23/10/2019 20:24:26
11.2.2019 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2059 στις 7-2-2019

Κρίσιμο για την οικονομία το αποτέλεσμα της κάλπης - Τι θα βρει μπροστά της η επόμενη κυβέρνηση

Κρίσιμο για την οικονομία το αποτέλεσμα της κάλπης - Τι θα βρει μπροστά της η επόμενη κυβέρνηση - Media

 

Αν ρωτούσε κάποιος τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2020, πιθανότατα θα εισέπραττε μια απάντηση ανάλογη με αυτή που δίνει δημοσίως όταν ερωτάται για τη μείωση του αφορολογήτου: «Κάθε πράγμα στον καιρό του».


Προφανώς, χρονικά προέχουν άλλα: η ολοκλήρωση της μεταμνημονιακής αξιολόγησης, η εκταμίευση όχι μιας, αλλά δύο δόσεων από τα κέρδη των ANFAs και των SMPs που έχουν δεσμευτεί να επιστρέψουν οι Ευρωπαίοι αν τηρήσουμε και εμείς τα συμφωνηθέντα και φυσικά η επίλυση του μείζονος θέματος των «κόκκινων» δανείων.
Κι όμως, σε μια χρονιά με πυκνές εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα (και κυρίως στο πολιτικό - εκλογικό) η συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2020 δεν μπορεί παρά να είναι ήδη ενταγμένη στον προεκλογικό σχεδιασμό της κυβέρνησης.


Η κατάρτιση θα ξεκινήσει τον Αύγουστο και θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί στα μέσα Νοεμβρίου. Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή κυβέρνηση – ειδικά αν οι εκλογές γίνουν τον Οκτώβριο – θα πρέπει να ξεκινήσει την προετοιμασία, να φέρει σε πέρας και τον πρώτο γύρο διαβουλεύσεων με τους θεσμούς, αλλά τελικά τη διαδικασία της ψήφισης να την ολοκληρώσει η κυβέρνηση που θα αναδειχθεί από την κάλπη.
Επειδή όμως ο Οκτώβριος έχει απομακρυνθεί δραματικά, όλη η δουλειά θα πρέπει να γίνει από την επόμενη κυβέρνηση.

Πολλά τα ερωτήματα
Ο προϋπολογισμός του 2020 έχει αυξημένο βαθμό δυσκολίας για μια σειρά από λόγους:
1. Πρέπει να αποσαφηνιστεί το τι θα γίνει με τις αναδρομικές διεκδικήσεις των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων. Το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότερες δικαστικές αποφάσεις θα εκδοθούν μέσα στο 2019. Άρα η υλοποίησή τους θα αρχίσει να γίνεται από το 2020. Το όποιο κονδύλι προκύψει είναι δεδομένο ότι προς το παρόν δεν έχει ληφθεί υπόψη, άρα θα χρειαστεί να γίνει η σχετική μελέτη. 
2. Το δεύτερο θέμα έχει να κάνει με τη μείωση του αφορολογήτου, αλλά και τα φορολογικά «αντίμετρα» που έχουν ήδη ψηφιστεί και προβλέπεται να εφαρμοστούν από την επόμενη χρονιά. 
3. Το επόμενο μεγάλο θέμα έχει να κάνει με την αξιοποίηση του λεγόμενου «δημοσιονομικού χώρου» – δηλαδή του υπερπλεονάσματος που προγραμματίζεται να παραχθεί και την επόμενη χρονιά, τουλάχιστον με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά κατά την κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής.
4. Το τέταρτο και τελευταίο μεγάλο θέμα έχει να κάνει με τις πιθανές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό του 2020 από την εκτέλεση του προϋπολογισμού της φετινής χρονιάς. 
Το τι θα γίνει φέτος ουδείς μπορεί να το προβλέψει με ασφάλεια, δεδομένου ότι η χρονιά μόλις ξεκίνησε. Ωστόσο είναι πιθανό, σε μια πολλαπλά προεκλογική χρονιά, η εκτέλεση του προϋπολογισμού να μην είναι αυτή που έχει αποτυπωθεί στον επίσημο προϋπολογισμό. Και τα απόνερα της προηγούμενης χρονιάς είναι βέβαιο ότι αγγίζουν την επόμενη.

