10/04/2020 08:54:08

The Gentlemen [κριτική]

The Gentlemen [κριτική] - Media

 

Εκρηκτική επιστροφή στις ρίζες για τον Γκάι Ρίτσι, μετά από ένα διάλειμμα καλλιτεχνικά (Αλαντίν), και ενίοτε και εμπορικά (Βασιλιάς Αρθούρος) αποτυχημένων μπλοκμπάστερ – εξαιρείται ο αναζωογονητικά ρεβιζιονιστικός Σέρλοκ Χολμς του.

Και ποιες είναι αυτές οι ρίζες: ταραντινισμοί και καρτουνίστικοι γκάνγκστερ, αιματηρή βία σε κακόφημους δρόμους και διάφορους άλλους, ανοιχτούς και κλειστούς χώρους, μαύρο χιούμορ, βρετανικές pub και μπύρα από κάνουλα, όλων των ειδών οι προφορές και ακατάληπτες διάλεκτοι του Ηνωμένου Βασιλείου και όχι μόνο, ανατροπές στην πλοκή και παιχνίδια με την – μη γραμμική – αφήγηση (που εδώ ο Ρίτσι την κάνει να αφορά, με αυτοανακλαστικό/αυτοστοχαστικό τρόπο, και στο ίδιο το μέσο του κινηματογράφου) και τον χρόνο, κάμερα που χορεύει. Επίσης: παιγνιώδης διανομή ρόλων με αναγνωρίσιμους σταρ να γίνονται αγνώριστοι σε ρόλους κόντρα στο καθιερωμένο προφίλ τους, εθνοφυλετικές αναπαραστάσεις στην κόψη του (φιλελεύθερου) ξυραφιού, θανατηφόρο σάουντρακ, ακόμη και νύξεις στον Σέξπιρ.

Όλα αυτά φαίνεται να βγαίνουν πολύ πιο οργανικά από τον Ρίτσι, σε αντίθεση με διάφορους νεότερους “wannabes” (βλ. το εγκληματικά υπερεκτιμημένο Baby Driver).

Λίγα λόγια για την πλοκή του The Gentlemen : σκληροτράχηλος, πλην σούπερ στιλάτος και φινετσάτος, εκπατρισμένος Αμερικανός χασισοπαραγωγός (ο Μάθιου Μακόναχεϊ, από «καμένος» χρήστης κάνναβης στο πρόσφατο, μάλλον απογοητευτικό The Beach Bum, υποδύεται για αλλαγή έναν μεγαλοκαλλιεργητή του φυτού) που κινείται αποκλειστικά στους κύκλους της βρετανικής υψηλής κοινωνίας, επείγεται να πουλήσει την επιχείρηση εν όψει της αναπόφευκτης νομιμοποίησης του ναρκωτικού στην Αγγλία, και να συνταξιοδοτηθεί. Βρίσκει αγοραστή, και φαίνεται να είναι τελειωμένη δουλειά, αλλά, όπως σωστά μαντέψατε, δεν είναι.

Αρχικά η κωλοπετσωμένη σύζυγος του κεντρικού ήρωα, στην οποία εκείνος έχει αδυναμία, έχει ενστάσεις σχετικά με το όλο εγχείρημα. Το ίδιο και αντίπαλοι μαφιόζοι που εποφθαλμιούν τη γλυκιά μπίζνα.

Μακιαβελικοί χαρακτήρες, προδοσίες και αντι-προδοσίες, διάφορα ύποπτα μούτρα και αξιομνημόνευτες μουτσούνες ανταλλάσσουν θανατηφόρες ατάκες για δύο ώρες. Πού θα «κάτσει» τελικά η μπίλια;

Πολύ καλοί στους ρόλους τους οι Μακόναχεϊ και Χάναμ (ο δεύτερος υποδυόμενος, το επίσης στιλάτο, «δεξί χέρι»). Από κοντά οι Χιου Γκραντ (με προφορά Μάικλ Κέιν) και Κόλιν Φάρελ.

Μπόνους: στη διάρκεια της ταινίας ο χαρακτήρας του τελευταίου εξηγεί μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα πράγματα που αδυνατούν (;) να κατανοήσουν πολλές και πολλοί κριτικοί που μένουν εντελώς στην επιφάνεια της πολιτικής ορθότητας. Όχι ότι δεν μπορεί να κάνει κανείς κριτική σε αυτό το είδος ταινιών του Ρίτσι από αυτή την άποψη. Ωστόσο, σχετικά με μια συγκεκριμένη μορφή φιλελεύθερης υστερίας, το συγκεκριμένο λογύδριο προσφέρει ένα ισχυρό επιχείρημα που πολλές και πολλοί «ξεχνάνε»: το πλαίσιο αναφοράς, ή περικείμενο (context). Και βέβαια η πολιτική μη ορθότητα του Ρίτσι δεν είναι ίδια, π.χ., με αυτή του Σεφερλή.

Εν ολίγοις: η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου από τον καιρό της Αρπαχτής, και φυσικά του Δυο Καπνισμένες Κάνες.

Βαθμολογία 4/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Τρία Αστέρια για τη φιλοξενία

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.