26/05/2019 01:15:21

Για την ελληνική «εξωτερική πολιτική»

 

Τα τελευταία τεκταινόμενα που αφορούν στις σχέσεις μας με την Τουρκία, έχουν δώσει αφορμή σε επανειλημμένες «αναλύσεις», συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, από άμβωνος, δηλαδή από τηλεοράσεως.  Επιτρέψτε μου όμως  να πω πως προκαλούν, ή πρέπει να προκαλούν, θυμηδία, γιατί αγνοούν, ή αποσιωπούν, τα βασικά δεδομένα που αφορούν στις δυνατότητες της χώρας μας.

Είναι βέβαιο πως αυτές οι αναλύσεις μικρή έχουν σχέση με τον τρόπο που πολιτεύεται το εκάστοτε ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών και μας αποπροσανατολίζουν από μια ουσιαστική  συμμετοχή μας στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και πράξης που υφιστάμεθα ή   που απολαμβάνουμε (με άλλα λόγια η περίφημη εκείνη ρήση «στην πολιτική γίνονται πράγματα που δεν λέγονται και λέγονται πράγματα που δεν γίνονται» εξακολουθεί να περιγράφει την πραγματικότητα του δήθεν δημοκρατικού μας πολιτεύματος). 

Τα βασικά λοιπόν δεδομένα που αφορούν στον τρόπο που διαμορφώνεται ο κόσμος, είναι τα εξής: 

1. Η όποια διατυπωμένη σε χαρτιά  διεθνής νομιμότητα είναι από ασθενής έως ανύπαρκτη. Τα σχετικά διεθνή Συμβούλια είναι «στάχτη στα μάτια» και μοχλοί άσκησης πολιτικής από τις μεγάλες δυνάμεις που τα ελέγχουν. Αν υφίστατο διεθνής νομιμότητα, δεν θα είχαμε, π.χ.,  υποστεί την καταστροφή του 1922, ούτε η Κύπρος  θα ήταν σήμερα μοιρασμένη στα δύο. Η όποια διεθνής τάξη και η όποια διεθνής αταξία, εξαρτώνται, τουλάχιστον άμεσα και    μεσοπρόθεσμα,  σχεδόν αποκλειστικά από τη στρατιωτική ισχύ των εμπλεκομένων. 

2. Τα όποια οικονομικά συμφέροντα, που επηρεάζουν τις διεθνείς σχέσεις των κρατών και τις διευθετήσεις των «οικοπέδων»,   εξαρτώνται και αυτά από τις στρατιωτικές δυνάμεις. Βρίσκονται σε αδιαίρετη   μαζί τους σχέση  και συνιστούν τα μέσα άσκησης πολιτικής των  υπερδυνάμεων.

3. Τα κράτη και οι όποιες δήθεν διεθνείς ενώσεις τους- π.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση- αν δεν έχουν επαρκή στρατιωτική ισχύ, δεν μπορούν να ασκήσουν  εξωτερική πολιτική όταν διακυβεύονται σοβαρά θέματα. Έτσι, λειτουργούν με όρους αποικιών. Άλλα  λιγότερο, άλλα περισσότερο.  

Υπάρχει και ένα τέταρτο δεδομένο, όχι αμέσως φανερό αλλά η Ιστορία έχει δείξει πως είναι το καθοριστικότερο όλων. Πρόκειται για τη φιλοσοφική θεμελίωση των λαών, για την οντολογική θεώρηση της ζωής και του Κόσμου, γι’ αυτό που ο Καστοριάδης θα αποκαλούσε φαντασιακή θέσμιση των κοινωνιών (γιατί δεν τόλμησε να την αποκαλέσει απ’ ευθείας φιλοσοφική θέσμιση). Λειτουργεί σε μακροχρόνιες προοπτικές, αλλά είναι αυτή που καθορίζει την Ιστορία.  Αυτό το έχουν κατανοήσει οι μεγάλοι διεθνείς «παίκτες» και μεριμνούν σοβαρά προς έλεγχο και διαμόρφωσή της. Η Ιστορία όμως έχει   δείξει και τα όρια των εκάστοτε ισχυρών «παικτών».  Τελικώς είναι οι λαοί, ως φορείς συλλογικών ασυνειδήτων και πέραν των πρόσκαιρων εξουσιών,   που «σιωπηρώς και ανεπαισθήτως» τη διαμορφώνουν.   

