21/09/2020 17:59:15

Ο ρόλος της Τουρκίας στη Λιβύη

Ο ρόλος της Τουρκίας στη Λιβύη - Media

 

Για προφανείς λόγους, μετά την πρόσφατη σύναψη της διμερούς τουρκο-λιβυκής συμφωνίας οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, το ενδιαφέρον της ελληνικής πλευράς για τα τεκταινόμενα στη Λιβύη έχει εκτοξευθεί κατακόρυφα. Η εν λόγω συμφωνία, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες μεθοδευμένες κινήσεις της Άγκυρας σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά και τις προκλητικές δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, έχουν διαμορφώσει μια προ-συγκρουσιακή κατάσταση στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. 

Κατάσταση ασφαλείας στη Λιβύη

Από το 2011, η μετα-κανταφική Λιβύη βιώνει μια παρατεταμένη πολιτική αναταραχή, η οποία εξελίχθηκε σε εμφύλιο πόλεμο. Στις 4 Απριλίου 2019, ο διοικητής του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (Libyan National Army - LNA), στρατηγός Χαλίφα Χαφτάρ, ο οποίος, από το 2014, ελέγχει την ανατολική Λιβύη και μεγάλο μέρος της νότιας Λιβύης, διέταξε τις δυνάμεις του να ξεκινήσουν στρατιωτική επιθετική επιχείρηση (Operation Flood of Dignity), προκειμένου να καταλάβουν την Τρίπολη. Η λιβυκή πρωτεύουσα είναι η έδρα της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (Government of National Accord - GNA), ενός προσωρινού οργάνου αναγνωρισμένου από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (2015), ως νόμιμης και προσωρινής κυβέρνησης της Λιβύης.

Από το Μάιο του 2019, τόσο ο LNA όσο και οι δυνάμεις της GNA έχουν ενισχυθεί στρατιωτικά, γεγονός το οποίο προκαλεί ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του εμπάργκο όπλων, το οποίο έχει επιβληθεί από τον ΟΗΕ. Οι αντιμαχόμενες πλευρές απέρριψαν τις εξωτερικές εκκλήσεις για μια άνευ όρων εκεχειρία. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός της GNA και υποστηρικτής των Αδελφών Μουσουλμάνων, Φαγιέζ αλ Σάρατζ, απέρριψε οποιαδήποτε μελλοντική συνεργασία με τον Χαφτάρ. Επιπρόσθετα, οι ένοπλες ομάδες κατά του Χαφτάρ απέρριψαν κάθε σενάριο, στο οποίο ο ηγέτης του LNA θα μπορούσε να αναλάβει μελλοντικά ηγετικό ρόλο στην εθνική ασφάλεια της Λιβύης (ιδέα που στηρίχθηκε από τον ΟΗΕ, πριν τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους).

Στις 16 Ιουνίου, ο υποψήφιος πρωθυπουργός της GNA, Σάρατζ, πρότεινε μια νέα πολιτική συμφωνία διαπραγμάτευσης και τη διεξαγωγή κοινοβουλευτικών και προεδρικών εκλογών, μέχρι τα τέλη του 2019. Ωστόσο, αξιωματούχοι της κυβέρνησης της ανατολικής Λιβύης, που υποστηρίζεται από το LNA, αφενός απέρριψαν την εν λόγω πρόταση, αφετέρου υποσχέθηκαν ότι οι επιχειρήσεις δεν θα τερματισθούν έως ότου το LNA καταλάβει την Τρίπολη. Πάντως, στα τέλη Ιουνίου, ο LNA υπέστη μια σημαντική στρατηγική απώλεια, καθώς απώλεσε τον έλεγχο της πόλης Gharyan (νότια της Τρίπολης), η οποία χρησίμευε ως κύρια βάση ανεφοδιασμού των επιθετικών του επιχειρήσεων. 

Προς το παρόν, δεν ανακοινώθηκαν σημαντικές νέες διεθνείς πρωτοβουλίες για την επίτευξη συμφωνίας, παρότι Ευρωπαίοι και Άραβες ηγέτες, αξιωματούχοι των ΗΠΑ και ο επικεφαλής της Αποστολής Στήριξης του ΟΗΕ στη Λιβύη (U.N. Support Mission in Libya - UNSMIL), Γκασσάν Σαλαμέ, συνεχίζουν να διαβουλεύονται με όλες τις πλευρές. Οι διεθνείς δυνάμεις φαίνεται να συμφωνούν στην αποφυγή της περαιτέρω αύξησης της ενδο-λιβυκής συγκρουσιακής κατάστασης, όμως διαφωνούν με τον τρόπο αποκλιμάκωσής της.

