15/12/2019 20:07:20
26.1.2019 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2057 στις 24-1-2019

Πάνω απ’ όλα η ομαλότητα - Δεν είναι αυστηροί οι θεσμοί με την ελληνική κυβέρνηση

Πάνω απ’ όλα η ομαλότητα - Δεν είναι αυστηροί οι θεσμοί με την ελληνική κυβέρνηση - Media
 
Χωρίς εντάσεις, παρά τις όποιες ενστάσεις, αναμένεται να ολοκληρωθεί αύριο το απόγευμα ο δεύτερος γύρος των μεταμνημονιακών διαβουλεύσεων.
Οι εκπρόσωποι των τεσσάρων θεσμών θα αποχωρήσουν από την Αθήνα και η ελληνική κυβέρνηση θα κληθεί να αξιοποιήσει το χρονικό περιθώριο των επόμενων εβδομάδων για να ολοκληρώσει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα 16 «προαπαιτούμενα» της δεύτερης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, το αργότερο μέχρι το τελευταίο δεκαήμερο του Φεβρουάριου.
 
Στις 27 Φεβρουαρίου θα πρέπει να δημοσιευτεί η έκθεση των ευρωπαϊκών θεσμών. Και μπορεί κάποιος να μην μπορεί από τώρα να προβλέψει το περιεχόμενό της, μπορεί ωστόσο να ψυχανεμιστεί το κλίμα: δεν υπάρχει καμία διάθεση στις τάξεις των δανειστών να χαλάσουν το κλίμα αυτή τη στιγμή στην ελληνική αγορά.
Είναι πολύ πιθανό ότι θα υπάρξουν καθυστερήσεις σε αρκετά από τα εκκρεμή ζητήματα της αξιολόγησης: αποκρατικοποιήσεις, επιλογή γενικών γραμματέων υπουργείων, πωλήσεις λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, Ελληνικό κ.ά.
 
Ωστόσο αναμένεται ότι στην ελληνική πλευρά θα δοθεί η απαραίτητη πίστωση χρόνου, ενώ – εκτός συνταρακτικού απροόπτου – δεν θα υπάρξει κανένα εμπόδιο στην εκταμίευση της υποδόσης των κερδών που έχει συμφωνηθεί να επιστραφούν στην Αθήνα, τα οποία προέρχονται από τη διακράτηση των ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις κεντρικές τράπεζες των χωρών - μελών της Ευρωζώνης.
 
Για να προχωρήσουν στη σύνταξη θετικής έκθεσης για την Ελλάδα, το μόνο στο οποίο αναμένεται να επιμείνουν οι εκπρόσωποι των θεσμών θα είναι η ελληνική πλευρά να μην υπερβάλλει στα θέματα που «χτυπούν» άσχημα στους ξένους επενδυτές και στις αγορές ομολόγων. Με λίγα λόγια,
● θα πουν «ναι» στην αύξηση του κατώτατου μισθού αλλά δεν θα συνηγορήσουν σε ένα υψηλό ποσοστό,
● θα δεχτούν να πάνε πίσω στον χρόνο ορισμένες αποκρατικοποιήσεις λόγω «αντικειμενικών δυσκολιών»,
● αλλά θα απαιτήσουν συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης
● και όσον αφορά στις ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προστασία της κύριας κατοικίας θα απαιτήσουν να μην υπάρξουν «χαριστικές» προβλέψεις.
 
Οι αγορές στο κάδρο
Το κλίμα συναίνεσης ουσιαστικά είχε προαναγγελθεί και από κυβερνητικά στελέχη, τα οποία είχαν όλο αυτό το διάστημα επαφές με τους επικεφαλής των θεσμών σε μια προσπάθεια να προετοιμαστεί όσο το δυνατόν καλύτερα η ατζέντα των διαβουλεύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη αυτές τις ημέρες.
 
«Δεν υπάρχουν πιθανότητες να μην προχωρήσει η εκταμίευσης της δόσης με τα ANFAs και τα SMPs» έλεγε μέλος της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας σε συνομιλητές του πριν ακόμη καταφθάσουν τα τέσσερα κλιμάκια στην Αθήνα. Αλλά και από την πλευρά των θεσμών το κλίμα δεν ήταν διαφορετικό.
 
Την εικόνα ότι και οι θεσμοί δεν θέλουν να υπάρξει αρνητική είδηση για την Ελλάδα σε αυτή τη φάση αποκόμισαν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, εκπρόσωποι των οποίων συναντήθηκαν τη Δευτέρα με τους εκπροσώπους των θεσμών. Με λίγα λόγια φαίνεται ότι κανέναν δεν συμφέρει σε αυτή τη φάση η Ελλάδα να ξαναμπεί στο κάδρο.
Το αντίθετο. Όλοι οι εμπλεκόμενοι θέλουν να διασφαλίσουν την ομαλότητα και να επιτρέψουν την επόμενη έξοδο (ή τις επόμενες εξόδους) στην αγορά ομολόγων προκειμένου να γκρεμιστεί και αυτό το τείχος αβεβαιότητας. Αυτό που ορίζει ότι η Ελλάδα δεν είναι ακόμη σε θέση να καλύψει αυτόνομα τις χρηματοδοτικές της ανάγκες.
 