Αυτή τη στιγμή  η Τουρκία έχει σαφή υπεροπλία ως προς την Ελλάδα, έχει πολλαπλάσιο πληθυσμό και δαπανά πολλαπλάσια χρήματα για τον στρατιωτικό μηχανισμό της, γι’ αυτό και στην περίπτωση των Ιμίων καταλήξαμε να «ευχαριστήσουμε τους Αμερικανούς». Ηρωικό το Ρούπελ, αλλά η Γερμανία είχε ισχυρότερο στρατό. Ηρωική η Κύπρος, αλλά η Ελλάδα είχε αποσύρει το στρατό της και στη συνέχεια διαπίστωσε πως «κείται μακράν» (ως προς τη στρατιωτική μας εμβέλεια). Αν κάτι πάει να πετύχει σήμερα η Κύπρος, είναι γιατί ευφυώς ενέπλεξε, στην περίπτωση των θαλασσίων οικοπέδων της, τεράστια δυτικά οικονομικά συμφέροντα. Καταδήλως χρησιμοποιούν    οι οικονομικοί κολοσσοί πολεμικά πλοία για προστασία τους. Ιδού η απόδειξη  της  αδιαίρετης σχέσης πολεμικής μηχανής και οικονομικών επιδιώξεων. Αλλά και ιδού ο τρόπος άσκησης «εξωτερικής πολιτικής» από τις ΗΠΑ –που αποφεύγουμε να την κατονομάσουμε και καταφεύγουμε σε γενικότητες μέσω του όρου   Δύση. Είναι σαφές πως η αιτία των όποιων συγκρούσεων και των όποιων συμφωνιών   στην περιοχή μας, εντάσσονται στη διαπραγμάτευση, ή στη διαπάλη, ΗΠΑ και Ρωσίας να ξαναμοιράσουν τον κόσμο,   αντιμετωπίζοντας και την ήδη υπερδύναμη Κίνα .  

Η όποια λοιπόν συζήτηση και ανάλυση θα έπρεπε να επικεντρώνεται σε αυτά, τα αμέσως φανερά και που αφορούν στα αμέσως τεκταινόμενα. Όμως κάτι τέτοιο δείχνουν να το αγνοούν οι αναλυτές μας, ή απλώς το αποσιωπούν.    Με τέτοια γνώση πάντως –ή τέτοιες εντολές-  πολιτευόταν πάντα   η νεώτερη Ελλάδα, έτσι πολιτεύεται  και η σημερινή κυβέρνηση  -από  τη δραματική εκείνη ολονύκτια διαπραγμάτευσή της με τους δανειστές μας  και εξής.    Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.  Όλα τα άλλα που αναλύονται στις τηλεοράσεις, είναι «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε». 

Αν τώρα θέλουμε  να μη λειτουργούμε μόνο σαν αποικία,  θα πρέπει να στοχεύσουμε στην  ενδυνάμωση του  ρόλου  μας στις μεγάλες συμφωνίες. Συμφωνίες πολύ ευρύτερες των όποιων τριγωνικών σχέσεων των μικρών, π.χ. Ισραήλ, Ελλάδας, Κύπρου. Οι συμφωνίες των μικρών άλλωστε, δεν αποτελούν παρά  διαπραγματευτικούς μοχλούς για τις συμφωνίες –ή τη διαπάλη- των μεγάλων.    Και η Τουρκία δεν είναι μεγάλη και δεν πρόκειται να της επιτραπεί να γίνει μεγάλη. Οι οσονούπω τρείς –ή και τέσσερεις-  τέτοιες, είναι μάλλον πολλές. Ο δε λόγος μας σε αυτούς τους μεγάλους συσχετισμούς, θα πρέπει να στηρίζεται μεσοπρόθεσμα στη  όποια γεωπολιτική διάσταση του σημερινού μας «οικοπέδου» (μικρότερης σήμερα απ’ ότι πριν  εξήντα χρόνια), αλλά και μακροπρόθεσμα στην ευρύτερη διάσταση της παρουσίας του ελληνισμού ως οικουμενικής σημασίας φιλοσοφική πρόταση. Της οποίας φιλοσοφικής πρότασης είμαστε οι φυσικοί φορείς. Πρόκειται για το τέταρτο στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως. 

Η Ιστορία έχει δείξει το ρόλο του ελληνισμού στη διαμόρφωση του κόσμου. Έχει δείξει την  καθοριστική σημασία της πολιτισμικής πρότασης  που θεμελιώθηκε στην Ιωνία και στο Αιγαίο, που από τον 8ο π.Χ. αιώνα και μετά επεκτάθηκε ένθεν κακείθεν όλης της Μεσογείου, μέχρι τη Κασπία Θάλασσα, αλλά που είχε  δημιουργικές   σχέσεις ακόμα και με  την Ινδία και την Άπω Ανατολή. Σε πείσμα των πολέμων  και των πρόσκαιρων εξουσιών  επέζησε,  κατά το μάλλον ή ήττον ανέπαφη,   επέζησε μάλιστα εξελισσόμενη και ως το κύριο πεδίο αναφοράς της παγκόσμιας διανόησης, μέχρι   τη σημερινή εποχή μας.  Με όχημα τη γλώσσα, που οι Έλληνες μιλάμε περίπου την ίδια για τουλάχιστον τρείς χιλιάδες χρόνια, τη γλώσσα που μιλούσε και με την οποίαν σκεφτόταν   όλος  ο κόσμος της εμβέλειας της ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας, δηλαδή αυτής που εσφαλμένα μας επέβαλαν να αποκαλούμε Βυζάντιο, ολοκληρώθηκε η ελληνική πρόταση προς  την οποίαν προσέτρεχε όλη η Ευρώπη μέχρι πρότινος . Αλλά και προς αυτήν θα προστρέξει -όπως όλα δείχνουν- και σήμερα, που αναζητά ταυτότητα, εν μέσω των μεγάλων Ανατολικών Παραδόσεων που στηρίζουν τις νέες αναδυόμενες υπερδυνάμεις .   

Δυστυχώς οι πολιτικοί διαχειριστές μας δείχνουν να μη καταλαβαίνουν τίποτα από αυτά…. Εύχομαι  να   διαψευσθώ.  

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.