Στην παρούσα φάση, το θέατρο επιχειρήσεων εντοπίζεται νότια της λιβυκής πρωτεύουσας, ωστόσο, καμία πλευρά δεν έχει σαφές στρατιωτικό πλεονέκτημα, παρά το πρόσφατο  κάλεσμα (12 Δεκεμβρίου) του Χαφτάρ για «τελική μάχη», με σκοπό την κατάληψη της Τρίπολης. Ταυτόχρονα, φουντώνει και ο πόλεμος προπαγάνδας, με ψευδείς πληροφορίες εκατέρωθεν. Σύμφωνα με το Middle East Institute, η επίθεση του LNA κατά της Τρίπολης έχει αυξήσει την αποσταθεροποίηση της Λιβύης, επιτρέποντας στις τοπικές δυνάμεις του Ισλαμικού Κράτους να ανασυγκροτηθούν στη νότια Λιβύη. Οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ αναφέρουν ότι η επιχειρησιακή δυνατότητα του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στη Λιβύη έχει μειωθεί, όμως παραμένει ικανή για τη διεξαγωγή επιθέσεων τόσο στη Λιβύη όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε, στη διάρκεια του 2018, οι υποστηρικτές του ISIS πραγματοποίησαν μεγάλο αριθμό επιθέσεων εντός της Λιβύης. Γι’ αυτούς τους λόγους, αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη βομβάρδιζαν περιοδικά ύποπτους στόχους του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα. Η εκτεταμένη αστάθεια και η συγκρουσιακή κατάσταση θα μπορούσε να δώσει νέες ευκαιρίες στους υποστηρικτές του ISIS και σε άλλους εξτρεμιστές.

Ως γνωστόν, έχει τεθεί σε ισχύ εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, ενώ από αμερικανικής πλευράς έχουν δοθεί εντολές για την επιβολή κυρώσεων εναντίον όσων υπονομεύουν την αποκλιμάκωση της λιβυκής κρίσης. Βέβαια, οι εμφανείς διαφορές απόψεων μεταξύ της Ρωσίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας ενδέχεται να αποτρέψουν την κοινή δράση ή και να περιπλέξουν περαιτέρω την κατάσταση.

Ο ΟΗΕ υπολογίζει ότι, από τις 4 Απριλίου έως τις αρχές Δεκεμβρίου 2019, ο συνολικός αριθμός των ανθρώπινων απωλειών, λόγω των συγκρούσεων, ανέρχεται σε περισσότερους από 2.200 νεκρούς και δεκάδες χιλιάδες τραυματίες. Επίσης, περισσότερα από 146.000 άτομα έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της Λιβύης. Πέραν αυτών, καταγράφεται έλλειψη καυσίμων και αύξηση της εγκληματικότητας εντός και πέριξ της λιβυκής πρωτεύουσας.

Ο λιβυκός  εμφύλιος τείνει να μετατραπεί σε μια παρατεταμένη και εκτεταμένη σύγκρουση δι’ αντιπροσώπων (proxy war) ανάλογης της συριακής, στα νότια σύνορα της Ευρώπης. Ως εκ τούτου, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της εκδηλώνουν τώρα έντονο ενδιαφέρον, προκειμένου να αποτρέψουν την κλιμάκωσή της, καθότι σε αντίθετη περίπτωση, είναι ορατή η περαιτέρω κατάρρευση της χώρας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ασφαλή καταφύγια σε τρομοκρατικές και εγκληματικές οργανώσεις, αλλά και αυξημένες μεταναστευτικές-προσφυγικές ροές προς την γηραιά ήπειρο.

Τα προηγούμενα χρόνια, ο ρόλος των εξωτερικών κρατικών δρώντων στον λιβυκό εμφύλιο υπήρξε εξαιρετικά σημαντικός. Οι παρεμβάσεις τους είχαν σχεδιαστεί για να εξυπηρετούν τα πολιτικά ή περιφερειακά συμφέροντά τους, με αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της χώρας και την επιδείνωση της συγκρουσιακής κατάστασης. Αραβικά κράτη του Κόλπου, όπως το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, χρηματοδότησαν λιβυκά πολιτικά κινήματα και ένοπλες ομάδες, με στόχο την εδραίωση της περιφερειακής ηγεμονίας. Αυτές οι παρεμβάσεις αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη της κατάρρευσης του πρώτου μετα-επαναστατικού λιβυκού κοινοβουλίου και την έναρξη του εμφυλίου το 2014. Ακολούθησε ο ιστορικός διχασμός Ανατολής-Δύσης, με τη δυτική Λιβύη να υποστηρίζεται από το Κατάρ και την Τουρκία, ενώ αντίστοιχα, η ανατολική Λιβύη να υποστηρίζεται από την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ.

