18/10/2018 16:02:08
7.2.2010

Cine Ποντίκι

Ραντεβού στον αέρα

Τρίτη ταινία για τον Τζέισον Ράιτμαν που δείχνει να βαδίζει με σταθερό, σχεδόν προμελετημένο τρόπο προς το χτίσιμο μιας καριέρας που να κάνει τη σκηνοθετική του υπογραφή αναγνωρίσιμη και εύκολα διακριτή. Το πρώτο του φιλμ «Thank you for Smoking» ήταν μια ελαφρώς κυνική, αλλά και κομψή συγχρόνως ματιά στην αμερικανική εμμονή με την πολιτική ορθότητα και στον κόσμο των πολυεθνικών, των δεσμών τους με την πολιτεία και των πρακτικών lobbying, που ισορροπούσε ανάμεσα στον κυνισμό και την αθώα κωμωδία. Το «Juno», ένα φιλμ που άγγιζε με τρόπο χαριτωμένο το σχεδόν εμπρηστικό για την αμερικανική κοινωνία θέμα της εφηβικής εγκυμοσύνης, βασίστηκε πάνω στο εξαιρετικό –ίσως μια ιδέα περισσότερο hip απ’ ό,τι θα έπρεπε– σενάριο της Ντιάμπλο Κόντι, για να στήσει μια ανάλογα μοντέρνα σάτιρα, η οποία εν τέλει είναι πολύ λιγότερο εμπρηστική απ’ όσο το αρχικό υλικό προμήνυε. Με έναν παρόμοιο τρόπο, το «Ραντεβού στον αέρα», τοποθετημένο εν μέσω μιας οικονομικής κατάστασης που δεν μπορείς να αγνοήσεις, παίρνει μια ακανθώδη βασική ιδέα και την εξομαλύνει σε μια ταινία που φαίνεται πως θέλει να κρατήσει ικανοποιημένους τους πάντες και να μην προσβάλλει απολύτως κανέναν. Το μεγαλύτερο ατού στο να καταφέρει κάτι τέτοιο είναι φυσικά ο Τζορτζ Κλούνεϊ, ένας ηθοποιός που με την αβίαστη γοητεία του και τη φιλική προς τον θεατή ερμηνεία του κάνει συμπαθητικό έναν ήρωα που δεν έχει παρά ελάχιστα στοιχεία να εκτιμήσεις. Ο Ράιαν Μπίνγκχαμ βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στον αέρα, πετώντας από προορισμό σε προορισμό. Η δουλειά του είναι να επισκέπτεται εταιρείες που σκοπεύουν να απολύσουν υπαλλήλους και μεταφέρει εκείνος τα άσχημα νέα εξ ονόματος των αφεντικών, οι οποίοι αποφεύγουν να βρεθούν αντιμέτωποι με τον θυμό ή την απογοήτευση των υπαλλήλων τους. Το σπίτι του είναι τα δωμάτια των ξενοδοχείων και οι καμπίνες των αεροπλάνων και ο απόλυτος σκοπός της ζωής του είναι να αθροίσει τον μεγαλύτερο αριθμό αεροπορικών μιλίων που συγκέντρωσε ποτέ κανείς. Η ζωή του μοιάζει κενή στα μάτια των περισσότερων θεατών που προτιμούν να αναζητούν τη σταθερότητα και μια μόνιμη βάση στο έδαφος, αλλά και μαζί ελκυστική για όλους εκείνους που κρυφά επιθυμούν την ελευθερία