20/10/2018 15:07:39
26.3.2012

Γιάννης Στάνκογλου: «Τον πολιτισμό μας τον πουλάνε άλλοι για μας»

Γιάννης Στάνκογλου: «Τον πολιτισμό μας τον πουλάνε άλλοι για μας» - Media

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Είναι εύκολο να βρεις μια καλή αφορμή για συνέντευξη με τον Γιάννη Στάνκογλου. Από πέρυσι δίνει δείγματα επαγγελματικής υπερδραστηριότητας με το τηλεοπτικό «Νησί», το θεατρικό «Τρίτο Στεφάνι» και, βέβαια, με πολλές ταινίες στο σινεμά. Φέτος έπαιξε στο «Τανγκό των Χριστουγέννων» και σήμερα βγαίνει (στο «Αθήναιον» για τρεις βδομάδες») η νέα ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Δεσμά Αίματος», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Πάουελ. Ηρωίδα είναι η Μαργαρίτα (Μαρκέλλα Γιαννάτου), μια 35χρονη η οποία βρίσκεται στο κατώφλι μιας νέας ζωής. Για να το περάσει όμως, θα αναζητήσει το παρόν και το μέλλον της στο παρελθόν, στον πρώην εραστή της, έναν άνθρωπο τόσο αινιγματικό όσο και απρόσιτο, τον οποίο υποδύεται ο Στάνκογλου. Στην πραγματικότητα πάντως, μόνο απόμακρο δεν τον λες. Ακόμα και το σχετικά «άγριο» παρουσιαστικό του, γοητευτικό μέσα στο ροκ στυλάκι του, επαναπροσδιορίζεται ήδη με την πρώτη επαφή, χειραψία ή χαμόγελο. Επικοινωνιακός με ουσία, φιλικός με ειλικρίνεια και ανεπιτήδευτα αυθόρμητος, γελάει δυνατά, έχει χιούμορ και, κυρίως, άποψη.

Υποδύεστε έναν άντρα χωρίς όνομα, τον Κάππα, μυστηριώδη, σκοτεινό, οριακά αντιπαθητικό.

Όλοι οι άντρες που περιγράφει η ηρωίδα, η Μαργαρίτα, έχουν για όνομα το αρχικό ενός ονόματος. Δεν μαθαίνουμε πολλά για τον χαρακτήρα μου κατά τη διάρκεια της ταινίας, ίσως στο τέλος. Βλέπουμε ότι η Μαργαρίτα πηγαίνει στο σπίτι του στην επαρχία και γνωρίζει την οικογένειά του, αλλά μέχρι εκεί. Όλα τα άλλα τα φαντάζεσαι για αυτόν. Είναι, όντως, ένας σκοτεινός τύπος.

Εσείς πώς τον πλάσατε στο μυαλό σας για να του δώσετε τελικά σάρκα και οστά;

Από τις κουβέντες που κάναμε με τον Νίκο φαντάστηκα ότι είναι ένας χαρακτήρας που έχει τεράστιο προσωπικό πρόβλημα με τους ανθρώπους. Κουβαλά ένα βάρος, φόβους για το αύριο, είναι σαν κυνηγημένος. Τον «στήσαμε» με λίγες κινήσεις, ευθέα βλέμματα και με κάτι σαν τικ, «τρώει» από μέσα τα χείλη του.

Σας γοητεύουν αυτοί οι τύποι του υποκόσμου, της αλητείας, οι αντεργκράουντ και λίγο… «δεν μασάω»;

Με γοητεύουν γενικά οι δομημένοι χαρακτήρες. Μου αρέσει να διαβάζω ένα σενάριο όπου δεν θα χρειάζεται να παίξω. Να βρίσκω, βέβαια, τις σκέψεις, και έπειτα να παίζω με το βλέμμα.

Εσείς είστε ο τύπος «δεν μασάω»; Κατά πόσον είστε αυτό που σας έχουμε συνηθίσει να παίζετε;

Είμαι το αντίθετο. Εντάξει, έχω τέτοια στοιχεία γιατί έχω μεγαλώσει με κάποιο τρόπο έτσι, δηλαδή με φασαρίες, άγρια νιάτα, αλητεία, σεξ - ντραγκς - ροκ εν ρολ. Έχω φτάσει σε ακραίες καταστάσεις. Μπορεί να μου γυρίσει το μάτι εύκολα. Αλλά το έχω πολεμήσει πολύ μέσα από τη δουλειά, τις σχέσεις, τη ζωή μου. Προσπαθώ να είμαι ήρεμος, να δίνω και να παίρνω αγάπη, να ερωτεύομαι, να επικοινωνώ, να συνεννοούμαι...

