17/10/2018 05:23:34
20.4.2012

Δημήτρης Μητροπάνος: «Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή»

Δημήτρης Μητροπάνος: «Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή» - Media

Της Φωτεινής Μπάρκα

Ο Δημήτρης Μητροπάνος υπήρξε όντως η τελευταία μεγάλη, αληθινή φωνή του ελληνικού τραγουδιού. Άδραξε το νήμα του από τον Μπιθικώτση και τον Καζαντζίδη και το ύφανε χωρίς πολλές κλωστές και περιττά στολίδια στον 21ο αιώνα. Και όταν η εποχή αναδείκνυε τα αστραφτερά «περιτυλίγματα» με την ελάχιστη ουσία, εκείνος χωρίς φωτιστικά «εφέ», χωρίς χαμόγελα και λόγια, βασίστηκε μόνο στα τραγούδια του. Αυτά μόνο χρειάστηκε κι ένα μικρόφωνο.

Δεν νομίζω να υπάρχει ελληνικό σπίτι χωρίς – έστω – ένα τραγούδι του Δημήτρη Μητροπάνου. Η φωνή του, η ερμηνεία του αλλά και το ρεπερτόριό του «ένωσε» διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, πνευματικά επίπεδα και ηλικίες. Όσα κι αν μας χωρίζουν, ο Μητροπάνος πάντα θα μας ενώνει. Γιατί το δικό του τραγούδι είναι απλό σαν το παράπονο, γνήσιο σαν το ελληνικό γλέντι και καθαρό σαν την παρηγοριά.

Το φαινόμενο Δημήτρης Μητροπάνος συνόψισε το λαϊκό αίσθημα, γι’ αυτό αποτέλεσε συλλογική σταθερή αξία σ’ αυτό τον τόπο, που τόσο αγάπησε. Αλλά αγαπήθηκε πολύ κι εκείνος. Λίγα μόλις λεπτά χρειάστηκαν από την είδηση του θανάτου του, το πρωί της Τρίτης, για να πλημμυρίσει το Διαδίκτυο συλλυπητήριες ευχές: για τον Μήτσο ή τον Μητσάρα, τον «τελευταίο μάγκα», με τη «μοναδική μπέσα», το ήθος και την ακεραιότητα, τη Φ-Ω-Ν-Η... Και τα τραγούδια που ο καθένας «ανέβασε» αφηγούνται το ένα μετά το άλλο, μ’ έναν μαγικό τρόπο, την ιστορία και την περιπέτειά μας, τα γλέντια και τα λάθη μας, τους έρωτες και τις πίκρες μας, «με ένα παράπονο πικρό θα στο ξαναθυμίσω»...

Από τον Ζαμπέτα στον Μίκη

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στην Αγία Μονή Τρικάλων στις 2 Απριλίου του 1948. Μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, για τον οποίο έμαθε ότι ζει όταν ήταν 17 ετών από ένα γράμμα που του έστειλε από τη Ρουμανία. Είχε φύγει με το αντάρτικο. Στην Αθήνα ήρθε το 1964 για να σπουδάσει, αλλά... Τραγούδησε σε μια συνεστίαση της δουλειάς του θείου του και τον άκουσε ο Μπιθικώτσης. Έπειτα από παρότρυνση του Μπιθικώτση επισκέφτηκε την Κολούμπια. Εκεί ο Τάκης Λαμπρόπουλος του γνώρισε τον Γιώργο Ζαμπέτα, δίπλα στον οποίο θα δουλέψει στα «Ξημερώματα». Όπως έχει δηλώσει, «ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».

Σε ηλικία 18 ετών, το 1966, ο Μητροπάνος συναντά για πρώτη φορά τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύει μέρη από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί», σε μια σειρά συναυλιών στην Ελλάδα και την Κύπρο. Τον επόμενο χρόνο ηχογραφεί τον πρώτο του 45άρη δίσκο με το τραγούδι «Θεσσαλονίκη». Η Θεσσαλονίκη και τα Χανιά ήταν οι αγαπημένες του πόλεις. Την πρώτη την έχει τραγουδήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί θεωρούν ότι είναι Θεσσαλονικιός...

