18/11/2018 15:36:36
1.2.2010

Πατρίτσια Κάας

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Η γαλλίδα καλλονή με την ωραία, ιδιαίτερη φωνή, την οποία ανακάλυψε πρώτα το ζεύγος Ντεπαρντιέ τη δεκαετία του ’80, κινείται μεταξύ της ελιτίστικης παράδοσης του γαλλικού τραγουδιού και των κανόνων του διεθνούς μάρκετινγκ. Αλλά αυτό το ξέρουν πια ακόμα κι όσοι τη γνώρισαν μόλις πέρυσι, χάρη στη συμμετοχή της στη Γιουροβίζιον, όπου πήρε την 8η θέση. Η Πατρίτσια Κάας δεν είναι όμως τέκνο της τηλεόρασης. Στα σαράντα τρία της έχει εννέα δίσκους στο ενεργητικό της κι ένα best-of, πολλά βραβεία, πολλές διεθνείς συμμετοχές και συνεργασίες. Κι ένα βιογραφικό φτιαγμένο από δηλώσεις όπως: «Είχα περισσότερους εραστές απ’ ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Είναι ωραίο να κάνεις έρωτα. Κι εγώ δεν το κάνω για να το κάνω, αλλά επειδή είμαι περίεργη. Λατρεύω το παιχνίδι της αποπλάνησης και της γοητείας». Το σκηνικό παιχνίδι της γοητείας της θα το δούμε στις 6/2, όταν θα βρίσκεται στο Badminton, για μια παράσταση η οποία, βασισμένη στο υλικό του δίσκου που κυκλοφόρησε το 2008, κάνει το «Cabaret» να ακούγεται ως «Kabaret»: Το «K» είναι «δάνειο» από το όνομα εκείνης, που λέει ότι ζηλεύει τις δυναμικές γυναίκες της δεκαετίας του ’30 και των καμπαρέ.

Είναι η πρώτη φορά που έρχεστε στην Ελλάδα;

Π.Κ.: Έχω ξανάρθει δύο φορές στο παρελθόν, για την προώθηση της δισκογραφικής μου δουλειάς. Μια φορά πριν από δεκαπέντε χρόνια και η επόμενη πριν από επτά. Αυτή όμως είναι η πρώτη φορά που θα τραγουδήσω. Είναι λοιπόν για μένα η μεγάλη αθηναϊκή μου πρεμιέρα.

Θα παρουσιάσετε το «Καμπαρέ». Είναι παράσταση βασισμένη στον πιο πρόσφατο ομώνυμο δίσκο σας;

Π.Κ.: Και ναι και όχι. Είναι αλήθεια ότι η παράσταση συμπίπτει με τον δίσκο ως προς το ότι πρόκειται για ένα αφιέρωμα στις γυναίκες της δεκαετίας του ’30. Επειδή ήθελα όμως να είναι περισσότερο θέαμα απ’ ό,τι συναυλία –παρ’ όλο που συμπεριέλαβα κι άλλα τραγούδια απ’ όλη την καριέρα μου– σκεφτήκαμε μια κεντρική ιδέα. Να συνδυάσουμε τη γαλλική μουσική με τον σύγχρονο χορό. Συμμετέχει λοιπόν και μία χορεύτρια. Κι όχι μόνον αυτό. Στη διάρκεια της παράστασης προβάλλονται κάποια αποσπάσματα ταινιών ή, αλλού, διαβάζω κάποια λογοτεχνικά αποσπάσματα. Με δυο λόγια, πρόκειται για ένα μικτό θέαμα κι όχι μια τυπική συναυλία.

Εσείς χορεύετε;

Π.Κ.: Κατά κάποιον τρόπο λαμβάνω μέρος στη χορογραφία. Ειδικά γι’ αυτό έκανα πάνω από 150 ώρες μαθήματα χορού. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, αντίθετα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Αλλά μέχρι τώρα δεν το αποφάσιζα, ενώ ήξερα ότι ο χορός ούτως ή άλλως είναι καλός για να κρατάς το σώμα σου σε καλή φόρμα. Χρειαζόμουν ένα τέτοιο κίνητρο για να το αποφασίσω.