Πέραν αυτών, οι παρεμβάσεις των χωρών της Δύσης περιέπλεξαν περαιτέρω την κατάσταση, καθότι επικεντρώθηκαν περισσότερο στην εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων, παρά στην αναζήτηση μιας συνολικής λύσης. Για παράδειγμα, η Ιταλία υποστήριξε τις πολιτοφυλακές που είναι συνδεδεμένες με την GNA στην Τρίπολη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη μεταναστευτική κρίση του 2015. Αντίθετα, η Γαλλία υιοθέτησε μια πολιτική καταπολέμησης της τρομοκρατίας και στράφηκε υπέρ του Χαφτάρ.

Μετά την παραίτηση της ισλαμιστικής κυβέρνησης στην Τρίπολη (2016) και τη σταδιακή απομάκρυνση των διεθνών υποστηρικτών της από την πρωτεύουσα, η συντριπτική πλειοψηφία των εξωτερικών δρώντων υποστήριξε τον Χαφτάρ (Αίγυπτος και ΗΑΕ οι πρώτοι υποστηρικτές του). Λίγο μετά την επιστροφή του από ένα ταξίδι στο Ριάντ, όπου πιθανότατα εξασφάλισε την υποστήριξη και την έγκριση χωρών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, ο Χαφτάρ ξεκίνησε την επίθεσή του στην Τρίπολη. Οι εν λόγω χώρες μοιράζονται ένα ευρύ πολιτικό όραμα ενάντια της πολιτικής των αραβικών εξεγέρσεων, ιδιαίτερα των δημοκρατικών και των φιλο-ισλαμιστικών.

 

Η ρωσική επιδίωξη για επιρροή

Από το 2014 και μετά την απομάκρυνση της Ουάσιγκτον από το Κάιρο, η Ρωσία επιδίωξε να ενισχύσει τις σχέσεις συνεργασίας Αιγύπτου-Χαφτάρ. Η υποστήριξη της Ρωσίας προς τον ηγέτη της ανατολικής Λιβύης χαρακτηρίζεται ως κρίσιμη, καθότι τον βοήθησε οικονομικά και εκτύπωσε για λογαριασμό του ένα νέο λιβυκό νόμισμα (2017).

Την τελευταία πενταετία, η Μόσχα παρείχε στρατιωτική βοήθεια στον Χαφτάρ, με τη μορφή συμβούλων, στρατιωτικής εκπαίδευσης και συντήρησης των ρωσικών όπλων, μέσω του ρωσικού ιδιωτικού παραστρατιωτικού οργανισμού Wagner Group.

H εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου για τη Λιβύη δεν περιορίζεται μόνο στην υποστήριξη του Λίβυου στρατηγού. Επομένως, δεν αποσκοπεί στην απόλυτη επικράτηση του Χαφτάρ στη Λιβύη. Η Μόσχα γνωρίζει ότι όσο περισσότερο διαρκέσει ο λιβυκός εμφύλιος, τόσο περισσότερες θα είναι οι ευκαιρίες της προκειμένου να αυξήσει την επιρροή της.

 

Η επαμφοτερίζουσα στάση των Ηνωμένων Πολιτειών

Η Ουάσιγκτον, αν και έχει υποστηρίξει δημοσίως τις αποφάσεις του ΟΗΕ για τη Λιβύη, εντούτοις, έχει αναλάβει έναν πιο «υποτιμημένο ρόλο», απ’ ότι οι ευρωπαϊκοί και οι μεσανατολικοί εξωτερικοί δρώντες. Κυρίως, επεδίωξε να καταπολεμήσει την τρομοκρατία και να προστατεύσει τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου από τις επιπτώσεις του λιβυκού εμφύλιου.

