25/03/2019 13:08:23
20.2.2019 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2060 στις 14-2-2019

Επικίνδυνες αποστολές Μέρος έβδομο: Επιχείρηση Chariot (δεύτερο μέρος)

Επικίνδυνες αποστολές Μέρος έβδομο: Επιχείρηση Chariot (δεύτερο μέρος) - Media

 

Το «Καμπελτάουν» επέπλευσε από το Πόρτσμουθ στις 2 ακριβώς το απόγευμα της 26ης Μαρτίου συνοδευόμενο από δυο αντιτορπιλικά του Πολεμικού Ναυτικού, μια τορπιλάκατο, μια κανονιοφόρο και δώδεκα ακάτους, οι οποίες μετέφεραν πολλούς από τους καταδρομείς. Το χρονικό περιθώριο για την έναρξη της επίθεσης ήταν πολύ μικρό. Είχε προγραμματιστεί για τις 2 τα ξημερώματα μεταξύ 29ης και 30ής Μαρτίου, όταν η πανσέληνος σε συνδυασμό με την εαρινή παλίρροια θεωρητικά θα επέτρεπαν στο γεμάτο εκρηκτικά «Καμπελτάουν» να περάσει πάνω από τα αβαθή του Σεν Ναζέρ, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τον δίαυλο που εκτεινόταν κοντά στις ακτές. Σε περίπτωση που οι υπολογισμοί ήταν λάθος, το πλοίο θα εγκλωβιζόταν στον λασπώδη πυθμένα των εκβολών.

 

Μια απρόβλεπτη εξέλιξη

Η αποστολή έπλευσε όλη τη νύχτα και το πρωί της 27ης Μαρτίου το «Tynedale», ένα εκ των συνοδευτικών αντιτορπιλικών, επισήμανε το γερμανικό υποβρύχιο U-595. Του επιτέθηκε με όλα τα μέσα που διέθετε και με βόμβες βυθού, χωρίς να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν το γερμανικό σκάφος είχε δει και αναφέρει την πομπή των υπόλοιπων σκαφών. Όπως αποδείχτηκε, όμως, το υποβρύχιο στην προσπάθειά του να διαφύγει από τα πυρά του αντιτορπιλικού δεν πρόλαβε να την επισημάνει και δεν ανέφερε τίποτε σημαντικό. Από την επίθεση κατά του σκάφους τους, οι Γερμανοί συμπέραναν ότι επρόκειτο μάλλον για επιχείρηση πόντισης ναρκών και έστειλαν μερικά σκάφη για έλεγχο, τα οποία δεν βρήκαν απολύτως τίποτα, καθώς η πορεία της πομπής άλλαξε για λόγους παραπλάνησης.

Σαράντα μίλια ανοιχτά από τις γαλλικές ακτές τα δύο αντιτορπιλικά σταμάτησαν να συνοδεύουν τον στολίσκο και έμειναν στα ανοιχτά σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων της νύχτας. Το «Καμπελτάουν», οι άκατοι, η κανονιοφόρος και η τορπιλάκατος που το συνόδευαν θα επιχειρούσαν χωρίς τη συνοδεία των ισχυρών πλοίων. Εν τω μεταξύ, η RAF έστειλε μια ομάδα βομβαρδιστικών για να εκτελέσει βομβαρδισμό αντιπερισπασμού, με σκοπό να κρατήσει τους Γερμανούς στα καταφύγιά τους και να αυξήσει τις πιθανότητες μη επισήμανσης των επιδρομέων. Η χαμηλή νέφωση, όμως, δεν επέτρεψε την ορθή εκτέλεση της αποστολής.

 

Η επιχείρηση

Γύρω στις 11 το βράδυ, ο ειδικός επί των εκρηκτικών στην αποστολή υπολοχαγός Νάιτζελ Τίμπετς τοποθέτησε τους πυροκροτητές στα εκρηκτικά του «Καμπελτάουν», ρυθμίζοντας τον ωρολογιακό μηχανισμό να προκαλέσει την έκρηξη μεταξύ των ωρών 5:00 και 9:00 το πρωί. Τα σκάφη συνέχισαν την πορεία τους με χαμηλή ταχύτητα (μεταξύ 5 και 10 κόμβων), κυρίως για να μην αυξηθεί το βύθισμα του «Καμπελτάουν», αν και τα μικρά σκάφη είχαν μικρά περιθώρια ευελιξίας σε τέτοιες ταχύτητες. Ο πλοηγός της επιχείρησης υπολοχαγός Α.Ρ. Γκριν ανέλαβε να οδηγήσει τα σκάφη ανάμεσα στους λασπότοπους των εκβολών. Το αντιτορπιλικό «βρήκε βυθό» δύο φορές, χωρίς όμως να κολλήσει και συνέχισε την πορεία του. Αργότερα, οι επαγγελματίες πλοηγοί του λιμένα ανέφεραν ότι η πλοήγηση του Γκριν ήταν εκπληκτική, «χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του λιμανιού».

