18/11/2019 19:49:27
9.11.2019 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2098 στις 7-11-2019

Το τείχος «παραμένει»

Το τείχος «παραμένει» - Media

 

Τριάντα χρόνια μετά την επανένωση, οι παρενέργειες «πληγώνουν» ακόμη τη Γερμανία

Πέρασαν τριάντα χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και ποτέ πριν στην κοινωνία της Γερμανίας δεν ήταν τόσο έντονη η συζήτηση γύρω από την επανένωση και τα προβλήματά της.

Είναι αξιοσημείωτη η ταχύτητα με την οποία οι διαμάχες γύρω από το τι τελικά σήμαινε η επανένωση εξελίσσονταν σε πρώτο θέμα όσο πλησίαζε η επέτειος της 9ης Νοεμβρίου. Ο γερμανικός Τύπος των τελευταίων ημερών γέμισε με άρθρα για την ενοποίηση. Ακόμη, άλλωστε, οι Γερμανοί δεν μπορούν να συμφωνήσουν στο τι σήμαινε, τελικά, η πτώση του τείχους. Γιατί;

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η διαμάχη έγινε εντονότερη τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια. Η προφανής εξήγηση είναι η μεταναστευτική κρίση του 2015-16.

Η Πέτρα Κέπινγκ, υπουργός Ενσωμάτωσης της Σαξονίας, ενός από τα πέντε ανατολικά κρατίδια που ιδρύθηκαν με την ενοποίηση, δήλωσε πως, όταν επιχείρησε να εξηγήσει στους Ανατολικογερμανούς ψηφοφόρους της γιατί το κράτος βοηθούσε τους πρόσφυγες, ο κόσμος τής απάντησε: «Πρώτα ενσωματώστε εμάς!». Πάρα πολλοί Ανατολικογερμανοί βλέπουν με απέχθεια τις βοήθειες και τους πόρους που κατευθύνονται στην στήριξη των προσφύγων και μεταναστών καθώς αισθάνονται ότι οι ίδιοι έμειναν πίσω και ουδέποτε έλαβαν ανάλογη στήριξη όταν έγινε η ενοποίηση.

Όμως ο ειδικός επίτροπος της γερμανικής κυβέρνησης για την ανατολική Γερμανία Κρίσταν Χίρτε εκτιμά ότι η προσφυγική κρίση απλώς πυροδότησε έναν βαθύ διχασμό που προϋπήρχε. Όπως εκτίμησε το Πανεπιστήμιο Χάμπολντ του Βερολίνου, «οι μακροπρόθεσμες πληγές και συνέπειες είχαν απλώς καμουφλαριστεί διότι ο κόσμος ήταν απορροφημένος να βρει μια θέση στην καινούργια κοινωνία. Ίσως χρειάζονται 25-30 χρόνια για να το συνειδητοποιήσεις αυτό».

«Μετά το 1990 ολόκληρο το software της ζωής άλλαξε για τους Ανατολικογερμανούς» είπε ο Μάρκους Κέρμπερ, αξιωματούχος του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο μετά τις 9 Νοεμβρίου 1989 η Γερμανία επανενώθηκε και σε ολόκληρο τον πληθυσμό της Ανατολικής Γερμανίας δόθηκε η υπηκοότητα μιας μεγάλης, πλούσιας δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον «Economist», σε μια ιδιαιτέρως γενναιόδωρη χειρονομία καλωσορίσματος ο τότε καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας Χέλμουτ Κολ μετέτρεψε ένα μέρος των χωρίς καμιά αξία αποταμιεύσεων των Ανατολικογερμανών σε σκληρό νόμισμα, σε μια ισοτιμία που ακόμα και τότε είχε σχολιαστεί ως εξωφρενικά γενναιόδωρη: ένα μάρκο Δυτικής Γερμανίας προς ένα ανατολικογερμανικό μάρκο.

Πάνω από 1 εκατομμύριο Ανατολικογερμανοί, κυρίως νεαροί και γυναίκες, αξιοποίησαν τη νέα τους ελευθερία και μετακόμισαν στη δυτική πλευρά. Για όσους, όμως, έμειναν πίσω, αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια ήταν τελικά ένα μείγμα από εντυπωσιακή πρόοδο και πικρή απογοήτευση.

