22/02/2019 21:42:45

Κατώτατος μισθός - Ανισότητες και ανάπτυξη

Κατώτατος μισθός - Ανισότητες και ανάπτυξη  - Media

 

Με βάση τα σχετικά διεθνή και ευρωπαϊκά στατιστικά δεδομένα, οι ανισότητες τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχουν αυξηθεί σημαντικά  σε διεθνές  επίπεδο. Παράλληλα, αποδεικνύεται με τον πιο σαφή τρόπο ότι η παρατηρούμενη αύξηση των ανισοτήτων συνιστά ουσιαστικά το αποτέλεσμα των ασκούμενων πολιτικών μείωσης, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, της φορολογίας του κεφαλαίου, των δαπανών εκπαίδευσης, της υγείας, των δημοσίων και κοινωνικών υπηρεσιών. Kοινό χαρακτηριστικό στην κατανομή του εισοδήματος και στις δύο ηπείρους (Ευρώπη, ΗΠΑ) είναι η αύξηση των υψηλών εισοδημάτων, δεδομένου ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι σήμερα οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι και οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η περίοδος που συνέβαλε στη διεύρυνση των ανισοτήτων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ήταν η περίοδος της πρόσφατης οικονομικής κρίσης και ύφεσης, κατά την οποία εφαρμόστηκαν πολιτικές μείωσης των  μισθολογικών και μη μισθολογικών δαπανών, απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, αύξησης της ανεργίας, αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους, κ.λπ. Στην κατεύθυνση αυτή, διαπιστώνεται ότι σε επίπεδο ανισοτήτων διεθνώς ενώ το πλουσιότερο 1% του πλανήτη κατείχε το 1980 το 16% του εισοδήματος, το 2017 κατείχε το 20% του εισοδήματος. Ταυτόχρονα, το ήμισυ του πληθυσμού παρέμεινε σταθερό στο 9% του εισοδήματος παρά τις εξελίξεις που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες (π.χ. Κίνα, Ινδία, κ.ά.). Με  άλλα λόγια, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι συγκρίνοντας τη δυναμική της σύγκλισης (μείωση των ανισοτήτων) με τη δυναμική της απόκλισης (αύξηση των ανισοτήτων), διαπιστώνεται ότι επικρατεί σε σημαντικό βαθμό η δεύτερη επί της πρώτης.

Πιο συγκεκριμένα, η σύγκριση της εισοδηματικής ανισότητας στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι από το 1990 μέχρι σήμερα η εισοδηματική ανισότητα έχει αυξηθεί και στις δύο ηπείρους αλλά η δυναμική της ανισότητας εμφανίζεται πολύ πιο έντονη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έτσι, ενώ το 1% των πλουσιότερων Αμερικανών κατέχει σήμερα το 20% του εισοδήματος, το 1% των πλουσιότερων Ευρωπαίων κατέχει το 12% του εισοδήματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Έκθεση των Παγκόσμιων Ανισοτήτων του 2018 σημειώνεται ότι εάν οι παγκόσμιες ανισότητες ακολουθήσουν τις τάσεις των τελευταίων τριών δεκαετιών, τότε θα συνεχίσουν να διευρύνονται διεθνώς κατά τα επόμενα χρόνια. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, για τις Ηνωμένες Πολιτείες προβλέπουν ότι το 1% των πλουσιότερων Αμερικανών που κατέχει σήμερα το 20% του εισοδήματος, θα κατέχει στο μέλλον το 30% του εισοδήματος. Η ίδια αυξητική τάση των ανισοτήτων, ακολουθώντας τα επίπεδα μεταβολής των ευρωπαϊκών εξελίξεων, προβλέπεται και για την Ευρώπη, γεγονός που αποδεικνύει την δομική τάση αύξησης του χάσματος του πλούτου και των ανισοτήτων στις καπιταλιστικές συνθήκες παραγωγής. Από την άποψη  αυτή αξίζει  να  σημειωθεί  ότι  στην Γαλλία  από το 1983  μέχρι  το  2015, το  μέσο  εισόδημα  του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού αυξήθηκε κατά 100%, έναντι  της  αύξησης  κατά  25%  του  μέσου  εισοδήματος  του  υπόλοιπου τμήματος  του  γαλλικού  πληθυσμού. Τα στοιχεία αυτά έχουν προκαλέσει ανησυχία σε διεθνές  επίπεδο, με αποτέλεσμα το  ζήτημα  των ανισοτήτων να έχει  κινητοποιήσει το  ενδιαφέρον, σε  αρκετές  χώρες, του  επιστημονικού, ερευνητικού, κοινωνικού και  πολιτικού κόσμου. 

