10/12/2018 16:31:04
11.6.2012

Ακύλλας Καραζήσης: «Η Ελλάδα είναι ένα έθνος με νευρώσεις, ταμπού και απωθημένα»

Ακύλλας Καραζήσης: «Η Ελλάδα είναι ένα έθνος με νευρώσεις, ταμπού και απωθημένα» - Media

Συνέντευξη στην Ιωάννα Μπλάτσου

Από χθες υποδύεται τον «Αρχιμάστορα Σόλνες» στην παράσταση που έχει σκηνοθετήσει ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Θέατρον του Ελληνικού Κόσμου, στην Πειραιώς. Με αφορμή το ιψενικό έργο, ο Ακύλλας Καραζήσης, ο οποίος έχει σπουδάσει στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης στη Γερμα­νία, μιλάει στο «Ποντίκι art» για οικείους δαίμονες και αλλότρια δεινά, για τη «νεολαγνεία» και την ιεραρχημένη «γεροντοκρατία», αλλά και τον ρόλο της Αριστεράς σήμερα.

Ποια χαρακτηρολογικά στοιχεία του Σόλνες καταλαβαίνετε και ποια όχι;

Όσον αφορά το κομμάτι του αυτοδημιούργητου ανθρώπου, εγώ δεν ταυτίζομαι μαζί του, με την έννοια ότι κάνοντας τη δουλειά που κάνω δεν ανήλθα κοινωνικά. Μπορώ μάλιστα να πω ότι κατήλθα (χαμογελάει). Επίσης, ένα άλλο σημείο στο οποίο δεν ταυ­τίζομαι καθόλου με τον Σόλνες είναι ο φόβος απέναντι στους νεότερους. Κατ’ εμέ οι νεότερες γενιές είναι συμπληρωματικές στη δική μας γενιά. Ιδεολογικά, δεν συμμερί­ζομαι τον διαχωρισμό των γενεών. Είναι τεράστια αυθαιρεσία να δαιμονοποιούμε ή να αγιοποιούμε ολόκληρες γενιές.

Την ακομπλεξάριστη στάση σας απέναντι στους νεότερους την είδαμε και έμπρακτα στο «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», όπου μαζί με τον ΝίκοΧατζόπουλο δώσατε μια γενναιόδω­ρη και επί ίσοις όροις επαγγελματική ευκαιρία στον νεαρό και ταλαντούχο Χάρη Φραγκούλη, πράγμα καθόλου δεδομένο για τα ελληνικά δεδομένα.

Για μας ήταν αυτονόητο. Ο Χάρης είναι ένα εξαιρετικά ταλαντούχο πλάσμα. Αλλά κα­ταλαβαίνω τι λέτε. Σε όλη την ελληνική κοινωνία ισχύει το πολιτικό ζήτημα της παλαι­άς ιεραρχίας, της σχεδόν στρατιωτικής ιεράρχησης, κατά το οποίο «ο νέος θα ‘‘πήξει’’ και ο παλιός είναι αλλιώς». Μια τέτοια, όμως, αντίληψη και πρακτική είναι ακραιφνώς αντιδημοκρατική και απολύτως αντιδημιουργική. Ακόμα και τώρα που είναι της μό­δας μια «νεολαγνεία», αυτή η ιεράρχηση δεν σταματά ποτέ. Και ο χώρος μας, ο καλλι­τεχνικός, και ο δικός σας, της κριτικής και της δημοσιογραφίας, μπορεί να κολακεύουν τους νέους, να χαϊδεύουν τα αυτιά τους, αλλά δεν τους βοηθούν ουσιαστικά. Γιατί η κολακεία, όπως και αυτός ο ψεύτικος διαχωρισμός «νέων και μεγάλων», αποπροσανα­τολίζουν τον άνθρωπο. Η καινοτομία και η προοδευτικότητα δεν είναι προνόμιο των νέων, αλλά ενός ανοιχτού και καλλιεργημένου μυαλού ανεξαρτήτως ηλικίας. Εγκαρσίως των γενεών υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα, από τα οποία έχουμε να μάθουμε.

Στον «Σόλνες», όπως και σε όλες τις βιογραφίες, το πρόβλημα πάντα εδράζεται σε ένα τραύμα, σε μια ενοχή πάνω στην οποία έχει χτιστεί η ζωή του ατόμου.