του ταξιδιού και τη δυνατότητα να χωράνε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους σε μια μικρή βαλίτσα. Η ζωή του Ράιαν όμως πρόκειται να αλλάξει ριζικά, πρώτα όταν θα γνωρίσει μια εξίσου ταξιδιάρα businesswoman, με την οποία θα ξεκινήσουν ερωτική σχέση μεταξύ αεροδρομίων, αλλά κυρίως όταν μια νεαρή συνάδελφός του θα προωθήσει την ιδέα της τηλε-απόλυσης, γεγονός που θα μειώσει τα δρομολόγια των υπαλλήλων της εταιρείας, προσγειώνοντάς τους σχεδόν μόνιμα στην έδρα τους. Ο Κλούνεϊ μπορεί να κάνει ακόμη κι έναν τόσο κενό, σχεδόν ρομποτικό χαρακτήρα ενδιαφέροντα, όμως κοιτώντας λίγο πιο βαθιά, πίσω από την επιφάνεια της αδιαμφισβήτητης γοητείας του, δεν μπορείς να μην αντιληφθείς ότι ελάχιστες ανθρώπινες αρετές τον διακρίνουν. Μπορείς να συμπάσχεις με την ιστορία ενός ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει και τη συναισθηματική του γαλήνη να συνταράσσεται, ωστόσο, σε δεύτερη σκέψη, δεν μπορείς παρά να νιώσεις ότι ένας άνθρωπος σαν τον Ράιαν Μπίνγκχαμ δεν υφίσταται παρά μόνο ως πρωταγωνιστής μιας ταινίας. Με τον ίδιο τρόπο το φιλμ του Ράιτμαν μπορεί να αγγίζει την οικονομική κατάσταση που αλλάζει το πρόσωπο του κόσμου μας όπως τον γνωρίζουμε, αλλά ελάχιστα δείχνει να νοιάζεται για την ουσία του προβλήματος. Οι άνθρωποι που απολύονται στη διάρκεια του φιλμ δεν είναι εκεί παρά μόνο για να χρησιμοποιηθούν σαν αντανακλαστικές επιφάνειες για τον ήρωά του, απλοί κομπάρσοι με μερικές συγκινητικές ατάκες. Μπορεί οι προθέσεις του Ράιτμαν και της ταινίας του να είναι ειλικρινείς, η προσπάθειά του να απεικονίσει τη γοητεία αλλά και την απάτη του καπιταλιστικού ονείρου αξιοπρόσεκτη, όμως το «Ραντεβού στον αέρα» αφήνει σε δεύτερη μοίρα την αληθινή ιστορία για να ασχοληθεί με μια άλλη, ίσως πιο γοητευτική και αναμφίβολα εντελώς επιφανειακή. Το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσει είναι ότι έτσι και το φιλμ παραμένει επιφανειακό, μια απλή αφήγηση της ιστορίας δίχως τίποτα σχεδόν να σκεφτείς, δίχως να πάρεις μαζί σου κανένα ερώτημα, εν είδει αποσκευής, εγκαταλείποντας την αίθουσα. Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν. Πρωταγωνιστούν: Τζορτζ Κλούνεϊ, Βέρα Φαρμίγκα, Άννα Κέντρικ, Τζέισον Μπέιτμαν κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 109΄

