20/01/2020 01:32:18

Η ελληνική οικονομία το 2030

Η ελληνική οικονομία το 2030 - Media

 

Κατά την απερχόμενη δεκαετία 2010-2019 με την ακατανόητη και ψυχαναγκαστική, κατά πολλούς, εμμονή των δανειστών και την πιστή εφαρμογή (Μνημόνια) των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης-λιτότητας από τις ελληνικές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση των «δίδυμων ελλειμμάτων», η ελληνική οικονομία γνώρισε, αντί των «πολυπόθητων αποτελεσμάτων», ένα, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, ιδιαίτερα βαρύ και οδυνηρό τίμημα σε οικονομικό, αναπτυξιακό, εισοδηματικό και κοινωνικό επίπεδο. Από την άποψη αυτή είναι ενδιαφέρον να τονισθεί ότι η «οδυνηρή αυτή δεκαετία» για την χώρα μας, μεταμόρφωσε την ελληνική οικονομία σε κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό μίας άλλης υποδεέστερης κατηγορίας περιθωριοποιημένης και « δεσμευμένης» οικονομίας, στο πλαίσιο του διεθνούς και ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας. Η δυσμενής αυτή δομική κοινωνικο-οικονομικά μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας, ενδυναμώνει τους περιορισμούς και συρρικνώνει, μεταξύ των άλλων, τις δυνατότητες, τις επιλογές και τις προοπτικές της, κατά τις επόμενες δεκαετίες, με την διείσδυση των συνεπειών της «οδυνηρής δεκαετίας» και την αποδυνάμωση των κινητήριων δυνάμεων της στο μέλλον.

Στις περιοριστικές αυτές συνθήκες και προοπτικές, ο σχεδιασμός του αναπτυξιακού, παραγωγικού και εργασιακού προτύπου της ελληνικής οικονομίας απαιτεί ριζική αλλαγή και ολιστική προσέγγιση φιλοσοφίας, περιεχομένου και προσανατολισμού με την έννοια ότι: α) σήμερα και στο μέλλον δεν αρκεί μόνο ο υψηλός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ που η αναδιανομή του αυξάνει τις ανισότητες, την ανασφάλεια και την διεύρυνση της φτωχοποίησης του πληθυσμού. Αντίθετα, οι σύγχρονες κοινωνίες και οι νέες γενιές διεκδικούν με την εργασία τους πλήρη, σταθερή και όχι ευέλικτη και ανασφαλή συμμετοχή στην παραγωγή και το εισόδημα της οικονομίας, β) σήμερα και το μέλλον οι κοινωνίες και οι νέες γενιές δεν διεκδικούν ένα μέρος των αποδόσεων της οικονομίας σε χρήμα και σε είδος. Αντίθετα διεκδικούν την αποτελεσματική και την ουσιαστική αντιμετώπιση των ανισοτήτων με την μεγαλύτερη ισότητα των εισοδημάτων, των δυνατοτήτων και της πρόσβασης στην εργασία, την εκπαίδευση, την στέγαση, την περίθαλψη, κ.λ.π.

Οι κοινωνικο-αναπτυξιακές αυτές διεκδικήσεις και προτεραιότητες, δεν χωρούν σε επιλογές και ασκούμενες πολιτικές της ελληνικής οικονομίας που επικεντρώνονται στις ιδιωτικοποιήσεις, στην εμμονή προσέλκυσης του ξένου κεφαλαίου εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου της αποταμίευσης και της ρευστότητας, στην εμβάθυνση της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ιδιαίτερα των κλαδικών σε όφελος των επιχειρησιακών και των ατομικών συμβάσεων εργασίας, στην θεσμοποιημένη απορρύθμιση και την αδράνεια της λειτουργίας και της δραστηριότητας των συνδικάτων, στην διατήρηση του χαμηλού επιπέδου των μισθών, των συντάξεων και γενικότερα των κοινωνικών δαπανών. Κι΄αυτό γιατί το περιεχόμενο και ο προσανατολισμός αυτός της ελληνικής οικονομίας, κατά την επόμενη δεκαετία 2020-2030, θα την παγιδεύσει, μεταξύ των άλλων, στο παραδοσιακό πρότυπο της φτηνής εργασίας, τεχνολογίας και ανάπτυξης που την οδήγησε στην οικονομική κρίση-ύφεση του 2009 με τη σταδιακή συρρίκνωση της παραγωγικής και τεχνολογικής-καινοτομικής αναβάθμισης, σε όφελος της διεύρυνσης των «ενδιάμεσων» δραστηριοτήτων και υπηρεσιών και τον περιορισμό των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων.