Εδώ, μπορώ να καταλάβω πολύ καλά τον Σόλνες. Γιατί κι εγώ συχνά έχω ενοχικές σκέψεις με τη μορφή ενορατικών αυτοεκπληρούμενων προφητειών. Για παράδειγμα – και ντρέπομαι λίγο που το λέω – στα νιάτα μου, εκεί περίπου στα 20 με 25, έγραφα ποιήματα, συχνά υπό την επήρεια ουσιών, κι ανάθεμα κι αν έβγαζα νόημα μετά, καθώς στο μεταξύ είχε χαθεί ο συνειρμός που τα γέννησε. Όμως, κι εδώ είναι το περίεργο, σήμερα διαβάζοντας κάποιες φράσεις από κείνα τα νεανικά ποιήματα βρίσκω να αντι­στοιχούν στην τωρινή μου ζωή.

Ίσως γιατί το υποσυνείδητό μας είναι πολύ πιο μπροστά από το συνειδητό μας.

Μα, το πιστεύω σίγουρα αυτό. Πρόκειται για δομικά στοιχεία της ψυχοσύνθεσής μας, τα οποία ενοικούν μέσα μας, και κάποια στιγμή εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα. Έχει σχέση και με τη νιτσεϊκή αιώνια επανάληψη του ιδίου. Δομικά επανέρχονται πράγματα τα οποία τα αναγνωρίζουμε γιατί ήδη τα ξέρουμε, σχεδόν τα προβλέπει το ασυνείδητο μέσα μας.

Ομοίως θα λέγατε ότι με κάποιο τρόπο προαισθανόμασταν βαθιά μέσα μας και τη σημε­ρινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας;

Έχω αυτή την εντύπωση. Παρόλο, που σε συνειδητό επίπεδο τα τελευταία 150 χρόνια που έχουμε ζήσει ελεύθεροι, κατά κάποιο τρόπο, δεν έχουμε αναπτύξει ερωτήματα όπως: από πού ερχόμαστε, ποιοι είμαστε, πού θέλουμε να πάμε. Ίσως να είναι ένα πολύ μεγάλο συλλογικό τραύμα τα 400 χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα χάσαμε έναν ολόκληρο Διαφωτισμό. Αυτό δεν αναπληρώθηκε ποτέ σε επίπεδο πνευματικού, πολιτισμικού κεφαλαίου. Ζούμε σε μια μετα-Διαφωτιστική κοινωνία χωρίς να έχουμε περάσει από τον Διαφωτισμό. Ζούμε σε μια μετα-κοινωνία του Μάη του ’68 χωρίς να τον έχουμε επίσης περάσει εδώ γιατί είχαμε χούντα. Ζούμε μια δάνεια ζωή. Ζούμε λάθρα. Γι’ αυτό και ως σύγχρονη κοινωνία δεν έχουμε έναν στα­θερό βηματισμό, αλλά βαδίζουμε με νευρωτικά, σπασμωδικά βήματα. Οργίλοι, θυμικοί και κυκλοθυμικοί πορευόμαστε χωρίς σαφή προσανατολισμό κι όπου μας βγάλει. Μας φταίνε οι πάντες, η μαμά μας, ο μπαμπάς μας, η κακιά Ευρώπη, οι πολιτικοί, οι ξένοι αλλά ποτέ ο εαυτός μας.

Και κάπως έτσι περιμένουμε να μας σώσουν οι άλλοι;

Όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, η Ευρώπη είναι η μόνη σωτηρία της Ελλάδας αυτή τη στιγμή, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε αν θέλουμε να προχωρήσουμε προς την ανάπτυξη, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από μια άσχημη βαλκανοποίηση και την επερχόμενη μαφιοζοποίηση. Βέβαια, σε μια χώρα στρεβλοτήτων όπως η Ελλάδα, ο φιλοευρωπαϊσμός μας εξαντλείται με το όριο των πιστωτικών μας καρτών. Ομοίως, φτάσαμε να νομίζουμε ότι γνωρίζουμε την ταυτότητά μας αρνούμενοι ως ταμπού την οθωμανική μας ταυτότητα που τρέχει στο DNA μας μετά τις τόσες πληθυσμιακές προ-σμίξεις, να θεωρούμε ως υγιείς τις χοντρές μας νευρώσεις. Και κάπως έτσι φτάσαμε να είναι η Ελλάδα ένα έθνος με νευρώσεις, ταμπού και απωθημένα. Πότε μιλήσαμε επί της ουσίας για την Εκκλησία και τον ρόλο της στην κοινωνία; Για την Τουρκοκρατία και την επανάσταση του 1821; Για τον Εμφύλιο; Για τον ρόλο της Αριστεράς;