Αν ο Ζαμπέτας του άνοιξε τόσο γενναιόδωρα τον δρόμο, ήταν ο Καζαντζίδης και ο Μπιθικώτσης τα ινδάλματά του. «Μακάρι να είχα τη φωνή του Καζαντζίδη και το ρεπερτόριο του Μπιθικώτση» έχει πει.

Το 1972 ήταν ο πρώτος μεγάλος σταθμός στην καριέρα του, αλλά και στην ιστορία του λαϊκού έντεχνου τραγουδιού: ο συνθέτης Δήμος Μούτσης και ο ποιητής - στιχουργός Μάνος Ελευθερίου κυκλοφορούν τον «Άγιο Φεβρουάριο», με ερμηνευτές τον Μητροπάνο και την Πετρή Σαλπέα, σηματοδοτώντας έναν σταθμό στην ελληνική μουσική. Τραγούδια όπως «Άλλος για Χίο τράβηξε», «Ο Χάρος βγήκε παγανιά», «Στη Σμύρνη και στο Αϊβαλί», «Η σούστα πήγαινε μπροστά» και το «Παράπονο» καθόρισαν την ελληνική μουσική άνοιξη της εποχής... Ο κόσμος αρχίζει πάλι να φανατίζεται με το τραγούδι, να συνδέει τη μουσική με την ποίηση.

 

«Άκου, έχω φωνή»

Ακολουθούν «Ο δρόμος για τα Κύθηρα» του Γιώργου Κατσαρού και «Τα συναξάρια» του Γιώργου Χατζηνάσιου.

Στη μακρόχρονη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι, ο Δημήτρης Μητροπάνος συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς του λαϊκού αλλά και του έντεχνου τραγουδιού. Απόστολος Καλδάρας, Τάκης Μουσαφίρης («Άκου, έχω φωνή», «Εμείς οι δυο» κ.ά.), Χρήστος Νικολόπουλος («Πάρε Αποφάσεις» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου), Γιάννης Σπανός («Ο Μητροπάνος τραγουδάει Σπανό»). Ταυτίστηκε με το «Καλοκαίρια και χειμώνες» του Σπύρου Παπαβασιλείου, είπε μοναδικά το «Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν» του Μίμη Χριστόπουλου.

Η συμμετοχή του σε δίσκους των Λάκη Παπαδόπουλου (με το τραγούδι «Για να σ’ εκδικηθώ») και Νίκου Πορτοκάλογλου («Κλείνω κι έρχομαι») αναδεικνύουν την ευρεία γκάμα της ερμηνείας του και προαναγγέλλουν μια στροφή στον τρόπο ερμηνείας του, που θα οδηγήσει σε μια σειρά από δίσκους που άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό την έννοια του καλού σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού. Οι συνεργασίες με τον Μάριο Τόκα και τον Φίλιππο Γράψα («Η εθνική μας μοναξιά» και «Παρέα με έναν ήλιο») συνδυάζουν τη λαϊκή υφή και το συναίσθημα με πιο ψαγμένους, επιτηδευμένους στίχους.

 

«Η μοναξιά είναι χορός»

Και το 1996 έρχεται ο δεύτερος μεγάλος σταθμός στην πορεία του, η συνεργασία του με τον Θάνο Μικρούτσικο στον δίσκο «Στου αιώνα την παράγκα» σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη. Όλη η Ελλάδα τραγουδάει τη «Ρόζα» (ο Μητροπάνος τη χορεύει κιόλας), το «Πάντα γελαστοί», το «Μια παλιά φωτογραφία» κ.ά. Συνεχίζει στα ίδια μονοπάτια, με τραγούδια των Μικρούτσικου, Κορακάκη, Μουκίδη, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000.

Το 2001 κυκλοφορεί ο δίσκος - έκπληξη «Στης ψυχής το παρακάτω» σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο οποίος μας συστήνει μερικά αριστουργηματικά κλασικά (πλέον) λαϊκά τραγούδια, όπως τα «Αν είσαι πλάι μου», «Η μοναξιά είναι χορός», το «Στοίχημα».

