12/12/2019 23:45:51
12.5.2019 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2072 στις 9-5-2019

Πολιτική ασφυξία για τη Ν.Δ.

Πολιτική ασφυξία για τη Ν.Δ. - Media

 

Η νομοθέτηση των θετικών μέτρων της κυβέρνησης «ναρκοθετεί» το πρόγραμμα Μητσοτάκη

H ανακοίνωση των νέων μέτρων από τον πρωθυπουργό αναμφίβολα έπεσε σαν... βράχος μέσα στο νερό, το οποίο ούτως ή άλλως σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί... λιμνάζον. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, οι εξαγγελίες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως ένα πακέτο υποσχέσεων προεκλογικού χαρακτήρα από τον γνώριμο τόπο του... εγκλήματος (το Ζάππειο Μέγαρο).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η κυβέρνηση, με την επίσπευση των ανακοινώσεων για τον τρόπο διάθεσης των πρωτογενών πλεονασμάτων, ουσιαστικά επιβάλλει στην αξιωματική αντιπολίτευση να αλλάξει τον σχεδιασμό της όσον αφορά τις δικές της εξαγγελίες, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις, με την ψήφιση των νέων μέτρων, θα βρεθεί προ τετελεσμένων.

Από την άλλη, ο αιφνιδιασμός του πρωθυπουργού την Τρίτη – δηλαδή να ανακοινώσει ότι, πέραν της αξιοποίησης των υπερπλεονασμάτων, θα βάλει ως «εγγύηση» και ένα κομμάτι από τον «κουμπαρά ασφαλείας» ύψους 5,5 δισ. ευρώ προκειμένου να διασφαλιστούν τα πρωτογενή πλεονάσματα της επόμενης τριετίας – φέρνει προ εκπλήξεων και τους ίδιους τους δανειστές, οι οποίοι είναι αβέβαιο αν περίμεναν μια τέτοια εξέλιξη.

Σε κάθε περίπτωση το παιχνίδι παίρνει «φωτιά» εντός και εκτός συνόρων, η οποία μάλιστα δεν αναμένεται να σβήσει σύντομα. Από τη μία η κυβέρνηση θα κονταροχτυπιέται με την αντιπολίτευση για την «πατρότητα» των ελαφρύνσεων, αλλά και για το ποιος θα ευνοήσει ποιον μετά τις βουλευτικές εκλογές, και από την άλλη οι θεσμοί (και οι αγορές) θα παρακολουθούν επιδιώκοντας να κοστολογήσουν τα όσα ειπώθηκαν το βράδυ της Τρίτης από τον πρωθυπουργό.

Της πήρε την μπουκιά...

Σε πολιτικό επίπεδο, το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι εξαγγελίες Τσίπρα – ακόμη και αυτές που θα ψηφιστούν άμεσα και αφορούν τα μέτρα του 2019 – υποχρεώνουν τη Νέα Δημοκρατία να «απαντήσει».

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης εμφανιζόταν εδώ και πολύ καιρό ως ο κύριος υποστηρικτής των μειώσεων στη φορολογία, ενώ αποκορύφωμα ήταν η κατάθεση της τροπολογίας για τη διασφάλιση του αφορολογήτου, μέτρο που αρχικά δεν είχε ενσωματωθεί στο οικονομικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Μάλιστα, μόλις προ ημερών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε ταχθεί ανοιχτά και δημόσια κατά της καταβολής δέκατης τρίτης σύνταξης υποστηρίζοντας σε τηλεοπτική συνέντευξή του ότι δεν υπάρχει ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος.

Η Νέα Δημοκρατία έχει ταχθεί υπέρ της μείωσης του φόρου εισοδήματος, υπέρ της κατακόρυφης μείωσης του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων τόσο για τα διανεμόμενα όσο και για τα προ φόρων κέρδη, αλλά και υπέρ της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους ώστε να μειωθεί το εργοδοτικό κόστος και να αυξηθούν οι καθαρές αποδοχές των υπαλλήλων.

Επίσης έχει υποστηρίξει τη μεσοσταθμική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30%, προκρίνοντας μάλιστα για τη χρηματοδότηση του προγράμματός της τη μείωση των δημοσίων δαπανών κατά 2 δισ. ευρώ.

