20/06/2019 13:18:19

Άννα Παπαδημητρίου – Τσάτσου:«Θέλουμε μια Ευρώπη σε ομηρία ή ανοικτή και δημοκρατική;»

Άννα Παπαδημητρίου – Τσάτσου:«Θέλουμε μια Ευρώπη σε ομηρία ή ανοικτή και δημοκρατική;» - Media

 

Σε ένα κείμενο εξέφρασε τις θέσεις της για την κρίση που περνά η Ευρώπη η υποψήφια ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Άννα Παπαδημητρίου – Τσάτσου.

Αναλυτικά, το άρθρο της υποψήφιας ευρωβουλευτή:

Πολύς λόγος γίνεται εδώ και καιρό, για την κρίση που περνά η Ευρώπη. Μια κρίση που πολλές φορές απειλεί την ύπαρξή της και πάντως οπωσδήποτε τη συνοχή της.

- Η οικονομική κρίση που προφανώς διαφοροποιείται τόσο ως προς το είδος, τα αίτια και τις συνέπειες από χώρα σε χώρα, είναι η βάση στην οποία εξυφαίνεται ένα επικίνδυνο σκηνικό που πολλές φορές παραπέμπει σε άλλες εποχές (Βαϊμάρη). Οι ιστορικές αναλογίες, βέβαια, στις αναλύσεις που γίνονται δεν είναι πάντοτε ό,τι καλύτερο για να εξηγήσουμε τα τωρινά φαινόμενα, διότι τα δεδομένα αλλάζουν από εποχή σε εποχή και από χώρα σε χώρα. Όμως εδώ υπάρχει κάτι κοινό στις δύο εποχές: Οι εκάστοτε οικονομικές κρίσεις, ίδιο γνώρισμα του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος, βρίσκουν τις λύσεις τους σχεδόν πάντοτε, με δυσβάσταχτα μέτρα, που πλήττουν κυρίως τους οικονομικά ασθενέστερους πολίτες και όχι άλλες κοινωνικές τάξεις. Ποτέ οι έχοντες την εξουσία και την ευθύνη για τις λύσεις δεν σκέφτηκαν ηπιότερα μέτρα ή έστω άλλους τρόπους αντιμετώπισης εκτός από τους «οικονομικά ορθόδοξους». Έτσι λοιπόν και τότε και τώρα τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα βλέπουν τη ζωή τους να υποβαθμίζεται δυσανάλογα πολύ, σε σχέση με άλλες κοινωνικές τάξεις και περιθωριοποιούνται. Η απομάκρυνσή τους δε, τα τελευταία χρόνια, από πολιτικές δυνάμεις που μέχρι τώρα τους εξέφραζαν, όπως η σοσιαλδημοκρατία και η αριστερά, έχει ως κύρια αιτία το γεγονός πως η πρώτη, χρόνια τώρα στην εξουσία, ξέχασε το ιδεολογικό της περιεχόμενο και πολύ συχνά ταυτίστηκε άκριτα με τους νόμους της αγοράς και με νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Έτσι τα κοινωνικά αυτά στρώματα έχασαν την πολιτική τους αναφορά.

- Εκτός από την οικονομική παράμετρο υπάρχει και η θεσμική. Από καιρό συζητείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση πως το ηγετικό οικοδόμημά της έχει αποξενωθεί από τη βάση, τους λαούς και τα κράτη-μέλη. Έχει δηλαδή δημιουργηθεί ένα θεσμοτεχνοκρατικό οικοδόμημα, απίστευτα γραφειοκρατικό, που καλείται να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις χωρίς την ουσιαστική γνώση της πραγματικότητας. Η γνώση, και στη συνέχεια η κατανόηση για τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών και του περιεχομένου τους δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελείται από λαούς με διαφορετικές πολιτικές και πολιτισμικές κουλτούρες, άλλες οικονομικές δυναμικές. Με άλλα λόγια, για να επιτευχθεί μια ευρωπαϊκή όσμωση προς όφελος όλων, απαιτείται μια επίμονη και χρονοβόρα διαδικασία, τόσο των ευρωπαϊκών θεσμών όσο και των κρατών-μελών. Βέβαιο είναι πως εξαρχής δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή προς την κατεύθυνση αυτή. Τα προβλήματα υπήρχαν ήδη μεταξύ βορρά και νότου, πολλαπλασιάστηκαν δε με την τελευταία διεύρυνση. Η Ελλάδα, ειδικότερα, αποτέλεσε, ως η «ασθενέστερη» χώρα του νότου, το κατεξοχήν θύμα μιας σκληρής ευρωπαϊκής πολιτικής. Ταυτόχρονα όμως υπήρξε και μια από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που όρθωσε έναν έντονα κριτικό λόγο, προσπαθώντας με όσα λίγα εργαλεία διέθετε και διαθέτει, να αντισταθμίσει την πολιτική λιτότητας και την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και των αποδοχών. Μια τέτοια αλλαγή, για να μπορέσει να γίνει πράγματι πράξη, πρέπει να αφορά ολόκληρη την Ευρώπη, δηλαδή να αποτελέσει την απαρχή μιας άλλης οπτικής από τις ηγέτιδες δυνάμεις, και ακόμη δυσκολότερα, μιας αλλαγής των ευρωπαϊκών κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών.