Κι ο δίσκος; Πώς αποφασίσατε να ηχογραφήσετε το 2008 ένα δίσκο που παραπέμπει στην ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’30;

Π.Κ.: Είχα καιρό να κάνω δίσκο και δύο χρόνια δεν εμφανιζόμουν. Έψαχνα υλικό κι ένα από τα πρώτα τραγούδια που επέλεξα ήταν στα γερμανικά, το οποίο αποδώσαμε ως «La chance jamais ne dure» («Η τύχη ποτέ δεν διαρκεί»). Όταν βρήκα δυο-τρία άλλα τραγούδια σε ανάλογο πνεύμα συνειδητοποίησα πως αυτός ο δίσκος με οδηγεί κατευθείαν στην ατμόσφαιρα των προπολεμικών βερολινέζικων καμπαρέ. Στην πορεία έμαθα όμως ότι εκείνη την εποχή ανθούσαν και τα τζαζ κλαμπ στο Σαν Ζερμέν ή οι «τανγκερίες» στο Μπουένος Άιρες. Αυτό μου επέτρεψε να συνδυάσω κι άλλες ατμόσφαιρες της εποχής.

Το «Καμπαρέ» είναι αφιερωμένο και στις δυναμικές γυναίκες των περασμένων δεκαετιών. Ξεχωρίζετε κάποια;

Π.Κ.: Τη Μάρλεν Ντίτριχ. Το «Λιλί Μαρλέν» είναι ένα από τα πρώτα τραγούδια που τραγούδησα. Το λάτρευε η μάνα μου, εξαιτίας του και όλες τις ταινίες της Ντίτριχ. Στον δίσκο υπάρχει όμως κι ένα τραγούδι, το «Addict aux heroines», που αναφέρεται σε όλες τις γυναικείες προσωπικότητες της εποχής. Femmes fatales με αρσενικά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητες, αγωνίστριες, που δεν φοβόντουσαν να πουν όχι, που δεν έκρυβαν τον ερωτισμό τους. Γυναίκες που τόλμησαν να φορέσουν παντελόνια.

Αυτή η ισχυρή γυναίκα είναι παρούσα και στο θέαμα που θα δούμε;

Π.Κ.: Στη σκηνή μεταμορφώνομαι σε μία από αυτές τις αισθησιακές και δυναμικές γυναίκες του ’30. Μην πάει όμως το μυαλό σας σε παγέτες. Τα κοστούμια και το σκηνικό είναι εντελώς λιτά.

Είστε υπέρ του γαλλικού τραγουδιού, αλλά δεν διστάσατε να ερμηνεύσετε κατά καιρούς τραγούδια στα αγγλικά, τα γερμανικά, ακόμα και στα ρωσικά. Αυτή η παγκόσμια τάση υπέρ της world music σας εκφράζει;

Π.Κ.: Ναι, γιατί είμαι περίεργη για οτιδήποτε μπορεί να αφορά τη μουσική. Θέλω να γνωρίσω κι άλλα πράγματα. Αγαπώ το γαλλικό τραγούδι, γιατί ζω στη Γαλλία και είναι αυτό που πρωτοτραγούδησα. Αλλά επίσης αγαπώ το τραγούδι απλά.

Γεννηθήκατε στη Λορένη. Ήσασταν το μικρότερο κορίτσι μιας πολυμελούς οικογένειας. Τολμούσατε τότε έστω και να ονειρευτείτε ότι θα κάνατε την καριέρα που κάνατε;

Π.Κ.: Δεν τολμούσα καν να φανταστώ τι θα μπορούσε να είναι η ζωή μου. Ονειρευόμουν βέβαια να μπορέσω κάποτε να είμαι σε μια σκηνή και να τραγουδώ τα Σαββατόβραδα, συμμετέχοντας στην τέχνη. Γιατί πάνω απ’ όλα αυτό μου αρέσει στη σκηνή, η έννοια της συμμετοχής. Όσο για το όνειρο να μπορέσω να γίνω τραγουδίστρια, ήξερα κατά βάθος ότι δεν διέφερε από αυτό που κάνουν πολλά κοριτσάκια αυτής της ηλικίας. Δεν φανταζόμουν ότι θα τα καταφέρω και ότι τελικά αυτό θα γίνει το επάγγελμά μου.

Πώς σας συνάντησε τότε ο ήχος και η μελωδία;

Π.Κ.: Μου έκαναν δώρο ένα ραδιόφωνο και λίγα χρόνια αργότερα ένα πικάπ. Άκουγα τη μουσική από το ραδιόφωνο ή τους δίσκους, στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και έκανα ότι τραγουδώ στο μικρόφωνο, αντιγράφοντας ακόμα και τις κινήσεις των τραγουδιστών. Λίγο μεγαλύτερη προσπαθούσα όποτε υπήρχε κάποιος διαγωνισμός τραγουδιού να λαμβάνω μέρος.

