23/10/2019 22:38:25

Παίζοντας τον Βαρουφάκη: Mια ανάλυση

Παίζοντας τον Βαρουφάκη: Mια ανάλυση - Media

 

Όταν ανακοινώθηκε ότι ο ηθοποιός Χρήστος Λούλης θα υποδυόταν τον Γιάνη Βαρουφάκη στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του τελευταίου, «Ενήλικες στο Δωμάτιο», σε σκηνοθεσία Κώστα Γαβρά, πολλοί εξεπλάγησαν από την επιλογή. Οι πρώτες φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν ενίσχυσαν την αρχική δυσπιστία: ‘‘Μα δεν μοιάζουν καθόλου!’’. Στο κείμενο που ακολουθεί θα εστιάσω στο κινηματογραφικό παίξιμο του Λούλη, προκειμένου να περιγράψω πώς επιτυγχάνει να προσεγγίσει ως χαρακτήρα ένα υπαρκτό πρόσωπο, και δη ένα πρόσωπο οικείο στο ελληνικό (και ξένο) κοινό, λόγω της έντονης παρουσίας του στα media.

Σωματικά και φυσιογνωμικά ο Λούλης δεν μοιάζει καθόλου στον Βαρουφάκη. Είναι ψηλότερος, με περισσότερα μαλλιά (το μακιγιάζ και ο φωτισμός στην ταινία κάνει το μέτωπό του να φαίνεται μεγαλύτερο, εφόσον η επιλογή ήταν να μην ξυρίσουν εντελώς το κεφάλι του), λιγότερο γωνιώδες/‘μυτερό’, και περισσότερο ωοειδές πρόσωπο, πιο ‘γεμάτα’ μάγουλα, διαφορετικό σχήμα αφτιών από τα χαρακτηριστικά του Βαρουφάκη, κ.ό.κ. Είναι επίσης εμφανώς λιγότερο σωματώδης από τον Βαρουφάκη, που διαθέτει εντυπωσιακά φαρδύ στέρνο, πλάτες, και μυώδη λαιμό/σβέρκο.

Εφόσον δεν έγινε (εμφανής) χρήση προσθετικού μακιγιάζ, και προκειμένου να αντισταθμίσει όλα αυτά τα ‘‘μειονεκτήματα’’ σε σχέση με μια ρεαλιστική απεικόνιση, ο Λούλης δουλεύει πολύ περισσότερο με τη φωνή, τα μάτια, και τις κινήσεις— όλα πολύ χαρακτηριστικά στην περίπτωση Βαρουφάκη. Δεν προσπαθεί να τον μιμηθεί ακριβώς, αλλά να μεταδώσει μια "εντύπωση" του Βαρουφάκη (σε συνέντευξη στον Κώστα Γιαννακίδη σχολίασε χαρακτηριστικά ότι ‘‘τη μισή δουλειά την κάνει αυτός και την άλλη μισή ο θεατής’’ που συμπληρώνει τα κενά, εννοώντας προφανώς τη λεγόμενη "αναστολή δυσπιστίας"). Πιάνει την ελαφρώς ένρινη, νεανική φωνή, που παραμένει σε flat/επίπεδο τόνο, κατά κανόνα χωρίς ιδιαίτερες αυξομειώσεις στην ένταση. Με αυτόν τον τρόπο, στις λίγες φορές που χάνει την ψυχραιμία/το "κουλ" του και εκρήγνυται (πάντοτε σχετικά ελεγχόμενα), κάνει εντύπωση στον θεατή.

Ο Λούλης πετυχαίνει επίσης την καλή προφορά του Βαρουφάκη στα αγγλικά (στην ίδια συνέντευξη ο ηθοποιός ανέφερε ότι είναι σαν δεύτερη γλώσσα του), και αυτή την ελαφριά ειρωνεία στον τρόπο που ο Βαρουφάκης μιλάει, εναλλάσσοντας συγκαταβατικότητα και λεπτό, αλλά διακριτό, σνομπισμό για εκείνους τους συνομιλητές που περιφρονεί.

Ο τρόπος ομιλίας του Βαρουφάκη είναι επίσης "στακάτος", κοφτός, υπολογισμένος να προκαλέσει το μεγαλύτερο δυνατό αντίκτυπο χρησιμοποιώντας τις λιγότερες δυνατές λέξεις, τις οποίες προφέρει με αυτοπεποίθηση, ενώ πιο σπάνια (το πιάνει και αυτό ο Λούλης) έχει ένα πολύ ελαφρύ, και ίσως επιτηδευμένο/‘ψεύτικο’ τραύλισμα όταν ξεκινάει κάποια πρόταση, συνήθως στην προσπάθειά του να προλάβει τυχόν ένσταση του συνομιλητή του, την οποία ανέμενε.

