09/12/2019 22:50:00
6.3.2019 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2062 στις 28-2-2019

«Ξεθωριάζει» το γερμανικό μοντέλο

«Ξεθωριάζει» το γερμανικό μοντέλο - Media

 

Οι εξελίξεις κινούνται αντίθετα από τα γερμανικά μεγαθήρια των εξαγωγών

Έχουμε όλοι συνηθίσει σε μια ισχυρή κι ευημερούσα γερμανική οικονομία. Όμως η χρυσή οικονομική εποχή της Γερμανίας μπορεί να φτάνει στο τέλος της. Οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν αναστατώσει τους Γερμανούς κατασκευαστές και βιομηχάνους.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας η Γερμανία αποτελούσε τη φωτεινή εξαίρεση στις οικονομικές αδυναμίες της Ευρώπης. Παρέμενε ακλόνητα ένας βράχος δημοσιονομικής σταθερότητας όταν μεγάλο μέρος της ευρωζώνης πάλευε με χρέη και ελλείμματα. Το δημόσιο χρέος της Γερμανίας βρίσκεται κάτω από το όριο του 60% του ΑΕΠ, που ορίζεται από τις συνθήκες της Ε.Ε., και συνεχίζει να πέφτει.

Χάρη στις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που είχε κάνει από τη δεκαετία του 2000, η Γερμανία απολαμβάνει επίπεδα απασχόλησης που ζηλεύει ακόμα και η Βρετανία. Οι μεταποιητικές βιομηχανίες της, που αποτελούνται από περίπου 200.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, είναι γεωγραφικά διασκορπισμένες σε όλη τη χώρα, γεγονός που μετριάζει τις περιφερειακές ανισότητες, οι οποίες σε άλλα κράτη της Ευρώπης και της Δύσης πυροδότησαν μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις αλλά και τον λαϊκισμό.

Η εξαγωγική ισχύς της Γερμανίας είναι τόσο εντυπωσιακή ώστε άλλες χώρες προσπαθούν να εισαγάγουν ακόμα και τις γερμανικές πολιτικές.

● Η Γαλλία πρόσφατα πέρασε εργασιακές μεταρρυθμίσεις εμπνευσμένες από τη Γερμανία.

● Η Βρετανία κατά περιόδους επιχειρεί να αντιγράψει το γερμανικό σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης.

● Πολλά κράτη προσπάθησαν να μιμηθούν τις Mittelstand, τις μικρές και μεσαίες γερμανικές επιχειρήσεις που αποτελούν την οικονομική ραχοκοκαλιά της χώρας.

Η ικανότητα των Γερμανών να παράγουν ελκυστικά προϊόντα για τις αναδυόμενες οικονομίες, κυρίως για την Κίνα, ήταν αυτή που τους επέτρεψε να αναρρώσουν ραγδαία από την οικονομική κρίση του 2007-08 και να απορροφήσουν τον αντίκτυπο από το «κραχ» κρατικού χρέους που κατέκλυσε την ευρωζώνη.

Ξαφνικά δείχνει ευάλωτη

Όμως τώρα η Γερμανία συμπαρασύρει το νομισματικό μπλοκ στην επιβράδυνση. Ακριβώς επειδή, παρά τα επιτεύγματά της, η γερμανική οικονομία ξαφνικά δείχνει ευάλωτη. Μάλιστα, μόλις που απέφυγε μια ύφεση στα τέλη του 2018.

● Η βιομηχανική παραγωγή έπεσε κατά 1,9% τον Νοέμβριο, τη στιγμή που αναμενόταν ανάπτυξη στο 0,3%.

● Η ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία ανακοίνωσε πριν από δυο εβδομάδες περίπου ότι το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μόλις 1,5% το 2018, σε σύγκριση με 2,2% το 2017, διαπιστώνοντας ότι «η οικονομική ανάπτυξη έχει χάσει τη δυναμική της».

● Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη πήρε την κατιούσα.

● Στις 12 Ιανουαρίου το ΔΝΤ αναθεώρησε την πρόβλεψή του για τη γερμανική ανάπτυξη σε μόλις 1,3% για φέτος, χαμηλότερα κατά 0,6 μονάδες από την προηγούμενη πρόβλεψή του τον Οκτώβριο. Ήταν η μεγαλύτερη αναθεώρηση προς τα κάτω που έκανε το ΔΝΤ ανάμεσα στις μεγάλες οικονομίες.