Στη φετινή σεζόν παίζετε σε πέντε ταινίες («Το τανγκό των Χριστουγέννων» του Νίκου Κουτελιδάκη, «Δεσμά αίματος» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Forget me not» του Γιάννη Φάγκρα, «Illusion» του Σάββα Καρύδα, «Τα τρία καταφύγια» της Αλίκης Δανέζη - Κνούτσεν). Πώς είναι η εμπειρία στο «πολύπαθο» ελληνικό σινεμά;

Σπάνια οι συνθήκες είναι τέτοιες ώστε να λες «και γαμώ», αλλά το σινεμά είναι λατρεία. Γενικά μου αρέσουν οι άνθρωποι που ασχολούνται με τον κινηματογράφο. Τουλάχιστον αυτοί που έχω γνωρίσει εγώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν αρρώστια με τη δουλειά. Από τον τελευταίο τεχνικό μέχρι τον διευθυντή φωτογραφίας, τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς.

Θα παίζατε έναν ρόλο πολύ κόντρα στη μέχρι τώρα εικόνα σας; Έναν τύπο φοβερά ευαίσθητο, έναν γκέι ή έναν φοβερά αστείο;

Βέβαια. Και γκέι και τραβεστί θα έπαιζα, γενικά τα πάντα. Δεν κάνω πλάκα. Και όχι σώνει και καλά πρωταγωνιστής. Θα έκανα αυτό που κάνει ο Τζόνι Ντεπ στο «Πριν πέσει η νύχτα», όπου υποδύεται μία τραβεστί. Με ενδιαφέρει να μπορώ να αλλάζω. Αλλά το θέμα είναι ότι πολλές φορές δεν σου επιτρέπεται και λόγω χρόνου, δηλαδή δεν σε περιμένουν. Ενώ στην Αμερική σε περιμένουν να τελειώσεις άλλες δουλειές και να ετοιμαστείς, π.χ. για να γίνεις τραβεστί ή οτιδήποτε, όσο μεγάλος ή μικρός είναι ο ρόλος. Εδώ πέρα σου λένε «τότε θα ’χω γύρισμα, μπορείς»; Μπορώ, αλλά θα κάνω τον χαρακτήρα ίδιο με κάτι που έχω ξανακάνει, όπως π.χ. στο «Νησί». Θέλει χρόνο για να προετοιμάσεις έναν χαρακτήρα, ακόμα και εξωτερικά. Η μεταμόρφωση είναι πολύ σημαντική.

Έχετε ποτέ νιώσει όπως η ηρωίδα της ταινίας, δηλαδή χαμένος, στην πορεία σας, στη δουλειά, στην προσωπική ζωή;

Πολύ συχνά. Παλιότερα ίσως επιζητούσα αυτό το «χάσιμο» για να βρω τον εαυτό μου. Αυτά τα «χασίματα» μας διαμορφώνουν. Αν είμαστε ικανοί να μάθουμε κάτι από αυτά, μπορούν να είναι ταξίδια αυτογνωσίας.

Η ταινία μιλάει για τη μοναξιά της σύγχρονης γυναίκας. Πόσο οικεία σας είναι σαν κατάσταση; Έχετε φίλες γυναίκες;

Πάρα πολλές. Έχουν αλλάξει πολύ οι σχέσεις αντρών - γυναικών σε σχέση με το κοινωνικό πλαίσιο. Είναι δύσκολο για τη γυναίκα να είναι και επαγγελματίας και σε σχέση. Κάποιες το καταφέρνουν, αλλά σίγουρα κάτι τους λείπει, δεν είναι εντελώς ικανοποιημένες. Αλλά έτσι είστε και ως φύση οι περισσότερες. Βέβαια, έχουμε μάθει να είμαστε ανικανοποίητοι. Από τη μία, είναι καλό γιατί πάντα θέλεις το καλύτερο. Από την άλλη, δεν υπάρχει το τέλειο. Έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες που είναι έτσι, μόνες τους, ή ερωτεύονται τον λάθος άνθρωπο και το ξέρουν ή κάνουν οne night stand ή έχουν εγκλωβιστεί σε μια σχέση και δεν μπορούν να φύγουν ενώ νιώθουν μοναξιά.

