22/09/2019 22:39:06

Τα Σκόπια/Βόρεια Μακεδονία και η εμμένουσα ανοησία

Ανοικτή επιστολή προς συμπολιτευόμενους και αντιπολιτευόμενους

Το ζήτημα της ονομασίας της πρώην FYROM λύθηκε: επί δεκαετίες όλος ο κόσμος την ονόμαζε Μακεδονία, εφεξής θα την ονομάζει Βόρεια Μακεδονία.  Δεν νομίζω να υπάρχει ιστορικό προηγούμενο, χώρα που επί δεκαετίες αποκαλείται από όλο τον κόσμο με ένα συγκεκριμένο όνομα, να αποφασίσει να αλλάξει συνταγματικώς το όνομά της. Άρα αντικειμενικώς  πρόκειται περί επιτυχίας της ελληνικής πλευράς, επιτυχία των συμπολιτευόμενων. Οι αντιπολιτευόμενοι, καίτοι ουσιαστικώς δεν διαφωνούν, καθόσον αυτό επεδίωκαν μέχρι τώρα ανεπιτυχώς, βρήκαν έδαφος αντιπολίτευσης, ανοήτως και επικινδύνως, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Αλλά και οι συμπολιτευόμενοι δεν είμαι σίγουρος πως κατανοούν σε βάθος την εμβέλεια αυτού του ζητήματος.  Ας δούμε λοιπόν την πραγματικότητα και ας δούμε την επικίνδυνη ανοησία που επικρατεί γύρω από το ζήτημα αυτό, ανοησία που, εκτός των άλλων, διχάζει επικίνδυνα και τον ελληνικό λαό. 

Αρχικώς λοιπόν είναι γεγονός πως η γεωγραφική Μακεδονία είναι ευρύτερη της γεωγραφικής της έκτασης  που ανήκει στο σημερινό ελληνικό κράτος. Άρα σαφώς υφίσταται  βόρειο γεωγραφικό μέρος της.  Όχι «νέα Μακεδονία» ή κάτι άλλο, αλλά μια βόρεια  περιοχή του συνολικού χώρου της   Μακεδονίας. Μέχρι εδώ φαντάζομαι πως ουδείς έχει αντίρρηση.

Ας έρθουμε τώρα στο «εθνικό» του ζητήματος. Αναφερόμαστε στην περιοχή της βόρειας περιοχής της γεωγραφικής Μακεδονίας, που ανήκε στην Γιουγκοσλαβία και ονομαζόταν Μακεδονία από τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου μέχρι σήμερα. Δηλαδή πάνω από μισό αιώνα, περίπου δύο γενεές.   Επρόκειτο για επαρχία κράτους, που δύσκολα μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί γιατί έλαβε το όνομα της ευρύτερης περιοχής του  (καίτοι είχε βλέψεις  επί του ελληνικού κράτους, ενισχυόμενες μάλιστα από ελληνικό  κόμμα της εποχής εκείνης  και που ελπίζουμε να έχει σήμερα αποκηρύξει το παρελθόν του).

Ήταν περιοχή του Γιουγκοσλαβικού κράτους, δεν είναι στις προθέσεις μας εδώ να διερευνήσουμε το γιατί και το πώς είναι η περιοχή εποικισμένη, ούτε γιατί το «ανατολικό μπλόκ» είχε βλέψεις επί των Ελλήνων, παρά τη συνθήκη της Γιάλτας (ίσως αυτό το χαρτάκι της συμφωνίας με το 10%). Πάντως αν επισκεφθούμε  τα Μουσεία όλων των βαλκανικών χωρών θα τα βρούμε πλήρη αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών κιονοκράνων, επιτύμβιων στηλών και λοιπών αρχαιοελληνικών και ρωμαϊκών σπαραγμάτων και αν επισκεφτούμε τα εκκλησιαστικά μουσεία, θα τα βρούμε πλήρη χριστιανικών εικόνων με ελληνικά γράμματα και λέξεις.  

Στους κατοίκους αυτής της περιοχής επικρατεί σήμερα γλωσσικά μία σερβοβουλγαρική διάλεκτος. Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και σλαβομακεδονική, λόγω του ονόματος της περιοχής. Οι νυν κάτοικοι διακινδύνευσαν να την ονομάσουν μακεδονική: δεν είναι μόνο αντιεπιστημονική αυτή η ονομασία, αλλά και κρύβει  αδέξια την εθνική  διακινδύνευση των γειτόνων μας,  όπως διακινδύνευση ήταν και η εμμονή το κράτος τους να ονομάζεται σκέτο  Μακεδονία. Κατά κάποιον τρόπο με την προσθήκη του «βόρεια» διασώζουν την εθνική τους υπόσταση. 