Τι φταίει;

Η ξαφνική αδυναμία του οικονομικού γίγαντα της Ευρώπης ανησυχεί πολλούς εκτός Γερμανίας. Τι φταίει;

Μακροπρόθεσμα, οι αλλαγές στο εμπόριο και την τεχνολογία κινούνται αντίθετα από τους κατασκευαστές της Γερμανίας. Η επιβράδυνση προμηνύει βαθύτερα προβλήματα για το γερμανικό οικονομικό μοντέλο.

Εν μέρει αυτή η αδυναμία αντανακλά τις επιπτώσεις από τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, δύο από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους του Βερολίνου. Τόσο η Αμερική όσο και η Κίνα ενδιαφέρονται να φέρουν τις αλυσίδες παραγωγής και ανεφοδιασμού στα εδάφη τους. Μάλιστα ο Τραμπ αναμένεται να αποφασίσει αν θα αυξήσει τους δασμούς για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα.

Το εμπόριο πάντα γίνεται πιο περιφερειακό όταν αυξάνεται η αβεβαιότητα. Αν το παγκόσμιο εμπόριο διαχωριστεί σε ξεχωριστά εμπορικά και ρυθμιστικά μπλοκ, τότε η Γερμανία θα αρχίσει να δυσκολεύεται να πουλάει τα προϊόντα της σε πελάτες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μπορεί οι μεταρρυθμίσεις να κατέστησαν ιδιαίτερα δυνατή την αγορά εργασίας της Γερμανίας, αλλά σύντομα πρόκειται να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις. Οι δουλειές στον βιομηχανικό κλάδο είναι πολύ ευάλωτες στην αυτοματοποίηση, την ίδια στιγμή που η μετεκπαίδευση και η διά βίου μάθηση δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες στη Γερμανία. Το εργατικό δυναμικό γερνάει.

Ειδικά στην αυτοκινητοβιομηχανία η αυτοματοποίηση αναμένεται ότι θα εξαλείψει ένα σημαντικό κομμάτι από το εργατικό δυναμικό. Οι Γερμανοί κατασκευαστές αυτοκινήτων δείχνουν απροετοίμαστοι για τις αλλαγές που θα φέρουν τα αυτόνομα και τα ηλεκτρικά οχήματα.

Ούτε η κυβέρνηση ούτε ο επιχειρηματικός τομέας είναι επαρκώς ψηφιοποιημένοι για τα δεδομένα των μεγάλων οικονομιών και κανείς από τους δυο τομείς δεν επενδύει αρκετά σ’ αυτό. Αν, λοιπόν, η τεχνολογική αλλαγή απαιτήσει η οικονομία να υιοθετήσει της ψηφιακές υπηρεσίες, τότε η Γερμανία θα βρεθεί ελλιπώς προετοιμασμένη.

Αποδοτικό αλλά ευάλωτο μοντέλο

Η Γερμανία φαίνεται πλέον να φθάνει στα όρια του αναπτυξιακού της μοντέλου, που είναι βασισμένο στις εξαγωγές. Το μειονέκτημα της επιτυχίας στις εξαγωγές είναι ότι παραμένουν ευάλωτες στις διεθνείς συνθήκες.

Οι εξαγωγές αποτελούν το μισό ΑΕΠ της Γερμανίας. Συγκριτικά, οι εξαγωγές αποτελούν το 12% για τις ΗΠΑ και το 30% για τη Βρετανία. Που σημαίνει ότι η Γερμανία εξαρτάται πολύ περισσότερο από το εμπόριο συγκριτικά με άλλες μεγάλες οικονομίες.

Οι κίνδυνοι που επιφέρουν ο προστατευτισμός και ένα «σκληρό» Brexit σημαίνουν ότι ο γερμανικός κατασκευαστικός τομέας αναμένει άλλη μια κακή χρονιά. Έτσι, ύστερα από ένα εξαγωγικά ρωμαλέο 2017:

● Έπεσαν οι εξαγωγές προς τη Βρετανία.

● Επιβραδύνθηκαν οι εξαγωγές σε κάποιες αναδυόμενες οικονομίες.

● Μειώθηκε η «όρεξη» της Κίνας για γερμανικά προϊόντα.

● Η Volkswagen ανέφερε πτώση στις πωλήσεις της στην Κίνα το δεύτερο μισό του 2018.