Αυτό σημαίνει ότι, κατά την δεκαετία 2020-2030, θα αποδυναμωθούν οι δυνατότητες επενδυτικής, παραγωγικής, τεχνολογικής-καινοτομικής, εισοδηματικής «εκτίναξης του ελατηρίου» στην ελληνική οικονομία και σε συνδυασμό με τα απαιτούμενα από τα Μνημόνια υψηλού επιπέδου πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060 (μοντέλο δεσμευμένης οικονομίας), θα περιορισθούν οι επιδόσεις της στο επίπεδο των ήπιων ή αναιμικών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ (1%-2%), δεδομένου ότι θα πληγούν δύο σημαντικές κινητήριες δυνάμεις, μεταξύ των άλλων, της αναπτυξιακής διαδικασίας, η κατανάλωση και η αποταμίευση. Ο ετήσιος αυτός ρυθμός (1%-2%) αύξησης του ΑΕΠ υπολείπεται σε σημαντικό βαθμό από τον απαιτούμενο (3,5%-4%) μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ, προκειμένου να μειωθεί, ως ένα βαθμό, κατά την επόμενη δεκαετία 2020-2030, το βαρύ τίμημα ( παραγωγική καθίζηση, ανεργία, ανισότητες, φτωχοποίηση) της οδυνηρής δεκαετίας. Στην προοπτική αυτή εκτιμάται (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2019) ότι στην Ελλάδα το 2020 ο πληθυσμός θα είναι 10,5 εκατ. άτομα, το 2025 θα είναι 10,2 εκατ. και το 2030 θα μειωθεί στα 9,9 εκατ. άτομα.

Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται στο ότι ο δείκτης ολικής γονιμότητας το 2020 από 1,34 παιδιά ανά γυναίκα θα αυξηθεί στο 1,4 παιδιά ανά γυναίκα το 2030, ενώ το ισοζύγιο των μεταναστευτικών ροών θα συνεχίσει να είναι αρνητικό και συγκεκριμένα θα είναι αρνητικό κατά 11,3 χιλ. άτομα το 2025 και κατά 4,1 χιλ. άτομα το 2030. Επιπλέον, από τα 10,5 εκατομ. πληθυσμό το 2020, η ηλικιακή κατανομή εκτιμάται στο 13,9% άτομα ηλικίας 0-14 ετών, στο 63,3% άτομα ηλικίας 15-64 ετών και 22,8% άτομα ηλικία 65 ετών και άνω. Η κατανομή αυτή εκτιμάται ότι το 2030 θα διαμορφωθεί σε ποσοστό 11,6% άτομα ηλικίας 0-14 ετών, 61% άτομα ηλικίας 15-64 ετών και 27,4% άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Το εργατικό δυναμικό εκτιμάται σε 4,594 εκατ. άτομα το 2020, σε 4,470 εκατ. το 2025 και σε 4,320 άτομα το 2030. Το ΑΕΠ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, εκτιμάται ότι από 189δις ευρώ το 2020, θα διαμορφωθεί στο επίπεδο των 203 δις ευρώ το 2025 και σε 219 δις ευρώ το 2030 σε σταθερές τιμές.

Η ανεργία το 2020 εκτιμάται σε 16,7%, το 2025 σε 12,8% και το 2030 σε 11,5%. Ο αριθμός των συνταξιούχων εκτιμάται ότι θα ανέρχεται σε 2,615 εκατομ. συνταξιούχοι το 2020 (από 2,619 εκατομ. το 2016), σε 2,569 εκατομ. συνταξιούχοι το 2025 και σε 2,609 συνταξιούχοι το 2030. Παράλληλα, η συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, από 17,3% το 2016, εκτιμάται ότι θα μειωθεί σε 14% το 2020, σε 13% το 2025 και σε 12,5% το 2030, λαμβάνοντας υπόψη στους υπολογισμούς μας μόνο τις εκτιμήσεις για την αύξηση των συντάξεων χηρείας και την μη περικοπή του 18% της προσωπικής διαφοράς. Στην προοπτική αυτών των εκτιμήσεων, αναδεικνύεται ότι μετά την πρώτη οδυνηρή δεκαετία του 21ου αιώνα στην χώρα μας, η δεύτερη δεκαετία και οι κοινωνικο-οικονομικές της επιδόσεις το 2030, προδιαγράφουν ένα προσανατολισμό ρηχού, άνισου, τεχνολογικά παραδοσιακού και δυσαναπτυσσόμενου χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας.

Στις συνθήκες αυτές, θα αδυνατεί να απαντήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά στις σύγχρονες προκλήσεις της παραγωγικής-τεχνολογικής-εισοδηματικής αναβάθμισης, της αύξησης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, της αντιμετώπισης της μείωσης και της γήρανσης του πληθυσμού, της μείωσης του εργατικού δυναμικού, της αύξησης του αριθμού των συνταξιούχων, της μείωσης των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστού του ΑΕΠ και της κατάκτησης της ικανοποίησης των οικονομικών και των κοινωνικών αναγκών της χώρας από ίδιους παραγόμενους πόρους, προκειμένου να θωρακισθεί η ελληνική οικονομία από την απειλή της επώασης των αιτίων απασφάλισης της επόμενης κρίσης χρέους και των γνωστών δυσμενών συνεπειών της.

* Ο Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομ. Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και ο Βασίλειος Γ. Μπέτσης Υποψ. Διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.