16/12/2018 11:34:56
20.2.2010

Τσουνάμι

«Μαύρο λιβάδι»: Η πρώτη εθνικόφρων γκέι ταινία

Δεν είναι ιστορική ταινία, είναι όμως δέσμια της ανάγνωσης της Ιστορίας από το σκηνοθέτη. Δεν πείθει ως δραματική ταινία, διότι δεν πείθει ο τρόπος με τον οποίο ένας βάρβαρος (ο βάρβαρος του εθνικού κλισέ) μετατρέπεται, χάριν του έρωτα, σε λάτρη μιας ερωτικής τσιγκολελέτας – στην ουσία, της καρικατούρας του ομοφυλόφιλου στα ΜΜΕ

Τα εθνικά στερεότυπα, η επίσημη αντίληψη της Ιστορίας, ό,τι γενικώς συγκροτεί την εθνική ιδεολογία διαρρέει τις κινηματογραφίες όλου του κόσμου. Πρωτίστως, φυσικά, την αμερικανική. Το γουέστερν, π.χ., δίνει την εικόνα που έχουν οι νικητές για την κατάκτηση της Δύσης – οι καλοί σερίφηδες επιβάλλουν το νόμο εναντίον τρισάθλιων κακοποιών και ακόμα πιο τρισάθλιων ιθαγενών Ινδιάνων. Το ιδεολογικό μήνυμα, πάντως, δεν αναιρεί την παραδοχή ότι πρόκειται για αντιδραστικό κινηματογραφικό είδος, αλλά κι ούτε ότι η κινηματογραφική ιστορία έχει να επιδείξει υπέροχα (αν και αντιδραστικά) γουέστερν. Στην υπέροχη Ελλαδάρα, φυσικά, οι αναγνώσεις της εθνικής ιστορίας μας δεν έδωσαν όχι σοβαρά κινηματογραφικά είδη αλλά ούτε καν αξιοσέβαστες ταινίες. Εδώ, γουέστερν είναι οι ταινίες φουστανέλας. Κάποιες, ελάχιστες απόπειρες, στη διάρκεια της χούντας, να συνδυαστεί η φουστανέλα με την ηρωική εθνική ιστορία, απλώς σήμερα έχουν εξασφαλίσει στα κανάλια τον «Παπαφλέσσα» της 25ης Μαρτίου, που έχω την αίσθηση ότι τις βλέπουν σαν παρωδία ακόμα και όσοι πιστεύουν ότι είναι εθνικό κεφάλαιο ο Άδωνις Γεωργιάδης. Ο Βαρδής Μαρινάκης τοποθετεί την ταινία του «Μαύρο λιβάδι» στα 1600, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που μεγαλώνει σαν γυναίκα σε γυναικείο μοναστήρι για να γλιτώσει από το παιδομάζωμα των Οθωμανών, ο οποίος κάποια στιγμή τα φτιάχνει με γενίτσαρο. Ανατρεπτικό, λένε κάποιοι. Το ελληνικό «Brokeback Mountain», κάποιοι άλλοι. Πού βρίσκεται η ανατροπή; Στο ότι, λένε όσοι δηλώνουν οπαδοί, προτείνει την ομοφυλοφιλία ως δυνατότητα σεξουαλικής επιλογής, σε περιβάλλον και σε μια εποχή που κάτι τέτοιο δεν ήταν επιτρεπτό. Θαυμάσια, αλλά ποια είναι αυτή η εποχή, με τι υλικά κατασκευάζεται; Με έναν σκηνογραφικό άθλο, ένα αναληθοφανέστατο στόρι και με ένα από τα πιο ανιστόρητα εθνικά ιστορικά στερεότυπα: ότι οι γενίτσαροι ήταν βάρβαροι, ένα σώμα εκτουρκισμένων μαντραχαλάδων. Ψευδές. Οι γενίτσαροι ήταν μεν πολεμιστές στην υπηρεσία του σουλτάνου, ωστόσο είχαν λαμπρή εκπαίδευση και ήταν οτιδήποτε άλλο από μονοκόμματοι αγριάνθρωποι. Πώς γίνεται μια ταινία ανατροπής που συντίθεται από εθνικά στερεότυπα; Η απάντηση του σκηνοθέτη, σε εκδήλωση των Κινηματογραφιστών της Ομίχλης, ήταν ότι η εποχή είναι πρόφαση, ότι δεν τον απασχόλησε η Ιστορία, κίνητρό του ήταν η ιδέα της χειραφετημένης σεξουαλικότητας. Το ίδιο θα έλεγε και ένας σκηνοθέτης γουέστερν, δεν τον ενδιέφερε η Ιστορία, απλώς επιδίωκε να φτιάξει ένα αξιόπιστο στόρι με καουμπόηδες και Ινδιάνους. Στο τέλος το αποτέλεσμα είναι πιο ισχυρό κι από την ιστορική αλήθεια. Το «Μαύρο λιβάδι» ασφαλώς και δεν είναι ιστορική ταινία, είναι όμως δέσμιο της ανάγνωσης της Ιστορίας από το σκηνοθέτη. Δεν πείθει ως δραματική ταινία, διότι δεν πείθει ο τρόπος με τον οποίο ένας βάρβαρος (ο βάρβαρος του εθνικού κλισέ) μετατρέπεται, χάριν του έρωτα, σε λάτρη μιας ερωτικής τσιγκολελέτας (της σύγχρονης καρικατούρας του ομοφυλόφιλου από τα ανίδεα ΜΜΕ). Από καρικατούρα σε καρικατούρα, η ταινία στέκεται μόνο ως έκφραση μιας εθνικόφρονος γκέι κουλτούρας. Έτερον εκατέρωθεν, που θα έλεγε και η Γεωργία Βασιλειάδου, απευθείας απόγονος του Αδώνιδος Γεωργιάδη.