Αν και η Ουάσιγκτον αρχικά καταδίκασε την επίθεση στην Τρίπολη, εντούτοις, στις 15 Απριλίου 2019, ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τον Χαφτάρ, προκειμένου να τον επαινέσει για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη διαφύλαξη του πετρελαίου της Λιβύης (ο Χαφτάρ ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των λιβυκών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων). Η σύγχυση, που προκλήθηκε με την τοποθέτηση του Τραμπ, μετατράπηκε προοδευτικά σε de facto αμερικανική υποστήριξη προς τον LNA. Να σημειώσουμε ότι, παρά τη συνεχιζόμενη συγκρουσιακή κατάσταση, η παραγωγή πετρελαίου έχει σταθεροποιηθεί σε περισσότερο από ένα εκατ. βαρέλια ημερησίως, πολύ χαμηλότερα από τα 1,6 εκατ. πριν την εξέγερση του 2011.

Στη συνέχεια, οι ΗΠΑ εμπόδισαν τη διεθνή διπλωματία να ανακόψει τις επιθετικές επιχειρήσεις του Χαφτάρ, αναλαμβάνοντας δράση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ώστε να μην ψηφισθεί απόφαση (πρώτο βήμα πριν την επιβολή κυρώσεων), που κατονόμαζε το Λίβυο στρατηγό ως υπεύθυνο του συνεχιζόμενου εμφύλιου.

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, έτσι και στη Λιβύη η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «ασαφής», λόγω της διάστασης μεταξύ του Λευκού Οίκου και του Κογκρέσου. Πράγματι, στις 16 Μαΐου 2019, μια επταμελής ομάδα της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων ζήτησε από τον γενικό εισαγγελέα και τον διευθυντή του FBI να εξετάσουν το ενδεχόμενο να απαγγελθούν κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου εναντίον του Χαφτάρ, ο οποίος είναι και Αμερικανός πολίτης. Επίσης, στις 29 Μαΐου, η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας ζήτησε επισήμως από τον πρόεδρο να απαιτήσει κατάπαυση του πυρός και να στηρίξει τη διαδικασία του ΟΗΕ.

 

Οι αλλαγές στη στάση της Αιγύπτου

Η υποστήριξη της Αιγύπτου προς τον Χαφτάρ προέρχεται κυρίως από την ισλαμιστική απειλή από δυτικά και την κοινή μιλιταριστική ιδεολογία του Χαφτάρ και του Αιγύπτιου προέδρου Αμπντέλ Φαττάχ ελ-Σίσι. Το 2014, η Αίγυπτος αναγνώρισε ότι ο αυξανόμενος αριθμός τρομοκρατικών επιθέσεων στην επικράτειά της και η εξέγερση των τζιχαντιστών στη χερσόνησο του Σινά οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στην επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας εντός της Λιβύης. Έκτοτε, ο Χαφτάρ αποτελεί φυσικό σύμμαχο του Καΐρου, λόγω της παρουσίας των δυνάμεών του στην ανατολική Λιβύη και πλησίον των αιγυπτο-λιβυκών συνόρων.

Επιπλέον, το Κάιρο ευελπιστεί ότι μια σταθερή Λιβύη υπό τον Χαφτάρ θα στηρίξει την προβληματική αιγυπτιακή οικονομία, θα οδηγήσει στην προμήθεια επιδοτούμενου πετρελαίου και θα επιτρέψει τους Αιγύπτιους να εργασθούν στη Λιβύη (πριν από τις αραβικές εξεγέρσεις, το Κάιρο είχε έσοδα περίπου 33 εκατομμύρια δολάρια ετησίως σε εμβάσματα, από τους Αιγύπτιους εργάτες στη Λιβύη).

Οι παραπάνω λόγοι οδήγησαν την Αίγυπτο να επενδύσει σε μεγάλο βαθμό στον ηγέτη της ανατολικής Λιβύης, παρέχοντάς του ουσιαστική στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη, μετά την έναρξη της «Επιχείρησης Αξιοπρέπειας» (Operation Dignity), το 2014. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι σχέσεις του Καΐρου με τον Χαφτάρ εμβαθύνθηκαν γρήγορα, καθώς οι αιγυπτιακές δυνάμεις διεξήγαγαν ακόμη και αεροπορικές επιδρομές στη Λιβύη, για λογαριασμό του ηγέτη του LNA. Εντούτοις, μέχρι το 2019, οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν ότι ο Χαφτάρ τους είχε περιθωριοποιήσει υπέρ των στενών σχέσεων που ανέπτυσσε με τη Γαλλία, τη Ρωσία και τα ΗΑΕ. Το γεγονός αυτό ώθησε την Αίγυπτο να διερευνήσει και άλλους τρόπους, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Για παράδειγμα, σύναψε σχέσεις συνεργασίας με τον πρωθυπουργό του GNA, αλλά υποστήριξε και τους εναπομείναντες οπαδούς του πρώην κανταφικού καθεστώτος. Τελικά, μετά την επίθεση του LNA κατά της Τρίπολης, το Κάιρο επανεξέτασε τη στάση του και επαναβεβαίωσε την υποστήριξή τους προς τον Χαφτάρ.