Σε κάθε πάντως περίπτωση, πίσω από όλα αυτά, ελλοχεύει μια σοβαρότατη «εθνική διακινδύνευση» των κατοίκων της ονομαζόμενης πλέον σήμερα Βόρειας Μακεδονίας:  Αρχικώς η «εθνογένεση» των γειτόνων μας είναι ιστορικά αδύνατη. Οι δύο-τρείς γενεές της «Μακεδονίας»  αποτελούν αδύνατη βάση στήριξης του γειτονικού μας κράτους,  για να δικαιολογήσει τον όρο «έθνος–κράτος». Σε αντίθεση, το σημερινό ελληνικό «έθνος-κράτος» έχει τη στήριξη χιλιετιών, θεωρώντας βεβαίως το «έθνος» ως ισχυρότερο και αναλλοίωτο εν πολλοίς συστατικό,  της νεωτερικής επινόησης του καταδήλως θνησιγενούς σχήματος  «έθνος-κράτος».

Στη συνέχεια, ας δούμε και τι πιστεύουν οι γείτονές μας. Είναι πεπεισμένοι πως είχαν για προπάππου τον Φίλιππο, προγιαγιά την Ολυμπία και παππού τον Αλέξανδρο, που του έχουν κάνει και γιγαντιαίο άγαλμα. Ο οποίος είχε και άλογο που το έλεγαν Βουκεφάλα. Τη δε χώρα τους την αποκαλούν Μακεδονία. Μα όλα τα ανωτέρω είναι ελληνικότατα ονόματα. Ελληνικά και τα μνημεία τους, ελληνορωμαϊκές (δηλαδή «βυζαντινές») οι εκκλησίες και οι εικόνες τους. Τελικώς διαλαλούν και επαίρονται για την ελληνική καταγωγή τους, ίσως και να διερωτώνται γιατί μιλούν ξένη γλώσσα και όχι αυτή που μιλούσαν οι παππούδες τους.….

Με τα ανωτέρω προφανώς και δεν προτάσσουμε ελληνικά «αλυτρωτικά» επιχειρήματα, κάτι το οποίον είναι γελοίο να φοβόμαστε από πλευράς Βόρειας Μακεδονίας. Παρότι δηλαδή δικαιούμαστε να αντιστρέψουμε τους όρους, δεν πρέπει να το κάνουμε. Αυτά που οφείλουμε να κατανοήσουμε και αναλόγως να πράξουμε –καθόσον το οφείλουμε στην Ιστορία-   είναι αρχικώς να  κατανοήσουμε τι ήταν η Ελλάδα και ποιάς κληρονομιάς  είμαστε οι   φορείς και δεύτερον να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν πως τα σημερινά «έθνη-κράτη» που κατακερμάτισαν την Ευρώπη,   πλέον ατονούν. Αλλά και το ότι στο βαθμό που αυτά τα «έθνη-κράτη» διατηρούνται, συνιστούν εμπόδια ανάπτυξης, μέχρι κινδύνου για την ίδια την υπόσταση της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης ή δήθεν Ένωσης.

Η Ελλάδα ουδέποτε υπήρξε οικόπεδο, γεννήθηκε και εξελίχθηκε «παγκοσμιοποιητικά»: με επιρροές από την Ανατολή συντέθηκε από την Ιωνία -στα Τουρκικά οι Έλληνες ονομάζονται Ίωνες-, στο Αιγαίο, στην Κρήτη, στη σημερινή ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κάτω Ιταλία, στην Αίγυπτο, απλώθηκε ένθεν κακείθεν όλης της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου, με εμβέλεια μέχρι την Κασπία Θάλασσα, την Περσία και την Ινδία, αλλά και την Κίνα. Υπήρξε παγκοσμιοποιητική πολιτισμική πρόταση, διαμορφώνοντας τις φιλοσοφικές θεμελιώσεις των κοινωνιών που ετίθεντο στην εμβέλειά της. Αν θέλουμε οπωσδήποτε  να δούμε οικόπεδο, τότε ας δούμε τους χάρτες του αρχαίου ελληνικού κόσμου και αυτού της συνέχειάς του στην ελληνορωμαϊκή οικουμένη (τόσο στην αρχική της όσο και στην ύστερη μορφή της, όταν δηλαδή χωρίστηκε σε ανατολικό και δυτικό τομέα της ίδιας αυτοκρατορίας : υπήρξαν κατ’ ουσίαν αμφότεροι ελληνορωμαϊκοί, παρά την ανιστόρητη και πονηρή εμμονή ορισμένων ιστορικών, να επινοηθεί μια δήθεν «βυζαντινή αυτοκρατορία»).

Ο ρόλος τώρα του νεοελληνικού «έθνους-κράτους», της θεώρησης δηλαδή της Ελλάδας   ως τέτοιο,  δεν επελέγη να είναι αυτός μιας ακόμα τέτοιου είδους κρατικής υπόστασης  στο ευρωπαϊκό μωσαϊκό. Διαπλάστηκε από ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη, συμπεριλαμβανομένου του ρωσικού, που στηρίχτηκαν τόσο στο συλλογικό ασυνείδητο ενός καταπιεσμένου λαού που επιζητούσε την ελευθερία του, όσο και –κυρίως- στη ζωτική ανάγκη των ευρωπαϊκών λαών να αναζητήσουν την  ταυτότητά τους και να βρουν φιλοσοφικό στήριγμα.