Παρά τις ενέργειες των Βρετανών για να μην επισημανθούν τα σκάφη τους από τη γερμανική φρουρά, αυτά επισημάνθηκαν τελικά στη 01:15 και στη 01:22 οι γερμανικές πυροβολαρχίες άνοιξαν πυρ εναντίον των σκαφών. Στο σημείο αυτό, ο Βρετανός διαβιβαστής εκμεταλλεύθηκε το γεγονός της γνώσης των γερμανικών κρυπτογραφικών μηνυμάτων: έστειλε μήνυμα στη γερμανική βάση γνωστοποιώντας ότι πρόκειται για φίλια σκάφη. Ακολούθησαν και άλλα παρόμοια μηνύματα, με τα οποία ζητούσε την άδεια προσέγγισης στο λιμάνι, γιατί πολλά σκάφη είχαν υποστεί ζημιές ύστερα από εμπλοκή με τον εχθρικό στόλο.

Τα μηνύματα αυτά προκάλεσαν μικρή σύγχυση στους Γερμανούς, οι οποίοι καθυστέρησαν για αρκετά λεπτά την επανάληψη του βομβαρδισμού του στόλου των εισβολέων, με αποτέλεσμα αυτός να πλησιάσει ακόμη περισσότερο προς τον στόχο. Όταν έγινε αντιληπτή η παραπλάνηση, ο βομβαρδισμός επαναλήφθηκε, αλλά οι Βρετανοί ανταπέδωσαν τα πυρά με τον ισχνό τους εξοπλισμό και κατάφεραν να εξουδετερώσουν κατά ένα μέρος τα πυρά που δέχονταν. Παράλληλα, ο κυβερνήτης του «Καμπελτάουν» έδωσε διαταγή να πλεύσει το σκάφος του με το μέγιστο της ταχύτητάς του. Παρ’ όλα αυτά, το αντιτορπιλικό άρχισε να βάλλεται καταιγιστικά, απείχε όμως πλέον μόνον 700 μέτρα από τον στόχο του. Οι άνδρες που επέβαιναν σε αυτό τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν και την πλοήγησή του ανέλαβαν ο κυβερνήτης του και ο Τίμπετς.

Τελικά, το αντιτορπιλικό πέρασε το προστατευτικό δίχτυ για τις τορπίλες σχίζοντάς το και επέπεσε στη θύρα της δεξαμενής με ταχύτητα 20 κόμβων. Οι κομάντος που είχαν απομείνει ζωντανοί πήδησαν στην ξηρά για να εκτελέσουν την αποστολή τους και ακολούθησαν και όσοι επέβαιναν στα μικρά σκάφη. Συνολικά, υπολογίζεται ότι αποβιβάστηκαν περίπου 100 άνδρες, που είχαν να αντιμετωπίσουν τους 5.000 άνδρες της φρουράς του Σεν Ναζέρ. Οι περισσότεροι από αυτούς είτε σκοτώθηκαν στη μάχη που ακολούθησε είτε συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

 

«Έξοχο και ηρωικό επίτευγμα»!

Στο Σεν Ναζέρ, οι Γερμανοί φαίνονταν να ανησυχούν πολύ περισσότερο για τους κομάντος απ’ ό,τι για το σφηνωμένο στη δεξαμενή αντιτορπιλικό, στο οποίο είχαν ανέβει αρκετοί άνδρες της φρουράς, αξιωματικοί και ναύτες, επιθεωρώντας και εξετάζοντας το σκάφος, ενώ στoν προβλήτα είχε μαζευτεί πλήθος περίεργων. Νωρίς το πρωί, οι Βρετανοί κομάντος είχαν εξουδετερωθεί τελείως. Οι Γερμανοί δεν ερεύνησαν το σκάφος, αντίθετα σχεδίαζαν τρόπους για να το απομακρύνουν από εκεί όπου είχε σφηνωθεί. Λίγο πριν από το μεσημέρι, ο ωρολογιακός μηχανισμός που είχε συναρμολογήσει ο Τίμπετς δούλεψε τέλεια και οι 4,5 τόνοι εκρηκτικών στο «Καμπελτάουν» εξερράγησαν, προκαλώντας μεγάλη καταστροφή στη θύρα της δεξαμενής, πρακτικά αχρηστεύοντάς την, και φονεύοντας όλους όσοι βρίσκονταν γύρω.

Καθώς το «Καμπελτάουν» τιναζόταν στον αέρα, η πανίσχυρη υδατοστεγής θύρα τινάχτηκε προς τα μέσα από τη δύναμη του ωστικού κύματος και μετετράπη σε ένα χάλασμα βάρους 169 τόνων. Την κατάρρευση της θύρας ακολούθησε ένα παλιρροϊκό κύμα, το οποίο σάρωσε τη δεξαμενή, παρασέρνοντας μαζί του τα ρημαγμένα υπολείμματα του «Καμπελτάουν». Τα δύο τάνκερ που βρίσκονταν μέσα στη δεξαμενή, το «Σλέντσταντ» και το «Πασάτ», έγιναν κομμάτια, αφού το νερό τα έριξε με δύναμη πάνω στα τοιχώματα της δεξαμενής.

Οι προκυμαίες, οι γερανοί και οι αποθήκες κατακλύζονταν από ανθρώπινα μέλη – ό,τι απόμεινε από τους Γερμανούς που είχαν ανέβει πάνω στο πλοίο όταν αυτό τινάχτηκε στον αέρα. Ο αριθμός των θυμάτων δεν μπορούσε να εξακριβωθεί και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις άγγιζε τα 400 άτομα.

Ο Χίτλερ έγινε έξαλλος όταν πληροφορήθηκε τη δολιοφθορά. Αντίθετα, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έκανε λόγο για ένα «έξοχο και ηρωικό επίτευγμα»!

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.