειας. Αντίθετα, η πραγματικότητα είναι ότι: α) οι συντάξεις έχουν μειωθεί 45% κατά μέσο όρο την περίοδο 2010 – 2018 (απώλεια 63 δις ευρώ), και β) ο κατώτατος μισθός κατά την περίοδο των μνημονιακών πολιτικών μειώθηκε από τα 751 ευρώ το 2010 στα 586 ευρώ τον  μήνα. Έτσι,  στο  πλαίσιο  αυτό, το όριο της φτώχειας ορίζονταν σε 450 ευρώ τον  μήνα το 2010 και σε 382 ευρώ τον μήνα σήμερα.

Με άλλα λόγια, ενώ η σημερινή  πραγματικότητα   της  οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας μας, αποδεικνύει ότι η περίοδος (2010-2018) των Μνημονίων συνέβαλε στην  μείωση  της αγοραστικής δύναμης  των πολιτών της χώρας και οδήγησε σε φτωχοποίηση μεγάλο αριθμό εργαζομένων και συνταξιούχων, εντούτοις  οι στατιστικοί δείκτες της φτώχειας της Eurostat αποτυπώνουν  ότι ο αριθμός των φτωχών συνταξιούχων μειώθηκε κατά την περίοδο των ασκούμενων Μνημονιακών  πολιτικών.   

Αντίστοιχη, στατιστική  αναφορά  παρατηρείται  και για τους εργαζόμενους  στην  Ελλάδα, όπου ο  στατιστικός δείκτης του  ορίου  της  φτώχειας από  13,8%  που  ήταν  το  2010,  μειώθηκε στο 12,9% το  2017, γεγονός που  δεν  ανταποκρίνεται  στην  οικονομική  και  κοινωνική  πραγματικότητα  της  χώρας  μας. Η παρατήρηση  αυτή  σημαίνει ότι οι  στατιστικοί  δείκτες προσδιορισμού  του  ορίου  της  φτώχειας, του  επιπέδου  επάρκειας  των  συντάξεων, κ.λ.π., δημιουργούνται με βάση ορισμούς, που δεν ανταποκρίνονται στην κοινωνικο-οικονομική  πραγματικότητα της χώρας  μας  και  των  άλλων  κρατών-μελών  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης.

Στην  κατεύθυνση επίτευξης της σύζευξης των στατιστικών δεικτών και της  κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας του ορίου της φτώχειας, το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO), έχει προτείνει, ορθά, συμπληρωματικούς δείκτες,  θεωρώντας ότι το όριο  της  φτώχειας  θα πρέπει να προσδιορίζεται  από το κατά πόσο ένα νοικοκυριό μπορεί να καλύψει ορισμένες βασικές ανάγκες κρίσιμες για το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών.

Ως τέτοιες  ανάγκες θεωρούνται: α) η δυνατότητα πληρωμής πάγιων λογαριασμών και αντιμετώπισης έκτακτων οικονομικών αναγκών, β) η κατάλληλη διατροφή, γ) η εξασφάλιση επαρκούς θέρμανσης, δ) η δυνατότητα πραγματοποίησης διακοπών κατά την διάρκεια του χρόνου και ε) η πρόσβαση σε τέσσερα καταναλωτικά αγαθά που είναι το τηλέφωνο, η έγχρωμη τηλεόραση, το πλυντήριο ρούχων και το επιβατικό αυτοκίνητο. Με άλλα λόγια, η  επιβαλλόμενη  αναθεώρηση  του  ορισμού, της μεθοδολογίας και των τεχνικών στατιστικού  προσδιορισμού  του  ορίου  της  φτώχειας  προϋποθέτει, προκειμένου να αποτυπώνει την κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα της κάθε χώρας, να περιλαμβάνει τα πραγματικά στοιχεία του επιπέδου διαβίωσης  και της  αγοραστικής  δύναμης των νοικοκυριών.

*Ο Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομ.Καθ.Παντείου Πανεπιστημίου και ο Βασίλειος Γ. Μπέτσης Υποψ. Διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.