Κατά την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο (9 Απριλίου 2019), ο πρόεδρος της Αιγύπτου έπεισε τον πρόεδρο Τραμπ, για την ανάγκη να υποστηριχθεί ο Χαφτάρ. Πράγματι, ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Τραμπ και Χαφτάρ (15 Απριλίου), αλλά και μια μεταγενέστερη μετατόπιση των Ηνωμένων Πολιτειών υπέρ του ηγέτη του LNA.

 

Οι επιδιώξεις των ΗΑΕ υπέρ μιας νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων

Οι ηγέτες των Εμιράτων ανησυχούν ότι τα αιτήματα των Αράβων εξεγερμένων, για δικαιώματα και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, θα μπορούσαν να απειλήσουν μεσο-μακροπρόθεσμα τα ΗΑΕ, εάν ικανοποιηθούν κάπου αλλού στη Μέση Ανατολή. Από το 2011, το Αμπού Ντάμπι έχει τοποθετηθεί ενάντια στις αραβικές εξεγέρσεις και στις ισλαμιστικές ομάδες, ιδιαίτερα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Για τους λόγους αυτούς, θεωρούν τη Λιβύη ως κεντρικό πεδίο μάχης σε αυτόν τον αγώνα.

Οι σημαντικοί ενεργειακοί πόροι της Λιβύης και η ανάγκη της για ανασυγκρότηση δημιούργησαν ευκαιρίες, τις οποίες τα Εμιράτα σκοπεύουν να εκμεταλλευθούν. Όπως η Αίγυπτος, έτσι και τα ΗΑΕ θεωρούν ότι ο Χαφτάρ θα μπορούσε πολιτικά και στρατιωτικά να εξυπηρετήσει τις επιδιώξεις τους. Πράγματι, από το 2014, τα Εμιράτα άρχισαν να ενισχύουν όχι μόνο πολιτικο-στρατιωτικά τον Χαφτάρ, αλλά υποστήριξαν και τη στάση του σε διεθνές επίπεδο. Μάλιστα, φέρεται να παραβίασαν το εμπάργκο όπλων που επέβαλε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, παρέχοντας στον ηγέτη του LNA στρατιωτικό εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένων τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού (ΤΟΜΠ) και μαχητικών αεροσκαφών.

Τα Εμιράτα κατασκεύασαν εγκαταστάσεις στην αεροπορική βάση al-Khadim, πλησίον της βορειοανατολικής λιβυκής πόλης Marj και του στρατηγείου του Χαφτάρ στην ar-Rajma, όπου μπορούν να εξυπηρετηθούν μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-16 και Rafale. Επίσης, αναπτύχθηκε αριθμός μη επανδρωμένων μαχητικών αεροσκαφών (UCAV) τύπου Wing Loong, ζωτικής σημασίας για τις στρατιωτικές επιτυχίες του Χαφτάρ στη Βεγγάζη και τη Ντέρνα, αλλά και για να διατηρήσει τον έλεγχο των πετρελαίων στην ανατολική Λιβύη. Τα ΗΑΕ έχουν συνεργασθεί επίσης με μια ιδιωτική στρατιωτική εταιρεία των ΗΠΑ, που ανήκει στον Έρικ Πρινς (πρώην ιδιοκτήτης της Blackwater), για την ανάπτυξη μιας μοίρας αεροσκαφών στη Λιβύη, φυσικά για την υποστήριξη των δυνάμεων του Χαφτάρ.

Από τότε που ξεκίνησε η διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων κατά της Τρίπολης, πραγματοποιήθηκαν πτήσεις μεταφορικών αεροσκαφών μεταξύ των ΗΑΕ και της ανατολικής Λιβύης, πιθανότατα για τη μεταφορά όπλων και προμηθειών. Καθώς ο λιβυκός εμφύλιος έχει προχωρήσει, φαίνεται όλο και πιο πιθανό ότι στρατιωτικοί από τα Εμιράτα και άλλοι ξένοι υποστηρικτές παρέχουν στον Χαφτάρ συμβουλές, σε στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο.

