22/10/2019 05:57:52
12.4.2019 / ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 6068 στις 11-4-2019

Καυτό «τρίγωνο» - Εχθροπραξίες μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ. και ΚΙΝΑΛΛ με ορίζοντα την επομένη των εκλογών

Καυτό «τρίγωνο» - Εχθροπραξίες μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ. και ΚΙΝΑΛΛ με ορίζοντα την επομένη των εκλογών - Media

 

Το προεκλογικό σκηνικό έχει πάρει φωτιά και άπαντες παίρνουν θέσεις όχι μόνο για την ημέρα της κάλπης, αλλά και – κυρίως – για την επόμενη μέρα, καθώς από λίγο έως πολύ εκεί εστιάζονται οι κινήσεις των τριών κομμάτων εξουσίας. Στο επίκεντρο όλων των σεναρίων, πάντως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρίσκεται η Κεντροαριστερά για πολλούς και ποικίλους λόγους.
● Ο Αλέξης Τσίπρας δίνει πολύ μεγάλο προεκλογικό βάρος στην προώθηση της Προοδευτικής Συμμαχίας με στόχο να εδραιώσει την αίσθηση ότι είναι – και θα παραμείνει – το «αφεντικό» στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς ανεξαρτήτως του εκλογικού αποτελέσματος.
● Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσκαλεί εμμέσως πλην σαφώς το ΚΙΝΑΛΛ σε συγκυβέρνηση υπενθυμίζοντας την πρόσφατη κυβερνητική συνεργασία υπό τους Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελο Βενιζέλο.
● Η Φώφη Γεννηματά βάζει όλα της τα ρέστα στο αποτέλεσμα των επόμενων βουλευτικών εκλογών, καθώς γνωρίζει ότι από αυτό θα κριθεί η επιβίωση και μακροημέρευση του ΚΙΝΑΛΛ.

«Αφεντικό» ο Αλέξης
Το τμήμα εκείνο της κοινωνίας που αποτελεί ιστορικά την Κεντροαριστερά (τον πρώην σοσιαλιστικό χώρο) είναι ο βασικός εκλογικός τροφοδότης του ΣΥΡΙΖΑ ύστερα από την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ στην απαρχή των μνημονίων. Μετά μάλιστα το πρόσφατο «διαζύγιο» με τους ΑΝΕΛΛ – μια σχέση που δεν αναμένεται να αναθερμανθεί στο μέλλον – η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στον ευρύτερο χώρο αποτελεί τον βασικό στρατηγικό του στόχο.


Αν υποθέσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανέτρεπε την κυρίαρχη τάση του εκλογικού σώματος και θα έκανε την έκπληξη κερδίζοντας τις εκλογές, η κύρια πηγή από την οποία θα αντλούσε τις απαραίτητες ψήφους θα ήταν όντως η Κεντροαριστερά – είτε με τη διατήρηση των ψηφοφόρων του 2015 είτε με την προσέλκυση νέων. 
Αν πάλι υποθέσουμε ότι η τάση θα επιβεβαιωθεί και ο ΣΥΡΙΖΑ θα χάσει τις εκλογές, τότε είναι εξαιρετικά σημαντικό για τον ίδιο να επαναπροσδιοριστεί, καθώς το κόμμα που πήρε τέσσερις διαδοχικές εκλογικές νίκες το 2014 και το 2015 απλώς δεν υπάρχει πια ύστερα από τη διάσπαση του 2015. Επιπλέον η τετραετής διακυβέρνηση υπό το βάρος του τρίτου μνημονίου έχει εκ των πραγμάτων αλλάξει πάρα πολλά στην πολιτική και ιδεολογική του ιδιοσυστασία.


Επομένως, ως αξιωματική αντιπολίτευση και «αφεντικό» του χώρου της Κεντροαριστεράς θα πρέπει με κάποιον τρόπο να επαναπροσδιοριστεί – το πώς, θα κριθεί αργότερα – και να συνθέσει τα θεωρούμενα ως «ριζοσπαστικά» χαρακτηριστικά του με αυτά που απαιτείται να διαθέτει ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία σε μια χώρα η οποία θα τελεί για πολλά ακόμη χρόνια υπό την αυστηρή επιτήρηση των δανειστών της.


Στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής είναι προφανής η τάση εξώθησης του ΚΙΝΑΛΛ στην... αγκαλιά του Μητσοτάκη, όρος απαραίτητος για να οριστικοποιηθεί ή και να υποβαθμιστεί το σημερινό του εκλογικό στάτους. Η διαρκής ταύτιση του ΚΙΝΑΛΛ με τη Ν.Δ. («τα δυο συνεταιράκια») εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ αποσκοπεί στην πολιτική και εκλογική του αποδυνάμωση, ώστε την επομένη των εκλογών, σε περίπτωση που ο Μητσοτάκης δεν επιτύχει την αυτοδυναμία, το σχήμα της Κεντροαριστεράς να προσέλθει σε συγκυβέρνηση ευρισκόμενο στη δυσχερέστερη δυνατή θέση. Είτε, σε περίπτωση αυτοδυναμίας, της Ν.Δ., να υποχρεωθεί σε διάλογο και σύγκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ από θέση περιορισμένης ισχύος.


Προφανώς ο Τσίπρας, παρότι η ανάρρησή του στην εξουσία ήταν αιφνιδιαστική και απρόσμενη μέσα στην καρδιά της κρίσης, δεν θεωρεί τον εαυτό του «περαστικό» ή αναλώσιμο ούτε την παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική κορυφή ένα συγκυριακό φαινόμενο. Για να εδραιώσει τα κεκτημένα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μετατροπή του ΚΙΝΑΛΛ σε πολιτικό του «δορυφόρο».
Η δε διάλυση του Κινήματος Αλλαγής, κατά την άποψη πολλών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι ένα επιθυμητό σενάριο, καθώς η εποχή των δύο πανίσχυρων κομμάτων εξουσίας θεωρείται πως έχει παρέλθει. Επιπλέον θεωρούν ότι, την επόμενη φορά που θα χρειαστεί μια κυβερνητική συμμαχία με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτή θα πρέπει να εδράζεται σε μια – έστω χαλαρή – πολιτική συγγένεια, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο μιας αταίριαστης, αντιφατικής και ταραχώδους «κολεγιάς» όπως υπήρξε αυτή με τους ΑΝΕΛΛ.

Ο Κυριάκος και το... θηρίο
Από την πλευρά του ο Μητσοτάκης έχει κατ’ επανάληψη δείξει τη διάθεσή του για συγκυβέρνηση με το ΚΙΝΑΛΛ ακόμη και αν έχει αυτοδυναμία στη Βουλή. Τα ανοίγματά του προς το κόμμα της Κεντροαριστεράς δεν αποσκοπούν σε μια ανέξοδη επίδειξη συναινετικού προφίλ. Αντιθέτως αντιστοιχούν σε μια πραγματική ανάγκη, η οποία προκύπτει από τη σοβαρή έλλειψη ικανών και ετοιμοπόλεμων στελεχών.


Την ανάγκη αυτήν άλλωστε έχει εμπράκτως παραδεχτεί ο ίδιος ο πρόεδρος της Ν.Δ. με τη δημιουργία του Μητρώου Στελεχών, το οποίο αποσκοπεί στη στελεχική ανανέωση του κόμματος.
Η αποψίλωση της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει μεγάλο ιστορικό βάθος και ανάγεται στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Παρότι η Δεξιά σε όλες τις εκδοχές της υπήρξε κυρίαρχη σε επίπεδο διακυβέρνησης και απόλυτου ελέγχου του κράτους από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έως και το τέλος της δεκαετίας του 1970, από το 1981 έως το 2004 η κατάσταση άλλαξε ριζικά.
Κατά το διάστημα αυτό η Νέα Δημοκρατία κυβέρνησε μόλις τριάμισι χρόνια (εξαιρούνται οι βραχύβιες και μεταβατικές κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα, στις οποίες συμμετείχε μεταξύ 1989 και 1990) ως... «δεξιά παρένθεση», καθώς, πριν και μετά την πρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το ΠΑΣΟΚ (1981-1989 και 1993-2004) κυριάρχησε απολύτως μετατρεπόμενο στο κέντρο του πολιτικού συστήματος και καθορίζοντας όχι μόνο την πορεία της χώρας, αλλά ακόμη και τον χαρακτήρα των υπόλοιπων κομμάτων – και της ίδιας της Ν.Δ.