 Όταν η Ευρώπη βρέθηκε σε καταφανές οντολογικό κενό, κενό που δεν μπόρεσαν να καλύψουν μήτε οι φιλοσοφούντες διανοητές μήτε τα πολιτικά ιδεολογήματα του 18ου και 19ου αιώνα, ο λαός αντέδρασε στις νεωτερικές εμμονές αναζητώντας στήριγμα σε Παραδόσεις με οικουμενική αξία, με έμφαση σε αυτήν της Ελλάδας.    Ασχέτως αν αυτό το νεοελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να δεσμευθεί από την έννοια του  νεωτερικής επινόησης «έθνους-κράτους» κράτους,  κάτι που δεν βοήθησε στις αρχικές στοχεύσεις –όπως αναλόγως συνέβη και με την Εβραϊκή Παράδοση και  το Ισραήλ- και ασχέτως αν αυτό το νεοελληνικό κράτος δεσμεύτηκε από την περιορισμένης εμβέλειας κοραϊκή «μετακένωση», η αναζήτηση φιλοσοφικού στηρίγματος από την Ευρώπη είναι αυτό που κυρίως το δημιούργησε ή αναγέννησε.

Επιδιώχθηκε με άλλα λόγια η Ελλάδα να δημιουργηθεί ως φορέας μιας οικουμενικής αξίας Παραδόσεως, στήριγμα των οντολογικών αδιεξόδων της υπόλοιπης Ευρώπης. Πέραν βεβαίως της γεωγραφικής της ολοκλήρωσης και γεωπολιτικής της ενίσχυσης.  Τουλάχιστον μέχρι την ανάδυση μιας διανόησης που στόχευσε στην πρόταση ενός πραγματικά νεοελληνικού πολιτισμού, «νεοκλασικά» κτιζόταν η νεώτερη Ελλάδα και «νεοκλασικά» σκεπτόταν (και «νεοκλασικά» κατεστράφη το -22, όπου και κατέρρευσε η «μεγάλη Ιδέα»). Όλες άλλωστε οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις είχαν μέχρι τότε μορφή σημασιοδοτημένη με ελληνικές μνήμες. Έχει ευστόχως παρατηρηθεί πως αν βάψουμε με μπλέ χρώμα τα διακοσμητικά των όψεων των κτηρίων που έλκουν την καταγωγή τους από ελληνικά πρότυπα, όλες οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις  από ψηλά θα φαίνονται μπλέ. Ο Στάλιν, όταν έκανε έρευνα για το τι είδους κτήρια επιθυμεί ο λαός, διαπίστωσε πως όλοι επιθυμούσαν νεοκλασικά κτήρια και έτσι διαμόρφωσε τη Μόσχα. Αλλά και κατά τη διάρκεια του ΧΧου αιώνα άγγλοι εθνολόγοι εισήγαγαν τον όρο acculturation, ως πρόταση προς τις Περιφέρειες της Δύσης να αναπτύξουν την καθαρά δική τους Παράδοση, για να τις φέρουν σε επικοινωνία με τον επικρατούντα δυτικό πολιτισμό, με αμοιβαία τα οφέλη. Πόσο μάλλον τις Περιφέρειες-φορείς Παραδόσεων οικουμενικής αξίας.

Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται καταφανώς  στα ίδια οντολογικά αδιέξοδα με αυτά του 19ου αιώνα και ακόμα μια φορά αναζητά ταυτότητα και φιλοσοφική θεμελίωση. Η δε παγκόσμια διανόηση προσβλέπει ολοένα και περισσότερο σε μια πολιτισμική αναγέννηση της ανθρωπότητας, ίσως από μια μεγάλη πολιτισμική σύνθεση, υπερβαίνοντας τα δεσμά της νεωτερικότητας. Η Ελληνική Πρόταση αποτελεί τη θεμελίωση της Ευρώπης, και   τη μόνη δυνατότητά της να συνομιλήσει ισότιμα και εποικοδομητικά με τις απειλητικές για την Ευρώπη αναδυόμενες δυνάμεις της Ανατολής, δυνάμεις που καταφανώς αναπτύσσονται στηριζόμενες στις δικές τους φιλοσοφικές θεμελιώσεις.

Ήρθε ο καιρός να δούμε τα πράγματα καθαρότερα και να σταθούμε στο ύψος των  περιστάσεων. Ας μη αποπροσανατολιζόμαστε, παρασυρόμενοι από τα ΜΜΕ που ετάχθησαν στην εξηλιθίωσή μας.   

(Τελικά όμως πόθεν η τρομερή εξουσία των κατεξοχήν διαμορφωτών της κοινής γνώμης και των ισχυρότερων «δασκάλων» μας,  δηλαδή των τηλεοπτικών καναλιών; Μα γίνεται δημοκρατικότατα πλειοδοτικός διαγωνισμός για την εξηλιθίωσή μας …..όποιος δώσει τα περισσότερα….. δεν εξετάζεται τίποτε άλλο!)  

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.