 

Η σαουδαραβική πολιτική

Θεωρώντας τον εαυτό της ως de facto ηγέτη του σουνιτικού αραβικού κόσμου, η Σαουδική Αραβία αρχικά επέλεξε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από άλλες περιφερειακές δυνάμεις, προκειμένου να επηρεάσει τη μετα-κανταφική Λιβύη. Συγκεκριμένα, λειτούργησε μέσω μιας ομάδας σαλαφιστών, μαθητών του Ισλαμιστή λόγιου Ραμπάμπα αλ-Μαντκχάλι της Μεδίνας,  οι οποίοι, παρότι κινούνται στα όρια του εξτρεμιστικού ισλαμιστικού κινήματος Sahwa, ελέγχονται από το κράτος.

Μετά από δεκαετίες στενών δεσμών με τον πρώην Λίβυο ηγέτη, Μουαμάρ Καντάφι, οι ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας θεώρησαν ότι η εξέγερση της Λιβύης συνιστούσε ευκαιρία, προκειμένου η χώρα να καταστεί σύμμαχός τους. Όμως, επειδή πίστευαν ότι η οικονομική υποστήριξη δεν ταίριαζε στην περίπτωση της πλούσιας σε πετρέλαιο χώρας της Βόρειας Αφρικής, αποφάσισαν να επηρεάσουν κοινωνικο-πολιτιστικά τη λιβυκή ταυτότητα, μέσω της θρησκείας. Από το 2011, η ομάδα του Ραμπάμπα αλ-Μαντκχάλι αναπτύχθηκε γρήγορα στην ανατολική Λιβύη και ανέλαβε σημαντικό ρόλο στις υπηρεσίες ασφαλείας του Χαφτάρ και τα θρησκευτικά ιδρύματα της χώρας.

Η επίσκεψη του Χαφτάρ στο Ριάντ, μια εβδομάδα πριν από την έναρξη της επίθεσης στην Τρίπολη, σηματοδότησε την αλλαγή της σαουδαραβικής πολιτικής, από μια σχετικά χαλαρή θέση (θρησκευτική και κοινωνικο-πολιτιστική) προς μια πιο ενεργή στήριξη του ηγέτη του LNA. Η συνάντησή του με τον πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν θεωρήθηκε ότι συνέβαλε στην τελική απόφαση για την έναρξη της επίθεσης κατά του GNA, αφού προηγουμένως έλαβε υποσχέσεις για οικονομική υποστήριξη της επιχείρησης. Δεν είναι σαφές τι προκάλεσε την αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής του Ριάντ. Ωστόσο, διαφαίνεται η επιδίωξη του Σαουδάραβα πρίγκιπα να ευθυγραμμισθεί με τα ΗΑΕ, προκειμένου να διαμορφωθεί μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων.

Πέραν αυτών, όπως τα Εμιράτα έτσι και η Σαουδική Αραβία έχει κινητοποιήσει την προπαγανδιστική της μηχανή, για να κερδίσει τη διεθνή κοινή γνώμη υπέρ του Χαφτάρ και τη διεξαγωγή των επιθετικών του επιχειρήσεων κατά της λιβυκής πρωτεύουσας. Έτσι, μέσα από το διαδίκτυο, κατά τη διάρκεια των πρώτων 15 ημερών της επίθεσης, δημοσίευαν κατά μέσο όρο 1.000 άρθρα ημερησίως.

 

Ο συνεχώς αυξανόμενος ρόλος της Τουρκίας

Από το 2011, ο ρόλος της Τουρκίας στη Λιβύη χαρακτηρίζεται σημαντικός και συνεχώς αυξανόμενος, καθώς έχει επενδύσει 15-23 δισ. δολάρια, κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα. Στην μετα-κανταφική εποχή, η τουρκική κυβέρνηση παρέμεινε σε στενή επαφή με την GNA και οι τουρκικές επιχειρήσεις συνέχισαν να υπογράφουν συμβόλαια, όπως για παράδειγμα η επέκταση του παράκτιου οδικού δικτύου της Τρίπολης. Όταν ξέσπασε η σύγκρουση μεταξύ ανατολικής και δυτικής Λιβύης, πολλά από αυτά τα κατασκευαστικά έργα πάγωσαν και οι τουρκικές εταιρείες απώλεσαν σημαντικά κεφάλαια. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι, όσο περισσότερες περιοχές καταλαμβάνει ο Χαφτάρ, τόσο μικρότερες είναι οι πιθανότητες οι εταιρείες αυτές να συνεχίσουν τις επενδύσεις τους στη Λιβύη.