Όπως φάνηκε και από την έκθεση του οίκου Standard and Poor’s που δημοσιεύτηκε την περασμένη Παρασκευή, οι αγορές περιμένουν από την Ελλάδα
● να παραμείνει πιστή στην τήρηση των συμφωνηθέντων,
● να μην διολισθήσει σε παροχές προεκλογικού χαρακτήρα και
● να δώσει «στέρεη» λύση στο θέμα της αντιμετώπισης των κόκκινων δανείων.
 
Αυτά τα στοιχεία φαίνεται να έχουν γίνει κατανοητά και από τις δύο πλευρές, οι οποίες έχουν συνειδητοποιήσει ότι στην παρούσα φάση το κρίσιμο δεν είναι το κατά πόσον θα προχωρήσουν άμεσα επιμέρους θέματα, όπως είναι οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων ή το ακριβές χρονοδιάγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά το πώς δεν θα «αμαυρωθεί» η εικόνα της επιτυχούς εξόδου της Ελλάδας από τα μνημόνια.
Στη λογική της μετριοπαθούς στάσης από όλες τις πλευρές, εντάσσονται και οι ακόλουθες συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τις πρώτες τρεις ημέρες διαβουλεύσεων με τους θεσμούς:
 
Στο θέμα της αύξησης του κατώτατου μισθού οι εκπρόσωποι των θεσμών φέρονται να έχουν αποδεχτεί ότι πρέπει να γίνει αύξηση καθώς ύστερα από μια 8ετία κρίσης, η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει μειωθεί δραματικά (σ.σ.: ειδικά τους τελευταίους μήνες που ο πληθωρισμός έχει επανέλθει σε θετικό έδαφος).
Βέβαια, όπως ειπώθηκε τόσο στις συναντήσεις με τους εκπροσώπους των παραγωγικών φορέων όσο και στην υπουργό Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου κατά τη συνάντηση της Τετάρτης, οι αυξήσεις πρέπει να είναι «λελογισμένες».
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
● Η ελληνική πλευρά παρουσίασε την έκθεση των τεχνοκρατών, η οποία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μπορεί να γίνει μια αύξηση της τάξεως του 5% - 10% στον κατώτατο μισθό. Το επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι ότι μια τέτοια αύξηση αναπληρώνει τις απώλειες εισοδήματος των τελευταίων ετών συνυπολογίζοντας και την αύξηση της παραγωγικότητας που έχει καταγραφεί στο χρονικό διάστημα από το 1995 μέχρι σήμερα.
● Οι δανειστές από την άλλη φέρονται να πιέζουν για μια πιο συγκρατημένη αύξηση καθώς εκτιμούν ότι το πρωτεύον αυτή τη στιγμή είναι να μην επηρεαστεί η πορεία μείωσης της ανεργίας (έστω και με θέσεις εργασίας που δεν προσφέρουν υψηλές αποδοχές).
● Η ελληνική πλευρά αντιτείνει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα βοηθήσει στην ανάπτυξη (σ.σ.: το υπουργείο Εργασίας επικαλείται μελέτη η οποία αποδεικνύει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση του ΑΕΠ κατά μισή ποσοστιαία μονάδα επιπλέον), ενώ αντικρούει το επιχείρημα ότι αύξηση του κατώτατου μισθού οδηγεί αυτόματα και σε αύξηση της ανεργίας.
«Άλλωστε αποδείχτηκε το ακριβώς αντίθετο το 2012. Παρά την κατακόρυφη μείωση του κατώτατου μισθού το 2012, η ανεργία κατέγραψε ιστορικό υψηλό το 2013» είναι το επιχείρημα που επικαλείται η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου.
 
Με την αποχώρηση των θεσμών την Παρασκευή το τελικό ποσοστό της αύξησης του κατώτατου μισθού θα πρέπει να είναι συμφωνημένο. Η κυβέρνηση θέλει να κάνει ανακοινώσεις την επόμενη εβδομάδα (οι οποίες μάλιστα προγραμματίζεται να γίνουν από τον πρωθυπουργό) και να ενεργοποιήσει τον νέο κατώτατο μισθό από την 1η Φεβρουαρίου.
Με την αύξηση επηρεάζονται 24 επιμέρους επιδόματα ενώ επέρχεται και αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών που θα πληρώσουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιτηδευματίες.
 