Εκτός λοιπόν από τα βασικά προβλήματα (οικονομική κρίση, προσφυγικό, ασφάλεια, ξενοφοβία, σταδιακή κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους), πρέπει, συνεπώς, να αναγνωρίσουμε ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα:

Το έλλειμμα δημοκρατίας που εξελίσσεται σε έλλειμμα νομιμοποίησης καίριων πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επείγει, η Ευρώπη και οι ηγέτιδες δυνάμεις της να έχουν τη βούληση να δουν το πρόβλημα, να το κατανοήσουν και να θέλουν να το επιλύσουν. Γιατί μια ελλειμματική Ευρώπη, αποξενωμένη από τους λαούς της δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καυτά θέματα που ζητούν τη λύση τους χθές. Δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος υπαίτιος και αυτός, για τη γένεση των λαϊκισμών και όλων των υπολοίπων δεινών που ζούμε τελευταία.

Η Ευρώπη ή θα είναι δημοκρατική και ανοιχτή στους λαούς που τη συναπαρτίζουν ή «δεν θα υπάρξει». Γιατί σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα μπορούμε πια εύκολα να ενοχοποιούμε όλους όσους ψηφίζουν, ως «λαϊκιστές». Οι αιτίες είναι γνωστές και προφανώς βρισκόμαστε ήδη στο παραπέντε, αν όχι στο και πέντε.

Η κοινωνική συνοχή δυστυχώς δεν προκύπτει από ευχολόγια, αναφορές στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης και ωραίες διακηρύξεις. Η κοινωνική συνοχή προκύπτει από βούληση κατανόησης και από διάθεση ριζικής αλλαγής. Και αυτό βέβαια, μπορούν να το πετύχουν μόνο οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι πολίτες, όταν στις επερχόμενες εκλογές επιλέξουν να στείλουν στους ευρωπαϊκούς θεσμούς όλες τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που ενστερνίζονται τα παραπάνω, και δεν είναι άλλες από τα σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά και αριστερά κόμματα, τα οποία αν και στην παρούσα φάση έχουν χάσει σημαντικό μέρος του εκλογικού τους σώματος, μέσα από τις σωστές συνεργασίες μπορούν να αγωνιστούν για τη δημοκρατική Ευρώπη.

Θέλουμε μια υποθηκευμένη Ευρώπη, μια Ευρώπη σε ομηρία, διχασμένη και ξενοφοβική; Ή αγωνιζόμαστε για μια ανοικτή και δημοκρατική Ευρώπη; Οι εκλογές της 26ης Μαΐου θα δώσουν την απάντηση.

Ποια είναι η Άννα Παπαδημητρίου – Τσάτσου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958 και μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν η Πολιτική και η Νομική Επιστήμη. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και το Παρίσι, ενώ από πολύ νέα αναμείχθηκε στα κοινά. Είναι Δικηγόρος Αθηνών από το 1985 και παράλληλα υπήρξε μέλος του ΚΚΕ Εσωτ. (1975) και ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Αριστεράς – ΕΑΡ (1987), υποψήφια βουλευτής με τον Συνασπισμό (1989), και υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τον συνδυασμό «Αθήνα – Μελίνα Μερκούρη» (1990).

Δραστηριοποιήθηκε επίσης σε οργανώσεις όπως η Αδέσμευτη Κίνηση Ειρήνης, ενώ είναι μέλος του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace και του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (2001-2009), όπου διετέλεσε και Πρόεδρός του (2015-2016). Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010, εκλέχθηκε Αντιπεριφερειάρχης του Κεντρικού Τομέα Αττικής και Αναπληρώτρια Περιφερειάρχης, θέση στην οποία υπηρέτησε για περίπου 4 χρόνια. Από τις εκλογές του 2014 μέχρι το 2018 διετέλεσε Περιφερειακή Σύμβουλος Αττικής και εκλέχθηκε Αντιπρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.