Από τις τελευταίες του δουλειές ξεχωρίζει το «Πες μου τ’ αληθινά σου» σε μουσική Στέφανου Κορκολή, η ζωντανή ηχογράφηση «Υπάρχει και το ζεϊμπέκικο» με τους Θέμη Αδαμαντίδη και Δημήτρη Μπάση, καθώς και ο δίσκος «Στη Διαπασών» με 13 τραγούδια (των Μουσαφίρη, Λεοντή, Μικρούτσικο, Θαλασσινό, Ιωάννου, Κότσιρα, Μηλιώκα, Πασχαλίδη, Τσακνή, Πλιάτσικα και Κραουνάκη). Με τον Σταμάτη Κραουνάκη συναντήθηκαν και πέρυσι τον Ιούνιο για το άλμπουμ «Εδώ είμαστε».

Έχει πει:

Για τους νέους και την κρίση: «Όλα τα νέα παιδιά θέλουν να φύγουν έξω. Κανένα δεν σκέφτεται να κάτσει εδώ. Και γιατί να κάτσει; Για να μείνει αμόρφωτο κι άνεργο; Εμένα και τα δυο μου τα παιδιά (σ.σ.: δύο κόρες) μου είπαν ότι θα φύγουν στο εξωτερικό. Στενοχωριέμαι, αλλά μήπως δεν το καταλαβαίνω; Εδώ θα μείνουμε τα γερόντια και θα ξανανοίξουν τα καφενεία για να καθόμαστε, να παίζουμε πρέφα και να κλαίμε τη μοίρα μας. Και οι άλλοι θα κοκορεύονται ότι κυβερνούν εμάς. Τους γέρους» («Ελευθεροτυπία», 14.10.2011).

Για τη γενιά του Πολυτεχνείου: «Ήταν η πιο άχρηστη γενιά. Αυτή κυβέρνησε τόσα χρόνια. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Μάθαμε να κλίνουμε το ρήμα ‘‘βολεύομαι’’ σε όλους τους χρόνους. Και τώρα βγαίνει ο καθένας και λέει το μακρύ του και το κοντό του. Αλλά καλά να πάθουμε κι εμείς, αφού τους ψηφίζουμε» («Ελευθεροτυπία», 14.10.2011).

Για την Αριστερά: «Πιο χάλια δεν νομίζω να ήταν ποτέ. Ποια είναι η πρόταση της Αριστεράς για να πει ο κοσμάκης ‘‘έχω κάπου να ακουμπήσω’’; Κι ύστερα στο ΚΚΕ μείναν οι 80άρηδες. Γιατί για να σου επιτρέψει το ΚΚΕ να εκλεγείς πρέπει να ’χεις περάσει τα 50. Έλεος» («Ελευθεροτυπία», 14.10.2011).

Για το ήθος και την κληρονομιά του: «Εγώ το έχω δηλώσει και παλαιότερα. Με νοιάζει τι θα μείνει από το όνομά μου και θέλω να λένε ότι πέρασε ένας λαϊκός τραγουδιστής που είχε ήθος, αρχές και ήταν καλός. Αυτή θα είναι και η κληρονομιά που αφήνω στα παιδιά μου» («ΒΗΜΑgazino», 19.6.2011).

Για το ζεϊμπέκικο: «Είναι καθαρά αντρικός χορός. Δεν μου έχει τύχει να δω γυναίκα να χορεύει και να πω μπράβο» (aixmi.gr).

Για τη ζωή του: «Δεν ήμουν κανένα παιδάκι κλεισμένο στο σπίτι του. Κάθε βράδυ ξενύχταγα μέχρι τις επτά και οκτώ η ώρα το πρωί. Δεν υπήρχε σκυλάδικο που να μην έχω γυρίσει. Μέχρι να παντρευτώ και να κάνω παιδιά ήμουνα σκορποχώρι. Χέστηκα! Ας με πούνε και σκυλά. Δεν με αφορά, ξέρω πολύ καλά ποιος είμαι. Μου άρεσε να ξενυχτάω, να πίνω. Εκεί μέσα μεγάλωσα» («Lifo»).

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.