Οι γονείς σας τι στάση κράτησαν;

Π.Κ.: Είχα την τύχη να έχω γονείς που δεν είχαν καμία αντίρρηση να γίνω τραγουδίστρια. Δεν με καταπίεζαν. Ο πατέρας μου ήθελε η κόρη του να είναι ευτυχισμένη. Ήταν ανθρακωρύχος, με μία καθημερινή δουλειά που ήταν πολύ δύσκολη. Ήταν φυσικό να θέλει τα παιδιά του να κάνουν κάτι καλύτερο και κυρίως να κάνουν αυτό για το οποίο τα προόριζε η ζωή, ώστε να είναι ευτυχισμένα. Η μητέρα μου, πάλι, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε σ’ εμένα. Με συνόδευε ακόμα και στους διαγωνισμούς τραγουδιού. Σ’ εκείνη πρωτοείπαν κάποιοι ότι έχω μια φωνή λίγο ροκ, με αρκετές δυνατότητες.

Ποιοι άλλοι ήταν οι άνθρωποι-κλειδιά στη ζωή σας; Ο Ζεράζ Ντεπαρντιέ και η γυναίκα του ήταν, λ.χ., τέτοιες περιπτώσεις;

Π.Κ.: Φυσικά. Η γυναίκα του Ντεπαρντιέ, η Ελιζαμπέτ, ήταν άλλωστε εκείνη που έγραψε τους στίχους στο «Jalouse», το πρώτο μου τραγούδι, που κυκλοφόρησε ως σινγκλ το 1985, με παραγωγό και χρηματοδότη τον ίδιο τον Ντεπαρντιέ. Το τραγούδι δεν γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αλλά ήταν κάτι πολύ σημαντικό για μια πρωτοεμφανιζόμενη.

Πώς γνωρίσατε το ζεύγος Ντεπαρντιέ;

Π.Κ.: Είχα περάσει από ακρόαση σε μια δισκογραφική εταιρεία και ο άνθρωπος που με άκουσε ήταν στενός φίλος τους. Αυτός ήταν που είπε «Ζεράρ, άκου αυτή τη μικρή. Τραγουδάει πολύ ωραία». Ο ίδιος τον συμβούλευσε να χρηματοδοτήσει το πρώτο μου 45άρι.

Όλα αυτά σας συνέβησαν τη δεκαετία του ’80. Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 αντιπροσώπευσαν μια χρυσή περίοδο για το γαλλικό τραγούδι. Όταν ξεκινήσατε υπήρχε ακόμα ο απόηχος αυτού του θριάμβου;

Π.Κ.: Είναι αλήθεια ότι το ’80 ή και μέχρι τις αρχές του ’90 η Γαλλία, έχοντας περάσει την περίοδο της ποπ και ίσως λιγότερο της ντίσκο, αναζητούσε ξανά μελωδίες και ωραίες φωνές. Εγώ είχα την τύχη να φτάσω ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Το θέμα πάντα αφορά και τις μόδες κάθε περιόδου.

Και σήμερα;

Π.Κ.: Σήμερα αναζητούμε ξανά την παράδοσή μας στο τραγούδι. Το ζητούμενο όμως είναι λιγότερο η καλή φωνή και περισσότερο η προσωπική ερμηνεία. Εγώ είμαι υπερήφανη κυρίως γιατί εδώ και είκοσι χρόνια είμαι παρούσα στη γαλλική σκηνή κι έχω ένα πιστό κοινό. Το «Καμπαρέ» έπαιξε αναμφισβήτητα ρόλο σ’ αυτό. Γιατί όταν έχουμε μπροστά μας καινούργιες γενιές πρέπει να βρίσκουμε και καινούργιους τρόπους να τις εκπλήσσουμε, έστω κι αν αυτοί οι τρόποι «κοιτούν» στο παρελθόν.

Αυτό το είδος αφηγηματικού τραγουδιού των τροβαδούρων, που έκανε διάσημη τη Γαλλία, επιβιώνει;

Π.Κ.: Επιβιώνει, αλλά φυσικά διαφορετικό, διότι οι άνθρωποι ζουν στην εποχή τους. Όμως, ναι, υπάρχουν καλλιτέχνες όπως ο Benabar ή ο Biolet που δημιουργούν ένα τέτοιο είδος.