Τα προβλήματα της ενοποίησης

Το 1990 δεν υπήρχε κάποιο «εγχειρίδιο οδηγιών» ούτε ιστορικό προηγούμενο που θα μπορούσε να αντιγράψει η Γερμανία. Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν δεν είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν και θα αποτελούσαν αναπόφευκτα σημεία διένεξης.

Η νοοτροπία των σαράντα ετών του προηγούμενου καθεστώτος δεν μπορούσε να αλλάξει σε μια νύχτα. Ένας λαός που μεγάλωσε σε μια διαφορετική κοινωνία κλήθηκε ξαφνικά να προσαρμοστεί στους εξαντλητικούς ρυθμούς του καπιταλισμού. Πολλοί δεν μπόρεσαν.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο έγινε η επανένωση. Επί της ουσίας δεν υπήρξε ενοποίηση, ούτε καν αφομοίωση, αλλά απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας (DDR) από τη Δυτική. Και μάλιστα με πολύ σκληρούς – και μονόπλευρους – όρους, αφού ο εγκέφαλος της ενοποίησης ήταν ο γνωστός και μη εξαιρετέος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Σε ολόκληρη την Ανατολική Γερμανία 8.500 εταιρείες ιδιωτικοποιήθηκαν με αντίτιμο ακόμη και ένα μάρκο, κάποιες εξ αυτών ή εκκαθαρίστηκαν από την Treuhand, τη γερμανική κρατική υπηρεσία που δημιουργήθηκε για να ιδιωτικοποιήσει τις κρατικές ανατολικογερμανικές εταιρείες. Πολλοί εργαζόμενοι, που έως πρότινος ένιωθαν ασφαλείς, δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν στη νέα πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα και απολύθηκαν. Αναπόφευκτα για κάποιους η ανεργία είναι το μοναδικό άξιο λόγου αποτέλεσμα της ενοποίησης.

Όπως δήλωσε στον «Economist» ο Χανς Μπίντερ, Ανατολικογερμανός που εργαζόταν σε μεταλλωρυχείο που έκλεισε μετά των επανένωση, «αυτό που με νοιάζει είναι ότι η δική μου ασφαλής δουλειά χάθηκε. Πιστεύω ότι η DDR θα μπορούσε να είχε συνεχίσει».

Η μέση παραγωγικότητα στην Ανατολική Γερμανία ήταν μόλις στο 30% συγκριτικά με αυτήν στη Δυτική. Η απόφαση του Κολ να μετατραπεί το μάρκο Ανατολικής Γερμανίας σε δυτικογερμανικό μάρκο σε ισοτιμία 1 προς 1 κατέστησε πολλές εταιρείες μη παραγωγικές μέσα σε μία μόλις νύχτα. Εκτιμάται ότι το 80% των Ανατολικογερμανών βρέθηκαν εκτός εργασίας τουλάχιστον μια φορά στο διάστημα μετά την επανένωση.

Σήμερα, εκ των υστέρων, κάποιοι θεωρούν ότι ίσως θα ήταν καλύτερο αν η Treuhand είχε κινηθεί λιγότερο επιθετικά. Οι περισσότερες εταιρείες και περιουσιακά στοιχεία που εκκαθαρίστηκαν από την Treuhand κατέληξαν σε χέρια Δυτικογερμανών ή μη Γερμανών, κάτι που εμπόδισε τη δημιουργία μιας ανατολικογερμανικής καπιταλιστικής τάξης. Άλλοι εκτιμούν ότι η ενοποιημένη Γερμανία θα έπρεπε να είχε φτιάξει ένα νέο σύνταγμα και όχι η απλή επέκταση του συντάγματος της Δυτικής Γερμανίας στα ανατολικά.

Αυτού του είδους η συζήτηση γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης κυρίως από ριζοσπαστικά κόμματα που υποστηρίζουν ότι η ενοποίηση των δυο Γερμανιών δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο «αποικισμός» ενός ζαλισμένου λαού από τη Δύση, η οποία ήθελε να αλώσει την ανατολική πλευρά. Τέτοιες απόψεις βρίσκουν απήχηση σε πολλούς Ανατολικογερμανούς, που αισθάνονται ότι έπρεπε να παλέψουν για να ξαναπάρουν τον έλεγχο της ζωής τους σε εντελώς νέες συνθήκες, ενώ κάποιοι δεν κατάφεραν ποτέ να χτίσουν ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο.

