30/09/2020 08:41:17

Χαλβάη 5-0  [κριτική]

Χαλβάη 5-0  [κριτική] - Media

 

Στην ιδιαίτερα παραγωγική καριέρα του, ο Μάρκος Σεφερλής έχει δοκιμάσει και δοκιμαστεί, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία, σε όλα τα είδη της κωμωδίας. Σλάπστικ, ‘‘gross-out’’ (αυτή που σε κάνει να αηδιάζεις), αυτοσχεδιαστική, παρωδία και σάτιρα, επιθεώρηση, φάρσα, ενώ έχει πρωταγωνιστήσει και διασκευάσει ελληνικά και ξένα θεατρικά και ταινίες, αλλά και τηλεοπτική επιτυχία των Μόντι Πάιθον.

Από την πρώτη μεγάλη του επιτυχία στην τηλεόραση με το Taxi, που αποτελεί ίσως και την καλύτερη στιγμή του, σε μικρούς, αλλά αξιομνημόνευτους ρόλους σε κωμωδίες στον κινηματογράφο (βλ. τη Σαπουνόπετρα του Νίκου Ζερβού), ‘‘έχτισε’’ το δικό του φανατικό κοινό, και ήταν ‘‘τίμιος’’ σε αυτό που παρουσίαζε. Όταν άκουγες κάποια ή κάποιον να σου λέει ότι θα πάει να δει Σεφερλή στο θέατρο, ήξερες ακριβώς περί τίνος θα επρόκειτο, κι ας μην πήγαινες μαζί. Αυτό από μόνο του αποτελεί μιας μορφής επιτυχία, όχι ασήμαντη.

Τι περιλαμβάνει όμως το ‘‘brand’’ Σεφερλής, το οποίο μας έφερε στη μεγάλη οθόνη η Village Roadshow, σε μία εμφανώς ακριβή (βλ. τα πολλά ψηφιακά εφέ) παραγωγή; Ένα είδος σουρεαλιστικού χιούμορ που συχνά σπάει τη σύμβαση του ‘‘τέταρτου τοίχου’’, με τους χαρακτήρες να κλείνουν το μάτι στον θεατή. Επίσης, χαρακτηρίζεται από υπερβολή, βασίζεται σε λογοπαίγνια, σε διαφόρων ειδών χιουμοριστικούς αναχρονισμούς, ενώ απαιτεί μια βασική γνώση της λαϊκής (pop) κουλτούρας την οποία πρέπει να διαθέτει η/ο θεατής, προκειμένου να αναγνωρίσει όλες τις εμβόλιμες αναφορές (αγαπημένη τακτική του Σεφερλή), και να αποκωδικοποιήσει τα αστεία.

Με το Χαλβάη 5-0 φαίνεται ότι δόθηκε απόλυτη δημιουργική ελευθερία στον ηθοποιό και σεναριογράφο να κάνει, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, όλα αυτά που τον καθιέρωσαν. Η ταινία αποτελεί παρωδία του αστυνομικού, του φιλμ νουάρ, και του κατασκοπευτικού είδους (ο συνθέτης Νίκος Βεντουράτος ‘‘παίζει’’, μεταξύ άλλων, με τα πασίγνωστα μουσικά θέματα των σειρών Hawaii 5-0 – βλ. και τον τίτλο της ταινίας— και Επικίνδυνες Αποστολές, ενώ η σκηνή με τον Γιάννη Ζουγανέλη παραπέμπει ευθέως σε παρωδία των ταινιών Τζέιμς Μποντ), του είδους του ‘‘whodunit’’ (ποιος έκανε το έγκλημα, κλπ.) με τους εκάστοτε Πουαρό, αλλά και παρωδία του αστυνομικού μυθιστορήματος και των μορφών που αυτό πήρε στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Ο ήρωας του Σεφερλή λέγεται Μπέκρας, παραπέμποντας στον πασίγνωστο αστυνόμο Μπέκα, του Γιάννη Μαρή, ο οποίος με τη σειρά του είχε βασίσει τον λογοτεχνικό χαρακτήρα του στον επιθεωρητή Μαιγκρέ, που δημιούργησε ο Ζωρζ Σιμενόν.