Εσείς έχετε κάνει ακόμα και το «Piano Bar», ένα δίσκο με πασίγνωστα γαλλικά τραγούδια του Ιβ Μοντάν, της Πιαφ, του Αζναβούρ, διατηρώντας τη γαλλική μελωδία και το πνεύμα, αλλά τραγουδώντας τους στίχους σε αγγλική απόδοση. Γιατί;

Π.Κ.: Τέτοιες μελωδίες είναι πλέον πολύ «παραδοσιακές», αναμφίβολα δηλαδή μέρος της πολιτιστικής μας παράδοσης. Κι όμως, ίσως να είναι δύσκολο να μεταφερθούν έτσι ακριβώς και να γίνουν κατανοητές από τους αγγλόφωνους, κυρίως τους Αμερικανούς. Κατά τα άλλα, το γαλλικό πνεύμα είναι πάντα της μόδας.

Τι σκέφτεστε αλήθεια για την Κάρλα Μπρούνι ως τραγουδοποιό;

Π.Κ.: Βρίσκω ότι είναι πολύ καλή. Κυρίως έχει ενδιαφέροντες στίχους. Δεν έχει βέβαια μεγάλο φωνητικό εύρος, αλλά έχει αυτές τις μικρές «ρωγμές» στη φωνή, που εμένα μου αρέσουν πολύ. Είναι λίγο στο πνεύμα της Μπαρμπαρά, αλλά με μία ακόμα πιο γλυκιά φωνή.

Και για τον σύζυγό της τι σκέφτεστε;

Π.Κ.: Προτιμώ να μένω μακριά από την πολιτική. Διαλέγω την τέχνη που είναι διαχρονική και παγκόσμιας εμβέλειας.

Είχατε γνωρίσει τον Μάικλ Τζάκσον. Μαζί με πολλούς άλλους καλλιτέχνες, είχατε συνεργαστεί το 1999 για μια σειρά συναυλιών υπέρ της ΟΥΝΕΣΚΟ και του Ερυθρού Σταυρού...

Π.Κ.: Κάναμε δύο συναυλίες, στη Βόρεια Κορέα και στο Μόναχο, για να συγκεντρώσουμε χρήματα για τα παιδιά. Προετοιμάζοντας τις συναυλίες, τον συνάντησα κυριολεκτικά για τριάντα δευτερόλεπτα, ανταλλάξαμε ένα «καλημέρα» κι αυτό ήταν. Τον εκτιμούσα όμως πολύ. Θεωρούσα ότι ήταν ένας εξαιρετικά ταλαντούχος καλλιτέχνης, που έφερε πολλά καινούργια πράγματα στη μουσική. Είναι θλιβερό να ξέρεις ποιο ήταν το τέλος ενός τέτοιου ανθρώπου. Ειλικρινά με συγκλόνισε ο χαμός του Μάικλ.

Η συμμετοχή σας στη Γιουροβίζιον έπαιξε κάποιο μεγαλύτερο ρόλο στην ήδη υπάρχουσα διεθνή φήμη σας;

Π.Κ.: Δεν πιστεύω ότι κάτι άλλαξε δραματικά. Θετικά λειτούργησε, περισσότερο ο σεβασμός και το κουράγιο μιας γυναίκας που είχε ήδη καριέρα αλλά θέλησε να συμμετάσχει. Για μένα ήταν πρόκληση. Και τόλμη. Κι επειδή χρόνια τώρα ταξιδεύω με τη μουσική μου σ’ όλο τον κόσμο, δεν έκανα τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι κάνω έτσι κι αλλιώς. Ανέβηκα για μια ακόμα φορά στη σκηνή ενός μεγάλου θεάτρου και είπα ένα τραγούδι. Είχαν βέβαια προηγηθεί δέκα μέρες μιας απόλυτης τρέλας. Παρ’ όλα αυτά ήταν πολύ ωραία. Γνώρισα δεκάδες ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. Εισέπραξα σεβασμό από όλους. Κι αν μου έλεγαν να το ξανακάνω, το ίδιο τραγούδι θα διάλεγα και θα έκανα ακριβώς τα ίδια.

Αλλά εσείς, ήδη καταξιωμένη, μείνατε στην 8η θέση...

Π.Κ.: Φυσικά στη Γιουροβίζιον πάμε όλοι για να νικήσουμε. Γι’ αυτό, την πρώτη εβδομάδα μετά τη διοργάνωση, ήμουν στενοχωρημένη. Αργότερα σκέφτηκα ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τους υποψηφίους. Λ.χ. ο δικός σας υποψήφιος (σ.σ.: ο Σάκης Ρουβάς) ήταν εντελώς διαφορετικός από μένα. Οι άνθρωποι επιλέγουν ό,τι τους αρέσει από διαφορετικές εκδοχές. Γι’ αυτό δεν μετανιώνω που πήγα.

