28/05/2020 15:26:00

Bad Boys For Life

Bad Boys For Life  - Media

 

Ανάμεσα σε αναρίθμητα σίκουελ επιτυχιών του παρελθόντος, και με την αποτυχία του Gemini Man νωπή, το franchise με πρωταγωνιστικό δίδυμο αυτό των Γουίλ Σμιθ και Μάρτιν Λόρενς μοιάζει καταδικασμένο στην κούφια νοσταλγία ή την αυτο-παρωδία.

Επίσης, στην εποχή του John Wick έχει γίνει πολύ δύσκολο να εντυπωσιάσεις μόνο με κασκαντεριλίκια.

Και πράγματι, αν και για ακόμη μια φορά δεν λείπουν τα ηλιοβασιλέματα στο Μαϊάμι, οι Πόρσε, τα αστραφτερά ‘‘γκάνια’’, η πλέον παρωχημένη «μάτσο»-έως-κακοποιητική αρρενωπότητα και η ‘‘swag’’ «ποζεριά» του χαρακτήρα που υποδύεται ο Σμιθ, οι «μεγαλύτεροι από τη ζωή» κακοί (ή κακές), τα χορογραφημένα πιστολίδια, ο οργασμός εκρήξεων (σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη της πρώτης και της δεύτερης ταινίας, Μάικλ Μπέι, ο οποίος εδώ περιορίζεται σε ένα σύντομο πέρασμα μπροστά από την κάμερα), και ο ερασιτέχνης βουδιστής κάπτεν του Τζο Παντολιάνο, το όλο στοίχημα κρίνεται στο εάν η χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών είναι ακόμα εκεί.

Η απάντηση είναι «ναι», παρόλο που αργούν λιγάκι να τη βρουν. Ή ίσως φταίει το νέο σκηνοθετικό δίδυμο των Αντίλ Ελ Αρμπί και Μπιλάλ Φαλάχ, οι οποίοι αρχικά φαίνεται να ψάχνουν να βρουν το βηματισμό τους, από τη μια «τιμώντας» το παρελθόν, και ταυτόχρονα προσπαθώντας να προσθέσουν κάτι νέο. Σε κάθε περίπτωση, είναι προς τιμήν των τελευταίων ότι, σε αντίθεση με την πρόσφατη προσομοιωμένη κακοφωνία του Μπέι στο Netflix με τίτλο 6 Underground, φτιάχνουν μια εν πολλοίς παλαιάς κοπής περιπέτεια που επιστρέφει στις ρίζες της σειράς: τουτέστιν, στο ακατάσχετο λεκτικό πινγκ-πονγκ μεταξύ των πρωταγωνιστών και, στην παράδοση ταινιών όπως τα Φονικό Όπλο, 48 Ώρες, κ.ά., στο δέσιμο μεταξύ τους, μέσα από το πόσο διαφορετικοί είναι. Ο χαρακτήρας του Σμιθ παραμένει υπερ-κουλ ορκισμένος εργένης, ατίθασος, και εξοργιστικά ριψοκίνδυνος. Αυτός του παντρεμένου, και σε αυτό το επεισόδιο παππού Λόρενς είναι η, λιγάκι πιο φοβιτσιάρικη, φωνή της λογικής. Ωστόσο, στα δύσκολα πάντα ο ένας κάλυπτε τα νώτα του άλλου.

Το πρώτο μισό της ταινίας περιέχει τις απαραίτητες νύξεις για εκείνους που παρακολουθούν τη σειρά τα τελευταία 25 χρόνια. Παράλληλα, οι δυο σκηνοθέτες και οι τρεις (!) σεναριογράφοι παίρνουν το χρόνο τους για να μας συστήσουν μια νέα, και αναμενόμενα έμφυλα και εθνοφυλετικά ποικιλόμορφη γενιά χαρακτήρων που εδώ πλαισιώνουν τους πρωταγωνιστές. Οι νέες και νέοι ηθοποιοί που τους υποδύονται είναι λαμπερές/οί, ταλαντούχες/οι και συμπαθείς, και η παρουσία τους δεν φαίνεται τόσο επιτηδευμένη όσο σε αντίστοιχα franchise. Επίσης, μέσω αυτών η ταινία κάνει και ένα σχόλιο πάνω στο πώς το είδος πραγματεύεται τη βία (σαν να μην έχει καμία πραγματική επίπτωση), όταν βάζει έναν μυώδη νεαρό που την αποστρέφεται να λέει στα σοβαρά στον χαρακτήρα του Σμιθ ότι θα χρειαστεί ψυχολογική υποστήριξη από ειδικό αφού δείρει τους κακούς.

Βέβαια το γεγονός ότι στο δεύτερο μέρος οι δύο ήρωες μεταφέρουν τον «πόλεμο» στο Μεξικό, όπως κάνει ο Σταλόνε στο πρόσφατο ντροπιαστικό Ράμπο, φαινομενικά κόβει πόντους από την ταινία στο πολιτικά ορθό ντόμινο. Ωστόσο οι (ταπεινές και σαπουνοπερατικές, αλλά αποτελεσματικές) ανατροπές της πλοκής την καθιστούν πιο προοδευτική, ή έστω ιδεολογικά λίγο πιο πολύπλοκη, από όσο μοιάζει αρχικά.

Επίσης αν και προφανώς δεν περιμένει κανείς ιδιαίτερο ρεαλισμό, η ταινία μάς υπενθυμίζει συχνά μέσω των πρωταγωνιστών της ότι τα χρονάκια έχουν περάσει — για τα χολιγουντιανά δεδομένα φυσικά.

Σε κάθε περίπτωση, το δεύτερο μισό του φιλμ είναι φωτιά, με δράση, συγκινήσεις, και (μετα)μοντέρνα, αγωνιώδη μουσική του Lorne Balfe (η οποία παραπέμπει άμεσα στις συνθέσεις του φίλου και συνεργάτη του, Hans Zimmer, για τις ταινίες του Νόλαν) να κρατούν την προσοχή του κοινού, και με λίγες μόνο κλισέ στιγμές.

Θα έχουν την ευκαιρία οι ήρωες να ξανατραγουδήσουν το γνωστό ομότιτλο τραγουδάκι; Θα πρέπει να δείτε την ταινία για να μάθετε.

Ωστόσο, με δεδομένο ότι δεν είμαστε καν σίγουροι για το εάν ο Σταλόνε— ο οποίος «ρίχνει» στους Σμιθ και Λόρενς μια εικοσαετία — τελείωσε με τον Ράμπο, συγκριτικά εδώ έχουμε να κάνουμε ακόμα με «νεανίες», ή εάν το θέλετε, με boys.

Kαι για να μεταχειριστώ μια κοινότοπη ταυτολογία, ‘‘boys will be boys’’.

Βαθμολογία 3,5/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Τρία Αστέρια για τη φιλοξενία.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.