Κατά τα χρόνια της κυβερνητικής «ξηρασίας» η Ν.Δ. ταλανίστηκε από ιδεολογικές και πολιτικές διαμάχες και ίντριγκες στο εσωτερικό της, αποτέλεσε τον σάκο του μποξ για το ΠΑΣΟΚ και, κυρίως, έχασε την επαφή με τη διακυβέρνηση της χώρας και του κράτους. Καθώς σταδιακά παραμερίστηκε και στην πραγματικότητα παρακολούθησε ως θεατής τις τεράστιες αλλαγές στον κρατικό μηχανισμό, έπαψε να παράγει ικανά στελέχη σε μεγάλη κλίμακα.


Εν αντιθέσει το ΠΑΣΟΚ, το οποίο πρωταγωνίστησε στις αλλαγές των κρατικών δομών, στην προσαρμογή της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, στη διαχείριση του συντριπτικού μέρους των ευρωπαϊκών κονδυλίων, αλλά και στη δημιουργία των μεγαλύτερων έργων υποδομής, επέδειξε εξαιρετική ικανότητα στην παραγωγή στελεχών. Επιπλέον αξιοποίησε στο έπακρο την κυριαρχία του στον συνδικαλισμό και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, δύο χώρους οι οποίοι εξελίχθηκαν σε τεράστιες δεξαμενές άντλησης και εξέλιξης στελεχών.


Κάθε επιτυχία του ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια ισοδυναμούσε με ήττα της Ν.Δ. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας αποτυπώθηκε με δύο τρόπους:
● Στις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή, στις οποίες πρωταγωνίστησαν για τελευταία φορά μια σειρά παλαιά στελέχη πριν αποστρατευθούν, αλλά και κάποια νέα, εκ των οποίων ελάχιστα υπάρχουν σήμερα στο προσκήνιο.
● Στη συγκυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά - Ευάγγελου Βενιζέλου, η οποία αποτέλεσε την πιο ευκρινή φωτογραφία της στελεχικής ένδειας της Ν.Δ., καθώς, ακόμη και σε υπουργεία με υπουργούς προερχόμενους από την ίδια, την... «μπουγάδα» καθάριζαν κυρίως υφυπουργοί και μόνιμα στελέχη καταγόμενα από το ΠΑΣΟΚ. Η δε σημερινή εικόνα του κόμματος δείχνει ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα.
Αυτονόητο είναι ότι ένα πρότζεκτ όπως το Μητρώο Στελεχών δεν θα μπορούσε να αποδώσει σε πολύ σύντομο χρόνο θεαματικά αποτελέσματα και το ίδιο ισχύει με τους νέους βουλευτές, οι οποίοι επίσης θα χρειαστούν χρόνο σταδιακής προσαρμογής και ανέλιξης ώστε να κατακτήσουν υψηλά επίπεδα ικανότητας και καταλληλότητας για θέσεις ευθύνης. Η διακυβέρνηση απαιτεί ένα μείγμα πολιτικής ικανότητας και τεχνογνωσίας, το οποίο δεν είναι διαθέσιμο σε επαρκείς ποσότητες στη σημερινή Ν.Δ.
Ο Μητσοτάκης ωστόσο δεν επιθυμεί να γίνει «παρένθεση», αλλά να επιβάλει με έναν μόνιμο τρόπο την πρωταγωνιστική παρουσία του. Για να επιτύχει αυτόν τον στόχο γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα είναι ασφαλής ούτε καν με μια μεγάλη εκλογική νίκη. Άλλωστε το παράδειγμα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο οποίος κυβέρνησε μόλις τριάμισι χρόνια παρά το θριαμβευτικό 46,89%, έναντι 38,61% του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1990, το γνωρίζει όσο λίγοι.
Ως εκ τούτων, το έντονο φλερτ προς την πλευρά του ΚΙΝΑΛΛ και της Φώφης Γεννηματά εντάσσεται, μεταξύ άλλων, στον στόχο του να κερδίσει χρόνο έως ότου το κόμμα του μπει σε διαδικασία παραγωγής νέων και ικανών στελεχών. Ωστόσο η αυτοδυναμία, την οποία και ο ίδιος επιθυμεί, είναι εξαιρετικά πιθανό να τον αφήσει μόνο του με το... θηρίο που λέγεται κράτος.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.