Ρυθμίσεις πάσης φύσεως
Το δεύτερο μεγάλο θέμα στο οποίο η κυβέρνηση θέλει να δείξει «γαλαντομία» είναι η ρύθμιση πάσης φύσεως ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Στο συγκεκριμένο πακέτο εντάσσεται και η προστασία της κύριας κατοικίας από τον πλειστηριασμό, ένα θέμα εξαιρετικά φλέγον ειδικά για μια χώρα που διανύει την προεκλογική χρονιά. Η κυβέρνηση θέλει να περάσει τρεις διαφορετικές ρυθμίσεις.
● Μια για όσους χρωστούν στις τράπεζες (σ.σ.: εκεί θα ενσωματωθούν και όσοι θέλουν να προστατέψουν την κύρια κατοικία τους από τον πλειστηριασμό) αλλά οφείλουν ταυτόχρονα και στις εφορίες ή στις τράπεζες.
● Μια δεύτερη για όσους χρωστούν μόνο στα ασφαλιστικά ταμεία.
● Μια τρίτη για όσους έχουν χρέη στο Δημόσιο.
 
Η πιο «γενναιόδωρη» φαίνεται να είναι η ρύθμιση προς τα ασφαλιστικά ταμεία καθώς προβλέπει και «κούρεμα» κεφαλαίου σε ποσοστό έως και 76%. Ωστόσο, οι δανειστές δεν φαίνεται να έχουν αντίρρηση, καθώς όποιος δεχτεί το κούρεμα της οφειλής θα υποστεί και κούρεμα στη σύνταξή του.
Εκεί που υπάρχει ανοικτό «μέτωπο» είναι το θέμα της προστασίας της κύριας κατοικίας από τον πλειστηριασμό. Η κυβέρνηση θέλει να κρατήσει τον πήχη της προστασίας κοντά στα 280.000 ευρώ (όσο δηλαδή είναι και το ανώτατο όριο του νόμου Κατσέλη) αλλά βρίσκει απέναντί της και τις τράπεζες αλλά και τα κλιμάκια των θεσμών.
 
Αυτό είναι και ένα από τα ουσιαστικά μέτωπα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή καθώς, αν ο πήχης της προστασίας κατέβει στα 100.000 - 120.000 ευρώ, όπως θέλουν οι δανειστές, η κυβέρνηση θα πρέπει να διαχειριστεί το συγκεκριμένο θέμα και πολιτικά. Αναμένεται ότι και σε αυτό το μέτωπο θα επιχειρηθεί να βρεθεί η χρυσή τομή.
 
Σε αυτό θα συντελέσει και το γεγονός ότι η νέα διαδικασία ρύθμισης των κόκκινων στεγαστικών δανείων θα προβλέπει ακόμη και επιδότηση των δανειοληπτών μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν στη ρύθμιση που θα βγαίνει. Όσον αφορά τη ρύθμιση της εφορίας, το πιθανότερο είναι ότι θα υπάρχουν εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια καθώς οι δανειστές δεν θέλουν μια «ανοικτή» ρύθμιση στην οποία θα μπορούν να καταφύγουν και τα 4,2 εκατομμύρια των οφειλετών.
 
Δύο προτάσεις για τα «κόκκινα»
Οριστικές αποφάσεις για το μείζον θέμα των κόκκινων δανείων δεν αναμένεται να ληφθούν σε αυτή τη φάση. Το ζήτημα αυτό είναι αρκετά περίπλοκο καθώς αφορά όχι μόνο την κύρια κατοικία και την προστασία της από τον πλειστηριασμό, αλλά και τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν για να βοηθηθούν οι τράπεζες στο να μειώσουν τα αποθέματα των δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση.
Και σε αυτό το μέτωπο πάντως φαίνεται η προσπάθεια να σταλεί το κατάλληλο μήνυμα στην αγορά. Ήδη, με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση θα μελετήσει και τις δύο προτάσεις που υπάρχουν στο τραπέζι. Η πρώτη έχει υποβληθεί από το ΤΧΣ και η δεύτερη από την Τράπεζα της Ελλάδος. Σε καθαρά επικοινωνιακό επίπεδο κρίνεται ότι δεν πρέπει να βγαίνει προς τα έξω «κόντρα» της κυβέρνησης με την ΤτΕ όσον αφορά στο συγκεκριμένο θέμα.
 
Γι’ αυτό άλλωστε έγινε γνωστή η πληροφορία περί σύστασης μεικτής επιτροπής ΤτΕ και υπουργείου Οικονομικών που θα μελετήσει το συγκεκριμένο θέμα. Άλλωστε τα κρίσιμα για τις τράπεζες, είναι τα αυριανά και θα ακουστούν στη συνάντηση των τραπεζιτών με τον SSM (τον εποπτικό μηχανισμό των τραπεζών) στη Φραγκφούρτη.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.