● Ακόμα και σήμερα, μόλις στο 4% των ελίτ θέσεων εργασίας στην πρώην Ανατολική Γερμανία βρίσκονται Ανατολικογερμανοί.

● Πολλοί νοικιάζουν σπίτια από Δυτικογερμανούς που απέκτησαν μεγάλο κομμάτι του στεγαστικού αποθέματος στην ανατολική Γερμανία.

● Ακόμη και η Άνγκελα Μέρκελ άρχισε να αναφέρεται δημόσια στη μεικτή και αμφιλεγόμενη κληρονομιά της επανένωσης: «Πρέπει όλοι να μάθουμε να κατανοούμε γιατί για πολύ κόσμο στην πρώην Ανατολική Γερμανία η γερμανική ενότητα δεν αποτελεί μια αποκλειστικά θετική εμπειρία» δήλωσε στις 3 Οκτωβρίου.

Ένα από τα βασικά εμπόδια σε αυτή την κατανόηση στην οποία αναφέρεται η Μέρκελ είναι ότι οι Γερμανοί βλέπουν διαφορετικά την επανένωση. Οι μισοί Δυτικογερμανοί βλέπουν την ανατολική Γερμανία ως μια ιστορία επιτυχίας. Τα δύο τρίτα των Ανατολικογερμανών διαφωνούν.

Πολλοί Δυτικογερμανοί είχαν πλήρη μεσάνυχτα για τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι «νέοι» συμπατριώτες τους. «Στις 4 Οκτωβρίου 1990, έπειτα από μια νύχτα γλεντιού, συνέχισα τη ζωή μου κανονικά» παραδέχτηκε ο Μάρκους Κέρμπερ, υψηλά ιστάμενος του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών: «Όμως ούτε ένας Ανατολικογερμανός δεν είχε την ίδια εμπειρία».

Σε πολλά μέρη της Γερμανίας επιμένουν ακόμη δυτικά στερεότυπα για τους Ανατολικογερμανούς, που θεωρούνται «αχάριστοι» ως προς τη γενναιοδωρία που τους επεδείχθη, «πολύ πίσω» κοινωνικά και «χωριάτες» πολιτισμικά. Πιο πρόσφατη είναι η αντίληψη της ανατολικής Γερμανίας ως κοιτίδας του νεοναζισμού, άποψη που ενισχύεται από τη δύναμη που έχει αποκτήσει εκεί το AfD.

Τα βήματα μπροστά

Όμως, πραγματικότητα είναι και τα μεγάλα βήματα που έκανε η ανατολική Γερμανία από την επανένωση και μετά. Κατά τον «Economist» οι πολίτες απελευθερώθηκαν από μια ζωή σε κατάσταση επιτήρησης. Τους επετράπη να επιλέγουν τους αρχηγούς τους, να εκφράζουν τις απόψεις τους και να ταξιδεύουν στη δυτική Γερμανία και όπου αλλού θέλουν.

Από οικονομικής πλευράς, παρά τις δυσκολίες των πρώτων ετών, η Ανατολή άρχισε να συγκλίνει με τη Δύση και υπήρξε δραστική βελτίωση σε διάφορους τομείς της ζωής. Σήμερα κάποιες περιοχές της ανατολικής Γερμανίας έχουν χαμηλότερη ανεργία από ό,τι δυτικές περιοχές όπως το Σάαρλαντ και η κοιλάδα του Ρουρ.

Οι μεταφορές κεφαλαίων από τη Δύση στην Ανατολή συνολικά φτάνουν τα 2 τρισ. ευρώ, κάτι που μείωσε σημαντικά το χάσμα στις υποδομές, ενώ σήμερα 30 δισ. τον χρόνο αφορούν κυρίως μορφή πληρωμών κοινωνικής ασφάλισης. Οι μισθοί στην ανατολική Γερμανία σήμερα είναι στο 85% του επιπέδου των μισθών στη δυτική Γερμανία, αλλά το κόστος ζωής στην ανατολική είναι χαμηλότερο. Η ψαλίδα που υπήρχε στο προσδόκιμο ζωής έκλεισε.

Σε πρόσφατη έρευνα της Allensbach, γερμανικής εταιρείας δημοσκοπήσεων, το 53% των Ανατολικογερμανών δηλώνουν ικανοποιημένοι με την προσωπική οικονομική τους κατάσταση, αριθμός παρόμοιος και στους Δυτικογερμανούς.