Πέραν των τουρκικών επενδύσεων, υφίσταται και μια ιδεολογική πτυχή, που εξηγεί την τουρκική παρέμβαση στον λιβυκό εμφύλιο. Μεγάλο μέρος της υποστήριξης του στρατηγού Χαφτάρ προέρχεται από τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα και την Αίγυπτο. Και οι τρεις χώρες είναι αντίθετες προς την υποστηριζόμενη από το AKP Μουσουλμανική Αδελφότητα, την οποία θεωρούν μείζονα απειλή.

Μετά την ίδρυση του λιβυκού πολιτικού κόμματος Justice and Construction Party – JCP (3 Μαρτίου 2012), συνεργαζόμενου με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η Άγκυρα άρχισε να θεωρεί τη Λιβύη ως μια σημαντική περιοχή, προκειμένου να ενισχύσει την επιρροή της, συνεργαζόμενη κυρίως με πολιτικές ισλαμιστικές ομάδες, οι οποίες εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια των αραβικών εξεγέρσεων. Μετά το 2014, η Τουρκία έγινε καταφύγιο εξόριστων Λίβυων, καθότι συνιστούσε μια από τις ελάχιστες χώρες, όπου οι Λίβυοι μπορούσαν να ταξιδέψουν και να επενδύσουν χωρίς να αντιμετωπίσουν σημαντική γραφειοκρατία. Επωφελήθηκε από αυτή την κατάσταση και προώθησε τα πολιτικο-οικονομικά της συμφέροντα, μέσω της πρεσβείας της στην Τρίπολη και του προξενείου της στη Misrata, τη στιγμή που οι περισσότερες διπλωματικές αποστολές αρχικά είχαν τις έδρες τους στην Τύνιδα.

Όπως και άλλοι κρατικοί περιφερειακοί εξωτερικοί δρώντες, έτσι και η Άγκυρα υιοθέτησε τακτικές, που αντανακλούσαν τον ευρύτερο περιφερειακό ανταγωνισμό. Ενίσχυσε τις σχέσεις της με ομάδες της δυτικής Λιβύης, όχι μόνο επειδή της το επέβαλαν τα οικονομικά της συμφέροντα, αλλά κυρίως λόγω της συμμαχίας της Αιγύπτου και των Εμιράτων με τον Χαφτάρ. Υπό το πρίσμα αυτό, η Άγκυρα διευκόλυνε τις δραστηριότητες ορισμένων από τους εξόριστους Λίβυους που φιλοξένησε, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τους τουρκικούς λιμένες, για να μεταφέρουν όπλα, εκρηκτικά και πυρομαχικά στη δυτική Λιβύη, παρά το εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ. Για παράδειγμα, στις 17 και 18 Δεκεμβρίου 2018, τα λιβυκά τελωνεία ανακάλυψαν ένα φορτίο όπλων στον λιμένα της Misrata και ένα στον λιμένα του Al-Khoms (100 χιλ. ανατολικά της Τρίπολης), προερχόμενα από την τουρκική αμυντική βιομηχανία. Την επόμενη ημέρα, ο λιβυκός στρατός ανακοίνωσε ότι «τα πυρομαχικά στις αποστολές αυτές περιλάμβαναν περισσότερες από 4,2 εκατομμύρια σφαίρες, αρκετές για να σκοτώσουν σχεδόν το 80% του πληθυσμού της Λιβύης, καθώς και πιστόλια αλλά και κυνηγετικά όπλα με τα αξεσουάρ τους, συμπεριλαμβανομένων σιγαστήρων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για δολοφονίες». (Reuters) Τον Ιανουάριο του 2019, οι αρχές της Λιβύης ανακοίνωσαν την ανακάλυψη μιας νέας αποστολής όπλων προερχόμενης από την Τουρκία, σε πλοίο που είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Misrata. Το φορτίο των όπλων περιελάμβανε 20.000 πιστόλια (κρυμμένα σε κούτες παιχνιδιών και οικιακών σκευών) και οκτώ εκατομμύρια χάπια Tramadol και Artane, που χρησιμοποιούνται ως διεγερτικά και συχνά χορηγούνται σε τζιχαντιστές, πριν από τις αποστολές αυτοκτονίας. Ένα παρόμοιο φορτίο έξι τόνων κατεργασμένης κάνναβης και τριών εκατομμυρίων δισκίων Captagon, η αξία των οποίων ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια ευρώ, κατασχέθηκε από τις ελληνικές αρχές σε συριακό πλοίο, το Δεκέμβριο του 2018, που είχε αποπλεύσει από τον λιμένα της Λαττάκειας της Συρίας με προορισμό τον λιμένα της Βεγγάζης.