Ο κλάδος των κατασκευαστών εξαρτημάτων αυτοκινήτων αναφέρει μια πρωτοφανή πτώση στην κινεζική ζήτηση και, μαζί με τα αυστηρότερα στάνταρ εκπομπών ρύπων, μειώθηκαν τα έσοδα στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Τα αυτοκίνητα και τα εξαρτήματά τους, όμως, αποτελούν πάνω από το 15% των γερμανικών εξαγωγών.

«Χωρισμένοι» στα δυο

Αλλά και στο εσωτερικό υπάρχει απογοήτευση. Παρά τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, το μικρότερο ποσοστό ανεργίας από την εποχή της επανένωσης και τους όλο και αυξανόμενους μισθούς, που ήδη θεωρούνται πάρα πολύ υψηλοί, οι καταναλωτικές δαπάνες ήταν χαμηλότερες το 2018 συγκριτικά με την περίοδο 2016-17. Οι Γερμανοί απλώς έκαναν περισσότερη αποταμίευση.

Οι οικονομολόγοι της Γερμανίας είναι «χωρισμένοι». Κάποιοι το ερμηνεύουν ως προσπάθεια των νοικοκυριών να προετοιμαστούν για μια επερχόμενη κάμψη της οικονομίας. Άλλοι «βλέπουν» έναν πληθυσμό που γερνάει και προετοιμάζεται για τη συνταξιοδότηση. Ό,τι απ’ τα δύο κι αν ισχύει, οι καταναλωτές δεν αναμένεται να πυροδοτήσουν την ανάπτυξη φέτος.

Η Γερμανία δεν αποκλείει τα πράγματα να χειροτερεύσουν περαιτέρω:

● Τρεις από τις πέντε μεγαλύτερες εξαγωγικές αγορές της, Αμερική, Κίνα και Βρετανία, μπορεί να αντιμετωπίσουν έντονη οικονομική επιβράδυνση φέτος.

● Οι εμπορικές εντάσεις μπορεί να γίνουν σκληρότερες.

● Το Ινστιτούτο για την Οικονομική Έρευνα του Μονάχου θεωρεί ότι, αν ο Ντόναλντ Τραμπ πραγματοποιήσει την απειλή του να αυξήσει τους δασμούς στις εισαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων, αυτό θα μπορούσε να στερήσει από τη Γερμανία το 0,2% του ΑΕΠ της.

Η μεγάλη ανησυχία της Γερμανίας είναι ότι η χώρα θα μπορούσε να χάσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Παρά τα πρόσφατα υψηλά κύματα μετανάστευσης, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι το εργατικό δυναμικό της Γερμανίας θα αρχίσει να συρρικνώνεται το 2020.

Ζητούνται λύσεις

Στις 5 Φεβρουαρίου ο Πέτερ Αλτμάιερ, υπ. Οικονομίας της χώρας, δημοσίευσε τους στόχους της βιομηχανικής στρατηγικής. Εκεί προειδοποιεί ότι οι οικονομικές δυνάμεις της Γερμανίας «δεν είναι θεόσταλτες αλλά πρέπει να κερδηθούν», ειδικά τώρα που η Κίνα μεταλλάσσεται από καταναλωτής σε ανταγωνιστή.

Στις προτάσεις του περιλαμβάνονται η μείωση των τιμών στην ενέργεια, η υποστήριξη των βιομηχανιών και η αύξηση των επενδύσεων μέσω φορολογικών κινήτρων. Ο Αλτμάιερ θέλει ακόμα να χαλαρώσει τους κανόνες περί αντιτράστ και να προστατέψει «τις εταιρείες - εθνικούς πρωταθλητές» από το να εξαγοραστούν από ξένους, ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν τις κινεζικές εταιρείες - μεγαθήρια.

Από την άλλη πλευρά η πρόταση της σοσιαλδημοκρατικής αντιπολίτευσης είναι να ακυρωθούν μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.

Ανεξάρτητοι οικονομολόγοι, ωστόσο, πιστεύουν ότι ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση δίνουν λύση στο πρόβλημα. Θεωρούν πως το καλύτερο θα ήταν να ενισχυθούν κι άλλο οι δαπάνες για υποδομές παράλληλα με φορολογικά κίνητρα για ιδιώτες επενδυτές. Προτείνουν επίσης σημαντική μείωση της φορολογίας στα νοικοκυριά, καθώς αυτό θα βοηθούσε σε μια «επανισορρόπηση» ενός μοντέλου που θα στόχευε προς την κατανάλωση, παρά προς τις εξαγωγές.