Η εκδίκηση της Κάταλιν Βάργκα

Γυρισμένη στην Τρανσυλβανία από έναν βρετανό σκηνοθέτη, η «Κάταλιν Βάργκα» υπήρξε μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στο περσινό Φεστιβάλ του Βερολίνου, ένα φιλμ που είναι ταυτόχρονα κρυπτικό και προσπελάσιμο, ένα υπαρξιακό θρίλερ και μαζί μια α-τυπική ταινία εκδίκησης. Η ηρωίδα του, μαζί με τον εντεκάχρονο γιο της, εγκαταλείπουν το σπίτι, όταν ο άντρας της ανακαλύπτει ότι το παιδί δεν είναι δικό του και ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν τον αληθινό του πατέρα. Ωστόσο, ο λόγος που οδηγεί την Κάταλιν στο δρόμο είναι πιο βαθύς, πιο σκοτεινός και θαμμένος σε ένα παρελθόν που προσπαθούσε να ξεχάσει. Η πορεία της ανάμεσα σε γοτθικής σχεδόν ομορφιάς τοπία, δίπλα σε σκοτεινά υγρά δάση, είναι μαζί το δικό της ταξίδι προς εκείνο το παρελθόν και συγχρόνως το ταξίδι μας προς την αποκάλυψη της αλήθειας. Ο ελληνικός τίτλος μπορεί να αποκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε να ξέρει ο υποψήφιος θεατής αυτής της ταινίας, όμως το φιλμ του Στρίκλαντ δεν στηρίζεται πάνω σε σεναριακές ανατροπές για να αυξήσει τον αντίκτυπό του. Αν και τοποθετημένο στο παρόν, δείχνει σχεδόν άχρονο, ικανό να εξελίσσεται πέρα από τον χρόνο και τον τόπο, παίρνει τη μορφή ενός λαϊκού θρύλου ή μιας παραβολής για την εκδίκηση ή τη συγχώρεση, για τον πόνο ή την εμμονή. Μπορεί η ιστορία της να είναι λιγοστή, οι λέξεις να μην περισσεύουν στους ήρωες, όμως η υπνωτική σχεδόν γοητεία που ασκεί η ταινία είναι ακαταμάχητη. Η αρχική αβεβαιότητα για το τι ακριβώς συμβαίνει, για την αιτία που φέρνει την Κάταλιν και τον μικρό της γιο στο δρόμο, τους λόγους που η αστυνομία δείχνει να βρίσκεται στο κατόπι της, δίνει στο φιλμ την οσμή ενός θρίλερ, μόνο και μόνο για να αποκτήσει στη συνέχεια την αλήθεια και το βάθος μιας ιστορίας αληθινά συγκλονιστικής. Ο Στρίκλαντ ενώνει με μαεστρία τις γραμμές της αφήγησης, γεμίζει την οθόνη με εικόνες που μοιάζουν βγαλμένες από σκοτεινό παραμύθι, ενώ οι πρωταγωνιστές του μεταφέρουν μια αλήθεια που πηγάζει όχι από ερμηνευτικά τεχνάσματα αλλά από ερμηνείες σχεδόν βιωμένες. Το αποτέλεσμα συνθέτει ένα σκηνοθετικό ντεμπούτο συναρπαστικό. Σκηνοθεσία: Πίτερ Στρίκλαντ. Πρωταγωνιστούν: Χίλντα Πέτερ, Τιμπόρ Πάλφι, Νόρμπετ Τάνκο, Μελίντα Κάντορ κ.ά. Χώρα: Ρουμανία, Μεγάλη Βρετανία. Διάρκεια: 84΄

Επικίνδυνες μαγειρικές

Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Αντρέα Στάικου, η ταινία του Βασίλη Τσελεμέγκου είναι φτιαγμένη με ιδιαίτερη προσοχή σε ό,τι αφορά το τεχνικό της μέρος. Κινηματογραφημένη με την καθαρότητα και τη γυαλάδα μιας διαφημιστικής καμπάνιας μεγάλου μήκους, με ελκυστικούς πρωταγωνιστές που θα μπορούσαν να είναι μοντέλα και πιάτα καλομαγειρεμένα και λαχταριστά, δείχνει να έχει όλα τα σωστά υλικά στις σωστές δόσεις. Μόνο που η ιστορία μιας γυναίκας (είναι μάλλον ιδέα παρά υπαρκτό πρόσωπο) η οποία αναστατώνει τις ζωές δύο ανδρών, που και οι δυο ζουν από την κουζίνα, είναι μάλλον ανάλατη και λίγη για να στηρίξει ένα χορταστικό κινηματογραφικό πιάτο. Η Νανά της ιστορίας διχάζεται ανάμεσα στον κοσμοπολίτη Δαμοκλή και τον παραδοσιακό Δημήτρη, ενώ η ταινία μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στις κουζίνες και τις κρεβατοκάμαρες των δύο, δίχως ποτέ όμως να ερεθίζει ούτε τον ουρανίσκο ούτε τις αισθήσεις μας. Οι ηθοποιοί δεν έχουν την απαραίτητη ερμηνευτική πειθώ για να στηρίξουν το ισχνό σενάριο και το όλο πράγμα είναι περισσότερο πρόφαση για ωραία πλάνα παρά ολοκληρωμένη ταινία, αφήνοντας τελικά πίσω του μόνο τη μάλλον πικρή γεύση μιας χαμένης ευκαιρίας. Σκηνοθεσία: Βασίλης Τσελεμέγκος. Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Χωραφάς, Κάτια Ζυγούλη, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Μυρτώ Αλικάκη, Θεοφανία Παπαθωμά. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 93΄

Γιώργος Ν. Κορωναίος

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.