ΑΧΙΝΟΙ

1. Άκουγα στο ραδιόφωνο τον Αλέξη Κωστάλα να διαφημίζει την «Ωραία κοιμωμένη» που, σε λίγες μέρες, θα παρουσιάσουν στην Αθήνα οι χορευτές-παγοδρόμοι του State Ice Ballet της Αγίας Πετρούπολης. Πάλι «Ωραία κοιμωμένη»; σκέφτηκα. Πόσες φορές; Θα βαριόταν ακόμα και ο Τσαϊκόφσκι. Πότε επιτέλους θα ξυπνήσει η ταλαίπωρη να πάρει εκδίκηση για λογαριασμό όσων συνεχίζουν να αντιστέκονται στην ατέρμονη επανάληψη ενός προϊόντος που θεωρείται σίγουρο; Ζητείται ρίσκο.

2. Πολλή η συζήτηση για την «Πινακοθήκη τεράτων», το έκτο μυθιστόρημα του Μιχάλη Μιχαηλίδη. Ο λόγος; Πολλοί αναγνωρίζουν στο κείμενο οικεία πρόσωπα του περιβάλλοντός τους, δημοσιογράφους, εκδότες, συγγραφείς, κριτικούς. Αν οι επικρίσεις στο βιβλίο προέρχονται από το ότι πολλοί αναγνωρίζουν στις σελίδες του πρόσωπα και πράγματα του περιβάλλοντός τους, είναι σίγουρα επικρίσεις άδικες. Υπάρχει σοβαρότερος λόγος. Το βιβλίο παρουσιάζει στρεβλή εικόνα της εκδοτικής πραγματικότητας και της δημοσιογραφίας και, ενώ υποτίθεται εκθέτει την ανεπάρκεια των μηχανισμών της πολιτιστικής παραγωγής, στην ουσία είναι τμήμα αυτής της ανεπάρκειας. Η υπερβολή, η παραποίηση, η αξόδευτη οργή και η μισανθρωπία δεν είναι τα καλύτερα υλικά μιας οποιασδήποτε λογοτεχνικής δοκιμής.

Λία Παραλία

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.