Θα τα πάρει πίσω;

Από την ημέρα που θα ψηφιστεί το πακέτο μέτρων του 2019, αλλά και η τροπολογία για τη διατήρηση του αφορολογήτου στα σημερινά επίπεδα, θα στενέψουν ασφυκτικά τα δημοσιονομικά περιθώρια για τη Νέα Δημοκρατία αν θελήσει να εξαγγείλει διαφορετική οικονομική πολιτική. Και αυτό γιατί:

1. Η διατήρηση του αφορολογήτου δεσμεύει πλέον και την αξιωματική αντιπολίτευση, μετά μάλιστα και τη χθεσινή κατάθεση της σχετικής τροπολογίας. Από μόνο του αυτό το μέτρο έχει κόστος 2 δισ. ευρώ.

2. Οι μειώσεις στον ΦΠΑ (και ειδικά στην εστίαση) αποτελούν μέτρα για τα οποία η Νέα Δημοκρατία έχει ταχθεί θετικά.

3. Η καταβολή δέκατης τρίτης σύνταξης, η οποία κοστίζει περίπου 800 εκατ. ευρώ, θα περάσει από την κυβέρνηση ως μέτρο «μόνιμου χαρακτήρα».

Άρα, αν η επόμενη κυβέρνηση (σε περίπτωση που επικρατήσει η Νέα Δημοκρατία) θελήσει να ακυρώσει το συγκεκριμένο μέτρο για να εξοικονομήσει τα 800 εκατ. ευρώ που δεν συμπεριλαμβάνονται στο δικό της οικονομικό πρόγραμμα, θα πρέπει να εξηγήσει στους 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους για ποιο λόγο ξεκινά μια καινούργια κυβερνητική θητεία με μείωση εισοδήματος της τάξεως των 500 έως 900 ευρώ τον χρόνο για το ένα τέταρτο του ελληνικού πληθυσμού.

Μπορεί να θεωρηθεί από τώρα δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατηγορήσει τη Νέα Δημοκρατία ότι θέλει να πάρει χρήματα από τις τσέπες των συνταξιούχων για να εφαρμόσει την ταχύτατη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων, αλλά και των μερισμάτων που εισπράττει το «κεφάλαιο».

Δανειστών... διπλωματία

Η αντίδραση των αγορών και των δανειστών στις εξαγγελίες Τσίπρα είναι ένα δεύτερο ζήτημα, του οποίου η εξέλιξη αναμένεται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Τις πρώτες ώρες μετά την ανακοίνωση των μέτρων κατεγράφη σημαντική αύξηση στην απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου, το οποίο αυξήθηκε ακόμη και πάνω από 3,44%, ενώ πριν από την ανακοίνωση των μέτρων βρισκόταν στο 3,3%.

Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) είχε μια πρώτη αντίδραση υποστηρίζοντας ότι η ελληνική πλευρά έχει δεσμευτεί για την παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 3,5% μέχρι και το 2022, χωρίς όμως να μπει σε λεπτομέρειες, δηλαδή στο αν η «πατέντα» Τσίπρα με τον ειδικό λογαριασμό, που θα χρησιμεύσει ως εγγύηση σε περίπτωση δημοσιονομικών αποκλίσεων, μπορεί να γίνει αποδεκτή από τους θεσμούς.

Όσον αφορά τα κλιμάκια των θεσμών που ολοκλήρωσαν χθες την τριήμερη επίσκεψή τους στην Αθήνα στο πλαίσιο της τρίτης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, ουσιαστικά ζήτησαν στοιχεία από την ελληνική πλευρά σχετικά με το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων που αφορούν το 2019 προκειμένου να διατυπώσουν τη θέση τους στην έκθεση που αναμένεται να δημοσιευτεί στις αρχές Ιουνίου, δηλαδή μετά τις ευρωεκλογές.

Το σκεπτικό της ελληνικής κυβέρνησης είναι γεγονός ότι ταράζει τα νερά σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τους δανειστές. Από την υπερπαραγωγή πλεονασμάτων κατά την περίοδο 2016-2018 φτάνουμε τώρα στην άλλη άκρη. Δηλαδή, να προεξοφλούμε την παραγωγή υπερπλεονασμάτων, σπεύδοντας μάλιστα να το δαπανήσουμε (σ.σ.: αυτό αφορά το 2019) και από την άλλη να χρησιμοποιούμε το «μαξιλάρι» ασφαλείας των 30 και πλέον δισ. ευρώ (για την ακρίβεια μέρος του «μαξιλαριού», ύψους 5,55 δισ. ευρώ) ως εγγύηση για τα μέτρα.