Τις συμβάσεις ή τα κλισέ των παραπάνω ειδών είχε παρωδήσει, ενίοτε ξεκαρδιστικά, η σειρά ταινιών Τρελές Σφαίρες — επιρροή που ο Σεφερλής, και ο σκηνοθέτης Μάνος Καμπίτης δεν κρύβουν, καθώς από την πρώτη σκηνή παρουσιάζουν το δωμάτιο του Μπέκρα να είναι γεμάτο με αφίσες από τα συγκεκριμένα φιλμ. Οι Ζάκερ κι Έιμπρααμς είναι μετρ του είδους, έχοντας στο ενεργητικό τους, εκτός από τις ταινίες με τον Λέσλι Νίλσεν (βλ. και το κλασικό Μια Τρελή, Απίθανη Πτήση), το Άκρως Τρελό και Απόρρητο (Σεφερλής και Καμπίτης στήνουν τουλάχιστον ένα αστείο με τρόπο κατευθείαν βγαλμένο από την κλασική ταινία), και κάπως λιγότερο επιτυχημένες, ή καλύτερα υποτιμημένες, παρωδίες είδους όπως το Superhero Movie — παρεμπιπτόντως, μέχρι το τέλος του Χαλβάη 5-0, ο Σεφερλής θα παρωδήσει και το υπερηρωικό είδος.

Ως παρωδία του κατασκοπευτικού είδους, το Χαλβάη θυμίζει έντονα ταινίες με τον Ρόουαν Άτκινσον (βλ. Johnny English). Ως παρωδία του whodunit, θυμίζει τις ταινίες με τον επιθεωρητή Κλουζώ. Και βέβαια τον Μπέκα έχει παρωδήσει στο παρελθόν στη μεγάλη οθόνη ο Χάρρυ Κλυνν. Όπως σημειώθηκε ήδη, ο Σεφερλής δεν φαίνεται να επιχειρεί να καλύψει καμία από αυτές τις αναφορές. Αντίθετα, τις επιδεικνύει ‘‘ξεδιάντροπα’’, προσθέτοντας τη δική του, όχι πολύ διακριτική στάμπα.

Είναι αδύνατον, στη διάρκεια των δύο ωρών, να μη χαμογελάσει έστω μια φορά ακόμη και ο πιο δύσκολος και σνομπ θεατής. Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί ότι υπάρχουν προβλήματα, και μάλιστα μεγάλα. Καταρχάς, όσον αφορά το κοινό στο οποίο στοχεύει η ταινία. Από τη μια φαίνεται σχεδιασμένη να ‘‘πιάσει’’ τους έφηβους θεατές, ή ακόμα και τα μικρά παιδιά. Από την άλλη, ένα μεγάλο ποσοστό από τα (λιγότερο ή περισσότερο) αστεία απευθύνονται καθαρά σε ενήλικες.

Ένα άλλο θέμα είναι ότι η σημερινή νεολαία είναι μάλλον απίθανο να αναγνωρίσει το αμάξι που οδηγεί ο Μπέκρας, το οποίο είναι το ίδιο με αυτό στη σειρά των δεκαετιών ’70 και ’80, Οι Ντιουκς του Χάζαρντ.

Το πιο βασικό πρόβλημα όμως είναι η παντελής έλλειψη πολιτικής ορθότητας στη χρήση του χιούμορ της ταινίας (δεν είναι τυχαίο ότι την εκθείασε ο Μπογδάνος), το οποίο συχνά κυμαίνεται από μουδιαστικό, σε ξεκάθαρα προσβλητικό, ειδικά για 2020.