Όλα αυτά μεταφράζονται σε ποσά αρκετών δισ. ευρώ. Για έναν προϋπολογισμό ο οποίος πρέπει υποχρεωτικά να δείξει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ μεταβολές δισεκατομμυρίων δεν μπορούν να γίνουν ελαφρά τη καρδία. Δεδομένου μάλιστα ότι μια πρώτη «αποτύπωση» των αριθμών θα πρέπει να γίνει στο επικαιροποιημένο Μεσοπρόθεσμο (αναμένεται να ετοιμαστεί προς τον Μάιο), οι όποιοι σχεδιασμοί (εκλογικοί και μη) είναι δεδομένο ότι θα γίνονται και με το βλέμμα στον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς.

Είτε είναι η σημερινή κυβέρνηση αυτή που αναλάβει να συντάξει τον προϋπολογισμό του 2020 είτε είναι η επόμενη (το δεύτερο θα συμβεί αν προχωρήσουμε σε εκλογές τον Μάιο), το βέβαιο είναι ότι θα πρέπει να απαντήσει σε μια σειρά από δύσκολους «γρίφους».

Γρίφος πρώτος: αφορολόγητο
Η μείωση του αφορολογήτου είναι προγραμματισμένο να προσαυξήσει τα φορολογικά έσοδα της επόμενης χρονιάς κατά περίπου 1,95 δισ. ευρώ. Οι επιπτώσεις θα είναι άμεσες, ειδικά στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, καθώς η αύξηση της παρακράτησης φόρου ακόμη και κατά 50 ευρώ τον μήνα θα φανεί ήδη από το τέλος Ιανουαρίου του 2020. 
Δεν είναι τυχαίο ότι το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα με το που ανακοινώθηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού. Ακούστηκε – και εύλογα – το επιχείρημα ότι, σε περίπτωση μείωσης της έκπτωσης φόρου, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα καταστεί αυτομάτως «δώρο άδωρο» και οι εργοδότες θα καταλήξουν στο να πληρώνουν 80 ευρώ επιπλέον ανά μήνα προκειμένου τα 60-65 ευρώ να καταλήγουν στο κράτος είτε υπό μορφή φόρου είτε υπό μορφή ασφαλιστικών εισφορών. 


Εκτός από τη μείωση της έκπτωσης φόρου, έχει ψηφιστεί επίσης η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς αλληλεγγύης ώστε να μηδενιστεί η επιβάρυνση για τους έχοντες εισόδημα έως και 30.000 ευρώ (σ.σ.: το κόστος του συγκεκριμένου μέτρου στον προϋπολογισμό του 2020 ανέρχεται στα 368 εκατ. ευρώ), ενώ έχει προβλεφθεί και η μείωση του χαμηλότερου συντελεστή της φορολογικής κλίμακας από το 22% στο 20%, μέτρο με δημοσιονομικό κόστος της τάξης των 877 εκατ. ευρώ. 


Προφανώς, το θέμα που θα τεθεί είναι η «ακύρωση» όλου αυτού του πακέτου με τέτοιον τρόπο ώστε να μην επηρεαστεί το πρωτογενές πλεόνασμα. Η σημερινή κυβέρνηση θα επενδύσει πολιτικά στο συγκεκριμένο θέμα θέλοντας να εμφανιστεί στο εκλογικό σώμα ως «εγγυήτρια» πολιτική δύναμη για την ακύρωση της μείωσης του αφορολογήτου. 
Πρακτικά η σημερινή κυβέρνηση θα υποσχεθεί στο εκλογικό σώμα ότι θα ακολουθήσει τη συνταγή των συντάξεων. Δηλαδή ότι θα ακυρώσει το «μέτρο» και το «αντίμετρο» και ταυτόχρονα θα αξιοποιήσει τον «δημοσιονομικό χώρο» για να χρηματοδοτήσει πρόσθετα μέτρα ανακούφισης.


Το τι θα γίνει με τον δημοσιονομικό χώρο του 2020 – ο οποίος προς το παρόν εκτιμάται περίπου στα 700 εκατ. ευρώ – η σημερινή κυβέρνηση το έχει ήδη ανακοινώσει. 
Περίπου το μισό ποσό θα διατεθεί για να υπάρξει και το 2020 μείωση του ΕΝΦΙΑ (σ.σ.: αυτή τη φορά οι μειώσεις θα καλύπτουν περισσότερους ιδιοκτήτες και όχι μόνο αυτούς που έχουν περιουσία έως 200.000 ευρώ) ενώ τα υπόλοιπα χρήματα θα χρηματοδοτήσουν τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων κατά μια μονάδα ανά έτος. 
Το ότι οι δανειστές δέχτηκαν να μην μειωθούν οι συντάξεις δεν σημαίνει ότι θα δεχτούν αμαχητί και τη μη μείωση του αφορολογήτου. 