Η έρευνα για τις εισοδηματικές ανισότητες (2018) ανέδειξε την αρνητική επίδραση των ανισοτήτων στην οικονομική ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, εκτιμήθηκε ότι 1% στην αύξηση του εισοδήματος του 20% του πλουσιότερου πληθυσμού προκαλεί μείωση του ΑΕΠ κατά 0,08%, ενώ αντίθετα,  η αύξηση κατά 1% του εισοδήματος του 20% του φτωχότερου πληθυσμού μιας χώρας, προκαλεί αύξηση του ΑΕΠ. Επίσης, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι οι ανισότητες μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομική ανισορροπία. Ο Ινδός οικονομολόγος R.Rajan   (πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ινδίας) σε βιβλίο του το 2010, ισχυρίστηκε ότι οι κυβερνήσεις πολλών κρατών προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την χαμηλή αγοραστική δύναμη των φτωχότερων μισθών με την εύκολη πρόσβαση στον δανεισμό και όχι με  την  αύξηση  των  μισθών, με αποτέλεσμα αυτή η πολιτική, όπως  προκύπτει  εκ  του  αποτελέσματος, να αποτύχει και να οδηγήσει σε κρίση  δανεισμού  και χρέους την Ευρώπη και σε χρηματοπιστωτική κρίση την Αμερική (2008).  Ο οικονομολόγος  Β.Bernanke(πρώην διοικητής της κεντρικής  τράπεζας των ΗΠΑ)  υποστήριξε ότι η διεύρυνση των ανισοτήτων οδηγεί σε «αποταμιευτική παγίδα», δεδομένου  ότι τα  πλουσιότερα  τμήματα  του πληθυσμού είναι λιγότερο πιθανό να δαπανήσουν ένα επιπρόσθετο δολάριο από όσο τα  φτωχότερα  τμήματα  του  πληθυσμού.

Έτσι, όσο   παρατηρείται  αύξηση  των  καταθέσεων  τα επιτόκια  μειώνονται, διευρύνοντας τις τιμές των επενδυτικών προϊόντων και ενθαρρύνοντας τον δανεισμό.  Καθίσταται έτσι, αρκετά δυσκολότερη η  διαχείριση  της  οικονομίας  από  τις  κεντρικές  τράπεζες.  Παράλληλα, αρκετοί οικονομολόγοι, σε  αυτές  τις  συνθήκες,   προτείνουν ως  αναγκαίες  τις  πολιτικές αναδιανομής του πλούτου, δεδομένου  ότι  ενισχύουν  την οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή, αποτρέποντας έτσι τις κυβερνήσεις  τους να αποφασίσουν πολιτικές  λιτότητας στο μέλλον  που θα είχαν και μεγαλύτερο  κοινωνικό  και  πολιτικό κόστος. Από  την  άποψη  αυτή, η  αύξηση  του κατώτατου(11%- από 586 στα 650 ευρώ μεικτά)  και  του  υποκατώτατου(27%- από 511  στα  650 ευρώ)  μισθού  στην  Ελλάδα  από  1/2/2019, κινούμενη  προς  αυτή  την  κατεύθυνση θα  προκαλέσει, μεταξύ  των άλλων, αύξηση  του  εισοδήματος, της ζήτησης, του ΑΕΠ κατά 0,60% το 2019  και  μείωση  των  εισοδηματικών  και  κοινωνικών  ανισοτήτων, διευρύνοντας, στον  βαθμό  που  την αφορά,  την κοινωνική  συνοχή.

Παράλληλα, οι  επιφυλάξεις  ή  οι  αντιρρήσεις  που  διατυπώνονται  στην  χώρα  μας, σχετικά  με την επιδείνωση  του  επιπέδου  της  ανταγωνιστικότητας   της  ελληνικής  οικονομίας  και  του  ισοζυγίου  τρεχουσών  συναλλαγών  λόγω  της  αύξησης  του  κατώτατου  και  του  υποκατώτατου μισθού, απαιτείται  να  κατανοήσουν  ότι  οι  αρνητικές  εξελίξεις  στο  επίπεδο  της  ανταγωνιστικότητας, του  ισοζυγίου  τρεχουσών  συναλλαγών, στον ρυθμό μεταβολής  του ΑΕΠ, της  ανεργίας, κ.λ.π., ήταν, μεταξύ  των  άλλων, το  αποτέλεσμα  της  μείωσης (22%-από 751 στα 586 ευρώ)  του  κατώτατου και  της  θεσμοποίησης  του  υποκατώτατου  μισθού  το 2012, της  μείωσης  του  επιπέδου των  δημόσιων  και  των  ιδιωτικών  επενδύσεων, της  μείωσης  του  επιπέδου  της  απασχόλησης καθώς  και  της  μείωσης  του  επιπέδου  της  παραγωγικότητας  της  εργασίας. 
 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.