Φέτος ήταν και είναι η χρονιά σας. Τηλεοπτική επιτυχία («Νησί»), θεατρική («Τρίτο στεφάνι») και πολλές ταινίες. Νιώθετε δικαιωμένος ή τυχερός;

Μάλλον είναι συνδυασμός. Νιώθω τυχερός που έκανα αυτές τις δουλειές, το «Νησί», το «Τανγκό των Χριστουγέννων», το «Τρίτο στεφάνι» και το «Ατελείωτη βροχή» όπου παίζω τώρα. Παίζει ρόλο η τύχη αλλά και πόσο αφοσιωμένος είσαι όταν πάρεις μια απόφαση. Τρώγομαι με τα ρούχα μου, το δέρμα μου, το σώμα μου, για να κάνω όσο το δυνατόν καλύτερα αυτό που θέλω. Αλλά παίζουν ρόλο και οι συγκυρίες. Το «Νησί» έγινε σε μια φάση όπου όλα κατέρρεαν, ήταν υπερπαραγωγή και μπήκα σε αυτό σχεδόν την τελευταία στιγμή.

Σας άλλαξε τη σχέση με την τηλεόραση; Σας ανέβασε τον πήχη;

Σίγουρα, αλλά μου τον είχε ανεβάσει ήδη το σινεμά. Απλώς τώρα ξέρω ότι και η τηλεόραση μπορεί να είναι κινηματογραφική. Αν μειώσουνε την ποσότητα, μπορεί να βρεθεί η ποιότητα. Πριν από τέσσερα χρόνια γίνονταν σαράντα σίριαλ και δεν υπήρχε ούτε ένα που να μπορεί να συγκριθεί με το «Νησί». Παίζουν ρόλο, βέβαια, και οι άνθρωποι. Ο σκηνοθέτης, ο Θοδωρής Παπαδουλάκης, ήταν πολύ παθιασμένος, όπως και οι παραγωγοί. Είναι δύσκολο στις μέρες μας να ρισκάρεις και να έχεις πίστη.

Είναι εύκολο να ζει κανείς σήμερα στην Ελλάδα;

Με όλα αυτά που συμβαίνουν έχει γίνει η πιο δύσκολη χώρα για να μένεις. Εκτός κι αν είσαι «καβατζωμένος», έχεις σπίτι σε νησί και σηκωθείς και φύγεις για να φτιάξεις μια φάρμα.

Πόσο σας έχει επηρεάσει η κρίση;

Όπως όλους μας, αναπόφευκτα, αφού οι συζητήσεις είναι γύρω από αυτό το θέμα, υπάρχει ένα κλίμα τρομοκρατίας και μιζέριας, δεν υπάρχει αισιοδοξία, έχουν κοπεί τα χαμόγελα. Όλοι είμαστε σε αυτήν τη φάση, ακόμα και αυτοί που βγάζουν λεφτά.

Ποια είναι η άμυνά σας; Κλείνετε τα αυτιά στις σειρήνες; Αφοσιώνεστε στην τέχνη;

Πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά και σκέφτομαι άλλα πράγματα. Γιατί κανείς δεν μπορεί να λύσει τέτοια προβλήματα. Τα σκέφτεσαι, αποκτάς μια άποψη, αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Είναι τόσο βρόμικο το πολιτικό παιχνίδι, που δεν θέλω να μπω σ’ αυτό. Έχω χαλάσει – μου έχουν χαλάσει δηλαδή – τη ζωή μου. Γιατί να χαλάσω και την ψυχή μου;

Στις επόμενες εκλογές με τι λογική θα ψηφίσετε; «Τιμωρώντας», απέχοντας;…

Δεν ξέρω αν είναι σωστό ή λάθος, αλλά δεν έχω ψηφίσει κανένα κόμμα. Σκέφτομαι καμιά φορά να κάνω κάτι ακραίο, να ψηφίσω ΚΚΕ. Δεν με εκφράζει, αλλά να δω τι θα κάνουν κι αυτοί. Μιλάνε τόσο καιρό, να δούμε κι αυτήν την κατάρρευση απ’ την άλλη πλευρά. Αλλά δεν νομίζω τελικά να τους ψηφίσω. Προς το παρόν δεν με εκφράζει κανένας πολιτικός και καμία ιδεολογία.

Ισχύει λέτε το κλισέ που επαναλαμβάνουμε, ότι μέσα σε μια κρίση η τέχνη ανθίζει;

Ανθίζει γιατί πετάς τα πολλά, τα φρου-φρου, τα αρώματα, τα περιττά. Αν και στο θέατρο είμαστε αρκετά «μπροστά». Από τα 300 θέατρα που έχουμε, τα 10-20 θα στέκονταν παντού. Απλώς δεν είμαστε καλοί έμποροι του πολιτισμού μας. Όπως δεν είμαστε καλοί έμποροι σε τίποτα. Τον πολιτισμό μας, τα κείμενα, την ιστορία μας, τα πουλάνε άλλοι για εμάς.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.