Τα οφέλη του ισχύοντος μοντέλου

Τη στιγμή που δημοκρατίες σε ολόκληρη τη Δύση τρέμουν τις περιοχές όπου παρατηρείται ερήμωση και φθίνουσα πορεία του πληθυσμού λόγω των ακραίων πολιτικών που μπορούν να εκκολάψουν, η Γερμανία φαίνεται να έχει θωρακιστεί από τέτοια ενδεχόμενα λόγω της ιδιαίτερης οικονομικής γεωγραφίας της.

Ενώ το οικονομικό της μοντέλο αρχίζει να απειλείται, το γεγονός ότι η χώρα είναι οικονομικά «αποκεντρωμένη» δρα σαν «εμβόλιο» έναντι πολιτικών αναταραχών που βλέπουμε σε άλλα κράτη.

Για παράδειγμα, στη γειτονική της Γαλλία τα Κίτρινα Γιλέκα ξεκίνησαν ως αντίδραση της ερημωμένης οικονομικά περιφέρειας που «έμεινε πίσω» απέναντι στις μεγάλες πόλεις που συγκέντρωναν όλες τις οικονομικές ευκαιρίες. Καθηγητές της οικονομικής γεωγραφίας στο LSE τονίζουν ότι η περιοχή Ile-de-France, όπου ανήκει το Παρίσι, ήταν η μόνη γαλλική περιφέρεια με ανάπτυξη άνω του μέσου όρου μεταξύ 1990-2014.

Αντίθετα στη Γερμανία δεν υπάρχει προς το παρόν παραλληλισμός με την ανασφαλή περιφερειακή Γαλλία των Κίτρινων Γιλέκων, που, κατά το «Economist», προσπεράστηκε από την παγκοσμιοποίηση. Ρωμαλέες γερμανικές εταιρείες δημιουργούν δουλειές και ευκαιρίες μακριά από τις μεγάλες πόλεις, περιορίζοντας έτσι το brain drain.

Τουλάχιστον τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων «εθνικών πρωταθλητών», όπως τις ονομάζει ο Γερμανός υπ. Οικονομίας, βρίσκονται σε πόλεις με πληθυσμό κάτω των 50.000 κατοίκων. Επιστήμονες, μηχανικοί και κατασκευαστές διατηρούν τις μικρές πόλεις στις πλούσιες περιοχές ζωντανές.

Παράλληλα με την οικονομική, υπάρχει και πολιτική αποκέντρωση, πράγμα που, όπως παρατηρεί το βρετανικό Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ, διατηρεί την περιφερειακή ανισότητα υπό έλεγχο και δεν την αφήνει να ξεφύγει. Στις περιοχές που αντιμετωπίζουν προβλήματα το σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μεταξύ των κρατιδίων της Γερμανίας μπορεί να απαλύνει τις πιο επώδυνες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης.

Με αυτόν τον τρόπο η Γερμανία έχει γλιτώσει τα πολιτικά καταστροφικά αποτελέσματα της αποβιομηχάνισης που βλέπουμε στα μεσοδυτικά των ΗΠΑ ή στην περιοχή Πα Ντε Καλαί της βόρειας Γαλλίας, που τώρα πια αποτελεί οχυρό της Μαρίν Λεπέν.

Στη Γερμανία οι συγκριτικά ανάλογες περιοχές δεν έκαναν και την ανάλογη λαϊκιστική στροφή. Οι ερευνητές μάλιστα δεν παρατηρούν κάποιο συσχετισμό μεταξύ υποστήριξης για το AfD και οικονομικών δυσκολιών, αλλά περισσότερο με το μεταναστευτικό / προσφυγικό.

Η Γερμανία έχει κερδίσει περισσότερα από την παγκοσμιοποίηση από ό,τι έχει χάσει. Όμως τώρα το Βερολίνο προβλέπει για φέτος ανάπτυξη που θα είναι η μικρότερη από το 2013.

Όπως είπε ο Αλτμάιερ, «σε αντίθεση με τους περισσότερους Ευρωπαίους γείτονες, η Γερμανία έχει πλέον εννέα χρόνια συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης, το μεγαλύτερο τέτοιο αδιάκοπο σερί από το 1966». Αυτό το σερί κινδυνεύει τώρα από εξωτερικά μεγάλα σοκ και ρίσκα. Και τα προβλήματα στην οικονομική μηχανή της Ευρωζώνης απειλούν να οδηγήσουν όλη την Ευρώπη στην παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.