Ήσασταν από τους θιασώτες του θεσμού και πριν πάτε;

Π.Κ.: Έβλεπα τον διαγωνισμό στα πρώτα του βήματα, τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και μετά σταμάτησα. Άρχισα να παρακολουθώ ξανά τη Γιουροβίζιον τα τελευταία 4-5 χρόνια, όταν πληροφορήθηκα πως ανάμεσα στους υποψηφίους άρχισαν να εμφανίζονται μερικές πολύ ενδιαφέρουσες φωνές.

Κι εσείς πώς αποφασίσατε να λάβετε μέρος;

Π.Κ.: Μου το πρότεινε η γαλλική τηλεόραση και δεν μπορούσα να αρνηθώ. Ομολογώ βέβαια ότι στην αρχή η πρόταση με εξέπληξε. Ήξερα ότι σ’ αυτόν το διαγωνισμό πάνε συνήθως πρωτοεμφανιζόμενοι. Αλλά επειδή μου αρέσουν οι προκλήσεις κι επειδή τις αντιμετωπίζω λίγο σαν αθλητική επίδοση –όπως τους Ολυμπιακούς Αγώνες– είπα «γιατί όχι;». Μετά οι διοργανωτές με έβαλαν να ακούσω το τραγούδι που θα έλεγα κι αυτό ήταν ένα ακόμα κίνητρο. Το «Et s'il fallait le faire» μου άρεσε πάρα πολύ.

Στην Ελλάδα υπάρχουν όμως αρκετοί που θεωρούν ότι η Γιουροβίζιον δεν είναι παρά ένα εμπορικό-τηλεοπτικό προϊόν, με το οποίο δεν αξίζει να ασχολούμαστε. Εισπράξατε μια ανάλογη πολεμική;

Π.Κ.: Τόσα χρόνια είχα την εντύπωση ότι η Γαλλία στέκεται τουλάχιστον επιφυλακτικά απέναντι στη Γιουροβίζιον, θεωρώντας πως είναι ένας θεσμός χαμηλού επιπέδου. Κι όμως, αυτή η στάση μάλλον άλλαξε. Ίσως και να έπαιξε ρόλο ότι έλαβε μέρος μια καλλιτέχνις σαν κι εμένα. Το σίγουρο είναι πάντως πως φέτος, μετά τη δική μου συμμετοχή, πολλοί γνωστοί γάλλοι καλλιτέχνες εκδήλωσαν ενδιαφέρον να λάβουν μέρος.

Πέρα και από τη σκηνή και από τη Γιουροβίζιον, η καθημερινότητά σας πώς είναι;

Π.Κ.: Συχνά πολύ συνηθισμένη. Εξαρτάται βέβαια. Τα τελευταία χρόνια έκανα πολλές περιοδείες γυρίζοντας τον κόσμο και ουσιαστικά ζούσα ελάχιστα στο σπίτι μου. Παρ’ όλα αυτά, μου αρέσει η διακόσμηση, μου αρέσει να ασχολούμαι με το διαμέρισμά μου στο Παρίσι, αλλά δεν μου αρέσει και τόσο να μαγειρεύω. Το κάνω κι αυτό, όταν καλώ φίλους που δεν φοβάμαι ότι θα με επικρίνουν για τις μαγειρικές μου ικανότητες. Κατά τα άλλα, βγάζω βόλτα τον σκύλο μου, βλέπω τους φίλους μου, κάνω shopping, μετακινώ συχνά τα έπιπλα, τακτοποιώ το διαμέρισμά μου, ράβω τα κουμπιά μου.

Το γεγονός ότι είστε όμορφη ήταν ένα επιπλέον προσόν στο κόσμο του θεάματος ή ήταν κι ένα εμπόδιο;

Π.Κ.: Αυτό που εγώ ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν να προβάλλω τη φωνή μου. Δεν με απασχολούσε το παρουσιαστικό μου. Κι άλλωστε, από μικρή είχα πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση. Αργότερα, με την ηλικία, άρχισα να αναρωτιέμαι και να αναθεωρώ κάπως αυτή τη στάση, τουλάχιστον ως προς κάποια χαρακτηριστικά μου. Όπως για τα μάτια μου, για τα οποία άκουγα να μιλούν συχνά εκθειαστικά.

Υπάρχει ωστόσο αυτό το στερεότυπο, ότι μια ωραία γυναίκα δεν μπορεί να είναι καταρχήν τίποτε άλλο εκτός από ωραία γυναίκα.

Π.Κ.: Προτιμώ να ’χω μια μακρά και επιτυχή καριέρα για τη φωνή μου, παρά για το παρουσιαστικό μου. Κι αυτό που λέω, το εννοώ.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.