Έχει ρόλο η Αριστερά σήμερα στην Ελλάδα; Κι ανέχει, θα τολμήσει να τον παίξει;

Καταρχάς, τι εννοούμε λέγοντας Αριστερά σήμερα; Για μένα Αριστερά δεν ήταν ποτέ το ΚΚΕ, αλλά η περιφέρεια, η ΕΔΑ, το καλλιεργημένο κομμάτι αυτού του χώρου. Θεω­ρώ ότι η Αριστερά πρέπει να υπάρχει πρωτίστως ως πνευματικό γεγονός. Στην πράξη, κάθε άλλο παρά αυτό είναι. Σήμερα η Αριστερά λαϊκίζει ασύστολα. Δεν βλέπω καμία πνευματική παρηγοριά από κει και γι’ αυτό καμία κοινωνική παρηγοριά. Δεν βλέπω τίποτα.

Στιςεπερχόμενεςεκλογέςτης 17ηςΙουνίουπώςστέκεστε;

Με πολύ φόβο. Εδώ και πολύ καιρό, φοβάμαι. Και ακόμα περισσότερο μετά τις εκλογές του Μαΐου. Την επομένη των εκλογών ξύπνησα με έναν τεράστιο φόβο, που όμοιό του είχα ξανανιώσει μόνο σε προσωπικές καταθλίψεις κι όχι σε σχέση με γεγονότα που συνέβαιναν γενικώς. Φοβάμαι για τα παιδιά μου, την οικογένειά μου, εμένα, τους φίλους μου. Φοβάμαι για την Ελλάδα. Ότι μπορεί να ξημερώσει μια μέρα που οι ηλικιωμένοι άνθρωποι και τα παιδιά δεν θα έχουν φάρμακα, δεν θα έχουμε πετρέλαιο να ζεσταθούμε τον χειμώνα, δεν θα έχουμε να αγοράσουμε φαΐ να φάμε. Αυτό το σενάριο δεν μοιάζει πια τόσο επιστημονικής φαντασίας. Στην Πολωνία, για καμιά δεκαριά χρόνια, το μόνο φάρμακο που είχαν οι άνθρωποι ήταν η ασπιρίνη. Στη Ρουμανία άνα­βαν το γκαζάκι της κουζίνας για να ζεσταθούν λίγο.

Τελικά, το πρόβλημα της Ευρώπης είναι η Γερμανία;

Αυτή είναι η εύκολη λαϊκίστικη απάντηση. Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι η έλλειψη εγγύτητας ανάμεσα στους λαούς της. Και πώς έρχονται κοντύτερα οι λαοί; Μέσα από την επαφή. Στην τέχνη αυτό προσπαθούμε να κάνουμε. Μέσα από τα διάφορα Φεστιβάλ και τα ευρωπαϊκά προγράμματα γίνεται μια πολιτιστική και πνευματική ώσμωση.

Όμως το ελληνικό θέατρο δεν είναι τόσο εξωστρεφές όσο θα αναμενόταν.

Ξέρετε ότι οι ρήτρες του ΣΕΗ για τις εκτός χώρας πληρωμές των ηθοποιών καθορί­ζουν κάποια εξωφρενικά ποσά που καθιστούν σχεδόν αδύνατη την εξαγωγή των θεατρικών παραγωγών στο εξωτερικό; Είναι πολύ δυσκίνητο το όλο πράγμα, όπως και κάθε τι στην Ελλάδα. Και επίσης, σε επίπεδο ατόμων, υπάρχει και η ελληνική νωθρότη­τα.

ΙNFO: «Αρχιμάστορας Σόλνες», Θέατρον – Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», Πειραιώς 254, Ταύρος, τηλ 212-2540300. Έως 24/6.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.