Τι λέει λοιπόν πρακτικά η ελληνική πλευρά; Ότι θα προχωρήσει στην ενεργοποίηση των μέτρων για την περίοδο 2019-2022 και, αν υπάρξουν αστοχίες (ειδικά μετά το 2020), τότε θα αντληθεί ένα ποσό από τον ειδικό λογαριασμό όπου θα βρίσκεται η «εγγύηση» και το πρωτογενές πλεόνασμα θα κλείσει τελικώς στο 3,5%.

Ερωτήματα για τους θεσμούς

Αυτή η στρατηγική είναι προφανές ότι εγείρει πολλά ερωτήματα για τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών. Αυτοί θεωρούν ότι το «μαξιλάρι» ασφαλείας προορίζεται για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας και όχι για τη χρηματοδότηση φορολογικών ελαφρύνσεων και λοιπών μέτρων. Ως εκ τούτου, προκαλεί έντονο προβληματισμό το επιχείρημα ότι, σε περίπτωση αποκλίσεων, θα αναζητηθούν πόροι από το «μαξιλάρι».

Βέβαια, και οι θεσμοί από την πλευρά τους πρέπει να απαντήσουν σε δύο πολύ σοβαρά ερωτήματα:

1. Από το 2016 και μετά η ελληνική οικονομία παράγει συνεχώς υπερπλεονάσματα, ακόμη και μετά τη διανομή έκτακτων μερισμάτων και άλλων ευνοϊκών μέτρων.

Αυτό σημαίνει ότι επί μια τριετία επιβάλλονται περισσότερα μέτρα από αυτά που χρειάζονται. Το ότι διανέμονται μερίσματα δεν αναστρέφει το κακό που προκαλούν στην οικονομία οι υψηλοί φόροι. Οι 500.000 Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό δεν θα ενθαρρυνθούν να επιστρέψουν από τα έκτακτα μερίσματα, αλλά από τα μέτρα μόνιμου χαρακτήρα.

Επομένως το πρώτο ερώτημα, του οποίου η απάντηση βαρύνει και τους θεσμούς – οι οποίοι έχουν ήδη προκαλέσει προβλήματα με τους λάθος πολλαπλασιαστές –, είναι το εξής: Πρέπει να διορθωθεί ή όχι το νοσηρό φαινόμενο της παραγωγής υπερπλεονασμάτων;

2. Η Ευρώπη βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση αυτή τη στιγμή εξαιτίας των πιέσεων που ασκούνται στους εκπροσώπους της μεσαίας τάξης πανευρωπαϊκά (σ.σ.: σχετικό επιχείρημα διατύπωσε και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος). Ειδικά αν αποτυπωθεί μεγάλη αύξηση της εκλογικής δύναμης της Ακροδεξιάς, πρέπει ή όχι να εξεταστεί αλλαγή στο μείγμα της οικονομικής πολιτικής προς όφελος των εργαζομένων;

Για τα μέτρα του 2019 η συζήτηση με τους θεσμούς αναμένεται να είναι πολύ σύντομη, καθώς το μόνο ερώτημα που τίθεται είναι αν επαρκεί το εκτιμώμενο υπερπλεόνασμα του 2019 για να χρηματοδοτηθούν τα τρία μέτρα που αφορούν τη φετινή χρονιά. Δηλαδή η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση και στα τρόφιμα, η μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου στον υπερ-χαμηλό συντελεστή αλλά και η καταβολή της δέκατης τρίτης σύνταξης.

Οι θεσμοί ήδη έφυγαν, αλλά προηγουμένως ζήτησαν αναλυτικά στοιχεία για την κοστολόγηση των μέτρων. Μέσα στις επόμενες ημέρες όμως – και σε κάθε περίπτωση πριν από την κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή – εκτιμάται ότι το θέμα θα έχει κλείσει.

Για τα μέτρα του 2020 και των επόμενων ετών το θέμα είναι πολύ πιο περίπλοκο, καθώς οι θεσμοί θα πρέπει να αποφανθούν αν αποδέχονται ή όχι τη συνταγή των εγγυήσεων. Ίσως είναι και αυτός ένας λόγος για την οποίο η κυβέρνηση δεν προχωρά από τώρα στη νομοθέτηση του πακέτου για το 2020...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.