Κατ’ αρχάς η διαπραγματευτική ικανότητα της ελληνικής κυβέρνησης θα κριθεί από το ποια θα είναι η πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2019. Επίσης πίσω από το φορολογικό πακέτο του 2020 κρύβεται ένα ισχυρό τεχνοκρατικό επιχείρημα, το οποίο είναι η διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Σε αυτό, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να αντιπαρατάξει το δικό της τεχνοκρατικό αφήγημα.

Γρίφος δεύτερος: αναδρομικά
Οι αποφάσεις για τις αναδρομικές διεκδικήσεις των μισθωτών του Δημοσίου αλλά και των συνταξιούχων από το Συμβούλιο της Επικρατείας αναμένεται να εκδοθούν μέσα στους επόμενους μήνες. Σοβαρές επιπτώσεις στον φετινό προϋπολογισμό δεν αναμένονται, καθώς ή δεν θα πληρωθεί κανείς ή θα πληρωθούν μόνο όσοι έχουν ήδη κάνει αγωγές, κάτι που σημαίνει ότι η δημοσιονομική επίπτωση θα είναι της τάξης των μερικών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. 


Για το 2020 το σκηνικό δεν θα είναι το ίδιο. Αν δικαιωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι στη διεκδίκηση για επιστροφή των δύο δώρων (Χριστουγέννων και Πάσχα) αλλά και του επιδόματος αδείας, αυτομάτως, εκτός από τα αναδρομικά, θα γεννηθεί και μια απαίτηση για καταβολή του δώρου από εδώ και στο εξής. Πρόκειται για μια απαίτηση της τάξης των 800 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο νομοθετικά. 


Επίσης, αν δικαιωθούν οι συνταξιούχοι του Δημοσίου στις αναδρομικές διεκδικήσεις τους – οι οποίες ανέρχονται σε αρκετά... δισεκατομμύρια ευρώ –, το υπουργείο Οικονομικών δεν θα μπορεί παρά να συμπεριλάβει στις δαπάνες του προϋπολογισμού της επόμενης χρονιάς ένα σχετικό κονδύλι έστω και αν αποφασιστεί τα αναδρομικά να καταβληθούν σε πολλές ετήσιες δόσεις.

Γρίφος τρίτος: η εκτέλεση του φετινού προϋπολογισμού
Ο προϋπολογισμός του 2020 δεν μπορεί παρά να επηρεαστεί από την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2019. Το τι θα γίνει φέτος δεν το γνωρίζει κανείς. Είναι μια χρονιά γεμάτη από αστάθμητους παράγοντες. Εκλογές στην Ελλάδα, ευρωεκλογές, ενδείξεις ύφεσης σε μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης (Ιταλία, Γερμανία κ.λπ.) αλλά και στοιχεία «κόπωσης» των φορολογουμένων. 

Ο προϋπολογισμός του 2019 είναι «οριακός». Μετά την ενεργοποίηση του επιδόματος στέγασης (σ.σ.: το νομοσχέδιο αναμένεται τις επόμενες εβδομάδες) αλλά και την ψήφιση της μείωσης του ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 270 εκατ. ευρώ φέτος, ο «δημοσιονομικός χώρος» που απομένει είναι μικρότερος από 200 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι αρκεί μια «αναποδιά» για να πέσει το πρωτογενές πλεόνασμα κάτω από το 3,5%. 


Αυτό μπορεί να μην σημαίνει κάτι σε οικονομικούς όρους, αλλά είναι δεδομένο ότι θα φέρει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση όταν θα καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον προϋπολογισμό του 2019.
Οι «ημερομηνίες σταθμοί» που συνδέονται με τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς είναι πολύ συγκεκριμένες: 
Τον Μάιο θα πρέπει να κατατεθεί στη Βουλή το αναθεωρημένο μεσοπρόθεσμο σχέδιο, το οποίο θα καλύπτει την περίοδο μέχρι και το 2023. Λογικά, οι προβλέψεις για το 2020 δεν θα αλλάξουν, ειδικά αν τον Απρίλιο πιστοποιηθεί ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 κλείνει κανονικά κοντά στο 4% του ΑΕΠ. 


Στη συνέχεια, θα πρέπει να ξεκινήσουν οι προετοιμασίες για τη σύνταξη του προσχεδίου το οποίο θα κατατεθεί την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου στη Βουλή (σ.σ.: με ό,τι αυτό σημαίνει σε περίπτωση που οι εκλογές γίνουν τον Οκτώβριο), ενώ αμέσως μετά το προσχέδιο θα πρέπει να κατατεθεί για έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 
Η κατάθεση του προϋπολογισμού στη Βουλή θα πρέπει να γίνει στο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.