Όπως και εκείνο του Βαρουφάκη, το πρόσωπο του Λούλη στην ταινία παραμένει σχεδόν εντελώς ανέκφραστο (το λεγόμενο "πρόσωπο παίκτη πόκερ") από τα μάτια και πάνω, διατηρώντας ένα έντονο, διαπεραστικό, και αεικίνητο βλέμμα, χωρίς να κινεί σχεδόν καθόλου τα φρύδια του, αλλά αντικατοπτρίζοντας την ευφυία που κρύβεται από πίσω. Όταν χαμογελάει ή υπομειδιά στον συνομιλητή του, συνήθως είναι ένα χαμόγελο ευγένειας, χωρίς να δείχνει συχνά την οδοντοστοιχία του. Όταν θέλει να εξηγήσει κάτι και να πείσει, συνήθως γέρνει λίγο το κεφάλι και τον κορμό του προς τα εμπρός, ενίοτε σταυρώνοντας με χαρακτηριστικό τρόπο τα χέρια του (ένα από τα οποία, όταν στέκεται όρθιος, συχνά βάζει και στην τσέπη του), κοιτάζοντας πάντα τον συνομιλητή του στα μάτια. Όταν έρχεται η σειρά του να τον ακούσει καθιστός, γέρνει προς τα πίσω σε πιο χαλαρή στάση, ή αγγίζει το σαγόνι του με τις άκρες των δακτύλων του, σαν να σκέφτεται, ενώ παράλληλα φαίνεται να διασκεδάζει με το "παιχνίδι", σαν να γνωρίζει πάντοτε ότι ό,τι κι αν ειπωθεί από την άλλη πλευρά, εκείνος έχει δίκιο. Στρίβει σπάνια μόνο το κεφάλι του, και μόνο όταν κάτι από αυτά που έχει πει ο συνομιλητής του τού έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση. Συνήθως στρίβει ολόκληρο το σώμα του, μονοκόμματα.

Ο Λούλης προσπαθεί επίσης να πιάσει την ουσία, χωρίς να μιμείται ακριβώς το χαρακτηριστικό βάδισμα του Βαρουφάκη, ο οποίος, με το σακίδιο στον ώμο, ελίσσεται αέρινα και δρασκελίζει τους στενούς διαδρόμους και τα μικρά υπουργικά γραφεία ή άλλα δωμάτια στα οποία προσπαθούν να τον στριμώξουν Έλληνες και Ευρωπαίοι πολιτικοί ή τεχνοκράτες του ΔΝΤ. Αντίθετα, περπατά επιδεικτικά πιο αργά και κορδωτός όταν διασχίζει τις μεγάλες αίθουσες συσκέψεων στις Βρυξέλλες. Όταν ο Γαβράς τον κινηματογραφεί στα τετ-α-τετ του με τον Τσίπρα (Αλέξανδρος Μπουρδούμης) σε κλειστούς χώρους και πίσω από κλειστές πόρτες, φαίνεται κάπως να αφήνει στην άκρη αυτό το περφόρμανς.

Ο Λούλης πετυχαίνει αυτή την ιδιαίτερη ισορροπία και το χαρακτηριστικό στιλ του Βαρουφάκη, την ευελιξία που του επιτρέπει και το ντύσιμό του, και αυτό τον παράξενο συνδυασμό επιτηδευμένης αρρενωπότητας δανδή, και μιας πιο street, αυτό που θα λέγαμε "κακού παιδιού".

Ο Γαβράς κινηματογραφεί τον χαρακτήρα του στην αρχή στην άκρη του πλάνου, καθώς κάνει μια παρουσίαση σχετικά με το ελληνικό χρέος, αλλά οι ξαφνικές έντονες, οριζόντιες κινήσεις των χεριών του, με την παλάμη στραμμένη προς τα κάτω, όταν προσπαθεί να εξηγήσει κάτι, ενώ όλο το υπόλοιπο σώμα παραμένει σχεδόν ακίνητο, τραβάνε αμέσως την προσοχή της κάμερας, του θεατή, και του κοινού, όπως φαντάζεται κανείς ότι θα συμβαίνει και με τους μαθητές του Βαρουφάκη στο αμφιθέατρο.

Στη συνέχεια, και προοδευτικά, ο Λούλης/"Βαρουφάκης" αρχίζει να κινείται όλο και πιο κοντά στο κέντρο του πλάνου. Γενικά ο Γαβράς αποφεύγει τα πολύ κοντινά πλάνα, καθώς τον ενδιαφέρουν και οι (μεγάλοι, ψυχροί και αφιλόξενοι — σε αντίθεση με εκείνους του σπιτιού του ήρωα της ταινίας) χώροι, στους οποίους οι χαρακτήρες/άχρωμοι γραφειοκράτες σχεδόν "χάνονται" στο φόντο, με εξαίρεση τον Λούλη/Βαρουφάκη που ξεχωρίζει λόγω ντυσίματος και θεατρικότητας, και την ηθοποιό που υποδύεται την Κριστίν Λαγκάρντ. Τα πλάνα στις σκηνές των Eurogroup καταδεικνύουν ταυτόχρονα την περιθωριοποίηση του πρωταγωνιστή από τους υπόλοιπους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης, αλλά και το πόσο "ξένο σώμα" μοιάζει μέσα σε τόση (ιδεολογική, ενδυματολογική, ρητορική) ομοιομορφία, σαν ένα εξωτικό πουλί, με όλα τα εχθρικά, περιφρονητικά, αλλά πάντοτε περίεργα βλέμματα στραμμένα πάνω του.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στη συνέντευξη στον Γιαννακίδη ο Λούλης λέει ότι στην ταινία δεν χρησιμοποίησαν τα πιο "φανταχτερά" κομμάτια της γκαρνταρόμπας του Βαρουφάκη.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα εντυπωσιακό δείγμα κινηματογραφικής υποκριτικής, ειδικά εφόσον ο ηθοποιός υποδύεται όχι μόνο ιστορικό πρόσωπο που βρίσκεται εν ζωή, αλλά είναι και τόσο αναγνωρίσιμο, με χαρακτηριστικούς μανιερισμούς και εμφάνιση. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι, όπως ο Λούλης δήλωσε στην προαναφερθείσα συνέντευξη, στη διάρκεια (μέρους;) των γυρισμάτων ο Βαρουφάκης ήταν παρών, δίνοντας κατά κάποιον τρόπο την ‘έγκρισή’ του στον ηθοποιό που τον υποδυόταν, κάτι επίσης σπάνιο για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.