Διότι ναι, στο παρελθόν και οι ταινίες των Ζάκερ και Έιμπρααμς, αλλά και του Χάρρυ Κλυνν, περιείχαν προβληματικά αστεία που οι περισσότεροι προσπερνούσαν. Ωστόσο, το είδος του σεξιστικού (o Σεφερλής βάζει τη σύζυγό του στη ζωή, ηθοποιό Έλενα Τσαβαλιά, να πει μη ειρωνικά την ατάκα: ‘‘ξέρεις τώρα, γυναίκα είμαι, μπήκα πάλι [με το αυτοκίνητο] ανάποδα σε μονόδρομο’’), στερεοτυπικά ετεροκανονικού (ο Νίκος Βουρλιώτης υποδύεται έναν γκέι μοντέρνο ζωγράφο), ρατσιστικού (λευκοί χαρακτήρες πατάνε με τζιπ μαύρους σε σαφάρι, αλλού ο Μπέκρας κοροϊδεύει έναν μπάτλερ που μιλάει ελληνικά με αλβανική προφορά, ενώ ως ‘‘κερασάκι’’ ο Σεφερλής εμφανίζεται και με άθλιο ‘‘yellowface’’ [ρατσιστική αναπαράσταση Ασιατών της Ανατολικής Ασίας]), αρτιμελιστικού (ο Μπέκρας λέει ‘’το ξέρει η κουτσή Μαρία’’, και αμέσως εμφανίζεται μια γυναίκα με αναπηρία και η ταινία περιμένει να γελάσεις…) ‘‘χιούμορ’’ που χρησιμοποιείται εδώ, φαίνεται οικτρά ξεπερασμένο σήμερα ακόμα κι αν είσαι μετρ της κωμωδίας τύπου Μελ Μπρουκς, και σίγουρα συμβάλλει στις καταπιέσεις που υφίστανται συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ή ακόμη και τα μη ανθρώπινα ζώα – ναι, ο Σεφερλής καταφέρνει να κάνει χώσει μέσα και μερικά κακά σπισιστικά αστεία.

Χωρίς να έχω παρακολουθήσει την καριέρα του Σεφερλή στο σύνολό της, γνωρίζω ότι στο παρελθόν έχει γίνει στόχος, όχι άδικης, κριτικής για αυτό το κομμάτι. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι πώς το παράρτημα της πολυεθνικής Village Roadshow δέχτηκε να βάλει το όνομά του/της σε κάτι τέτοιο ως παραγωγός εταιρεία, όταν σχεδόν οπουδήποτε αλλού στο σύγχρονο κόσμο το περιεχόμενο του Χαλβάη 5-0 θα ήταν λίγο, πολύ, ή εξαιρετικά προβληματικό, και πιθανότατα, δικαίως, θα (αυτο)λογοκρινόταν.  

Και εάν τα παραπάνω δεν το έκαναν αρκούντως σαφές, θα το θέσω όσο πιο απλά μπορώ : το Χαλβάη 5-0 είναι μια ελληνική βιντεοταινία/βιντεοκασέτα του ’80, με μεγάλο budget.

Είναι κρίμα, ωστόσο, γιατί είναι δεδομένο ότι ο Σεφερλής έχει ταλέντο — το ζήτημα είναι σε τι. Και δεν το λέω ειρωνικά. Εννοώ ότι πόσο χρήσιμο είναι να έχει κανείς ταλέντο στο να λέει ή να κάνει αποκλειστικά πράγματα με τα οποία είναι αδύνατον ακόμα και να μειδιάσεις, χωρίς ταυτόχρονα να ντρέπεσαι.

Είναι επίσης κρίμα να δίνονται τόσα χρήματα για ένα τέτοιο προϊόν, τη στιγμή που αξιόλογοι δημιουργοί ή νέα ταλέντα ζητιανεύουν για να γυρίσουν μια ταινία μεγάλου μήκους — ίσως το πιο ακριβό σπορ, ούτως ή άλλως –, και πάλι κατά κανόνα είναι ακατόρθωτο, ακόμη κι αν είσαι ήδη καταξιωμένη/ος.