Η μεγάλη εικόνα

Ίσως η πιο κατάλληλη σύγκριση να είναι με άλλα μέρη της Ευρώπης που έπαψαν και αυτά να είναι κομμουνιστικά την ίδια περίοδο. Η κατά κεφαλήν ανάπτυξη της ανατολικής Γερμανίας υπήρξε η μεγαλύτερη από τις περισσότερες άλλες ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες. Όπως εκτιμούν πολλοί Γερμανοί, το γεγονός ότι στην ανατολική Γερμανία εφαρμόστηκαν δυτικοί νόμοι και πρακτικές απέτρεψε την εμφάνιση ολιγαρχών που ελέγχουν τα πάντα, κάτι που εμφανίστηκε σε πολλούς ανατολικούς γείτονες της Γερμανίας.

Όμως, στην πράξη οι Ανατολικογερμανοί δεν είχαν ως σημεία αναφοράς μέρη όπως η Βουδαπέστη και η Μπρατισλάβα, αλλά συγκρίνονταν με το Αμβούργο και το Μόναχο, κάτι που ενέτεινε την απογοήτευση μετά την επανένωση. Γι’ αυτούς η σιωπηρή υπόσχεση της επανένωσης ήταν ότι επιτέλους θα μπορούσαν να απολαύσουν όλα τα αγαθά της Δύσης που τόσα χρόνια ζήλευαν, έναν τρόπο ζωής που παρέμενε «απαγορευμένος» για εκείνους. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή.

Το 1990 ο Χέλμουτ Κολ υποσχέθηκε στους Ανατολικογερμανούς «ανθισμένα τοπία». Όμως αντιμετώπισαν αποβιομηχάνιση και ανεργία. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Κουρτ Μάγιερ, τότε συνεργάτης του Κολ: «Το 1990 300.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στη Λειψία και επευφημούσαν φωνάζοντας “Χέλμουτ”! Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Κολ ξαναήρθε στην Λειψία και χρειαζόμασταν ομπρέλες για να τον προστατέψουμε από τα αυγά και τις ντομάτες που του έριχναν».

Η «ταυτότητα»

Η έννοια της ταυτότητας είναι βασικό στοιχείο για την κατανόηση της ανατολικής Γερμανίας. Σε πρόσφατες έρευνες το 47% των Ανατολικογερμανών δηλώνουν ότι πρώτα αισθάνονται Ανατολικογερμανοί και ύστερα Γερμανοί. Το αντίστοιχο παρατηρείται μόνο στο 22% των δυτικογερμανών.

Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) εκμεταλλεύεται πολύ επιτυχημένα αυτές τις ανατολικές ιδιαιτερότητες. Με σλόγκαν όπως «Η Ανατολή ξεσηκώνεται» κατάφερε να πάρει πάνω από 20% στις εκλογές στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Στις εκλογές σε Βρανδεμβούργο και Σαξονία η AfD δεν ήρθε πρώτη μόνο και μόνο επειδή οι Ανατολικογερμανοί ψηφοφόροι άνω των 60 ετών στήριξαν τα «συστημικά» κόμματα. Στους ψηφοφόρους κάτω των 30 η AfD είναι το δημοφιλέστερο κόμμα.

Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό επειδή ο εξτρεμισμός έχει βρει πρόσφορο έδαφος στην ανατολική Γερμανία. Πάνω από τα μισά εγκλήματα μίσους ολόκληρης της Γερμανίας συμβαίνουν στην ανατολική πλευρά, παρότι η Αν. Γερμανία έχει μόλις το 20% του πληθυσμού της χώρας και λίγους μετανάστες.

Όμως, η έννοια της «ανατολικογερμανικής ταυτότητας» δεν αφορά μόνο τους συμπαθούντες τα άκρα (εθνικιστές, AfD κ.λπ.). Πολλοί νέοι Ανατολικοί ανέπτυξαν την «ανατολικογερμανική ταυτότητα» αφότου αντιμετώπισαν περιφρόνηση και άγνοια στην Δύση. Τελικά χρειάστηκαν ακριβώς τριάντα χρόνια για να συζητήσει η Γερμανία τόσο ενδελεχώς και να αναλύσει τόσο ανοιχτά το τι ακριβώς σήμαινε κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά η επανένωση.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.