Πέραν των λιβυκών δικτύων στην Τουρκία, κατά του Χαφτάρ δραστηριοποιήθηκε και η τουρκική κρατική μηχανή, όπως για παράδειγμα η επίθεση κατά της αεροπορικής βάσης της Jufra (16 Μαΐου 2019), που ελέγχεται από τον Χαφτάρ, με τουρκικά μαχητικά drones τύπου Bayraktar, τα οποία απογειώθηκαν από τη Misrata (πρώτη καταγεγραμμένη χρήση τουρκικών μαχητικών drones στη Λιβύη). Έκτοτε, τα μαχητικά drones διαδραμάτισαν εξέχοντα ρόλο στο θέατρο επιχειρήσεων στην Τρίπολη. Μάλιστα, πληροφορίες αναφέρουν ότι Τούρκοι στρατιωτικοί χειρίζονται τα εν λόγω drones, ενώ ταυτόχρονα εκπαιδεύουν τους Λίβυους.

Στα μέσα Μαΐου, λιβυκές ομάδες κατά του Χαφτάρ έλαβαν μια μεγάλη παράδοση τουρκικών τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού (ΤΟΜΠ) τύπου BMC Kirpi και άλλων όπλων, τα οποία έφτασαν στην Τρίπολη από την Τουρκία, με πλοίο τουρκικής ιδιοκτησίας και σημαίας Μολδαβίας. Ωστόσο, αυτά ήταν μόνο η αρχή του πακέτου βοήθειας της Τουρκίας. Τέτοιες αποστολές συνεχίστηκαν και αφορούσαν ένα ευρύ φάσμα όπλων, όπως μαχητικά drones και συστήματα αεράμυνας. Γίνεται σαφές ότι η μέχρι σήμερα «αποτυχία» του Χαφτάρ να καταλάβει την Τρίπολη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υποστήριξη της Άγκυρας προς τις δυνάμεις της GNA.

Η πρόθεση της Άγκυρας να καθορίσει τις μελλοντικές εξελίξεις στη Λιβύη θεωρείται δεδομένη. Στις 15 Δεκεμβρίου 2019, ο Ερντογάν, μετά την κεκλεισμένων των θυρών συνάντησή του με τον Σάρατζ, στο ανάκτορο Ντολμάμπαχτσε στην Κωνσταντινούπολη, δήλωσε: «Θα προστατεύσουμε τα δικαιώματα της Λιβύης και της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να δώσουμε όποια υποστήριξη είναι απαραίτητη στη Λιβύη».

Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνάντησής τους στην Κωνσταντινούπολη (27 Νοεμβρίου), οι δύο χώρες υπέγραψαν την προαναφερθείσα διμερή συμφωνία για την ασφάλεια, τη στρατιωτική συνεργασία και την γνωστή οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Η τουρκο-λιβυκή στρατιωτική συμφωνία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει ενισχυμένη συνεργασία στην ανταλλαγή προσωπικού, υλικών, εξοπλισμού, πληροφοριών, αλλά και παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, εκπαίδευσης και εμπειρίας μεταξύ των δύο πλευρών. Επιπρόσθετα, περιλαμβάνει την υποστήριξη της Τουρκίας για τη δημιουργία μιας Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης (Quick Reaction Force – QRF), τόσο για την αστυνομία όσο και το στρατό της Λιβύης. Η συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, η οποία μάλιστα εστάλη στον ΟΗΕ για πρωτοκόλληση, δεν συνάδει με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν λαμβάνει υπόψη της τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών (Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου), και ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως άκυρη και παράνομη. Πέρα από τα όρια της διεθνούς νομιμότητας κινείται και η στρατιωτική συμφωνία, καθότι παραβιάζει το εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ (UNSCR 1970, 26 Φεβρουαρίου 2011).

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.