Ένα τελευταίο αξιοσημείωτο με το Χαλβάη 5-0 είναι ότι ένας ‘‘ερασιτέχνης’’ ηθοποιός όπως ο Γιώργος Αγγελόπουλος, ή ‘‘Ντάνος’’, ο οποίος έγινε γνωστός κερδίζοντας σε τηλεοπτικό ριάλιτι, είναι εντυπωσιακά καλύτερος – σχεδόν αποκάλυψη – στην ταινία από πολλές και πολλούς άλλους και άλλες ‘‘σοβαρές/ούς’’ ηθοποιούς στη διανομή των ρόλων. Όμως και αυτό το εφεύρημα δεν είναι κάτι καινούργιο. Στις Τρελές Σφαίρες, και στις συνέχειες της πρώτης ταινίας, ετερόκλητα ονόματα της αμερικανικής σόου μπίζνες όπως ο σούπερ σταρ αθλητής O. Tζ. Σίμπσον, η Πρισίλα Πρίσλεϊ, και το κουνελάκι του Πλεϊμπόι, Άννα Νικόλ Σμιθ, είχαν την ευκαιρία να δείξουν το υποκριτικό/κωμικό τους ταλέντο. Ο Σεφερλής είναι δημοκρατικός σε αυτό: ηθοποιοί εγνωσμένης αξίας όπως ο Δημήτρης Τζουμάκης και η Ελένη Καστάνη φαίνεται να μην έχουν κανένα θέμα στο να συνυπάρξουν με τους νεόκοπους και τις νεόκοπες συναδέλφους τους. Και, για εμένα, καλά κάνουν. Αυτό, ωστόσο, που θα έπρεπε να τους προβληματίσει είναι εάν τα όσα λέγονται (όχι από τους ίδιους) και απεικονίζονται στην ταινία μπορούν να γίνουν ιδεολογικά αποδεκτά.

Από την άλλη, είναι θεμιτό να αφαιρέσει κάποιος μισό «βαθμό» στην αξιολόγηση μιας ταινίας μόνο και μόνο γιατί βρίσκει προσβλητικό μεγάλο κομμάτι του περιεχομένου της; Δεν θα ήμουν τόσο σίγουρος, εάν αντίστοιχα, ή αντιστρόφως, δεν έβλεπα σήμερα να προμοτάρονται απροκάλυπτα μέτριες ταινίες επειδή προσθέτουν, συνήθως ως ντεκόρ, καταπιεσμένες ομάδες, σε έναν επιτηδευμένο και υποκριτικό προοδευτισμό, τον οποίο ξεσκέπασε απολαυστικά στις πρόσφατες Χρυσές Σφαίρες ο κωμικός Ρίκι Τζερβέις. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί για εμένα η φετινή ταινία Στα Μαχαίρια (Knives Out), την οποία αποθέωσαν οι κριτικοί κατά βάση επειδή είναι το ακριβώς αντίθετο της ταινίας του Σεφερλή: μια ποικιλόμορφη (diverse), όσον αφορά την αναπαράσταση, παρωδία whodunit. Ομοίως, δεν μπορείς να πεις ότι η εμετικά ρατσιστική Γέννηση Ενός Έθνος του Γρίφιθ είναι συνολικά κακή ταινία μόνο και μόνο επειδή είναι… εμετικά ρατσιστική.

Το πρόβλημα είναι όμως ότι, εάν σήμερα κάποιος έγραφε το σενάριο, και έπαιζε, όχι στη Γέννηση Ενός Έθνους, αλλά τέλος πάντων σε κάτι εμφανώς αντιδραστικό και προσβλητικό για συνανθρώπους του, θα έπρεπε να είναι και προετοιμασμένος για την κριτική που δικαίως θα ακούσει, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για τον Σεφερλή, τον Γούντι Άλεν, ή τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.  

Βαθμολογία 1,5/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Όσκαρ για τη φιλοξενία    

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.